Το περιοδικό της
Χριστιανικής Αλήθειας

  
Το περιοδικό που ενώνει
τους πιστούς του Χριστού
  
Πιο βαθιά στη Βίβλο - Πιο κοντά στη ζωή
Αρχική σελίδα (HOME)
Από τον εκδότη
Έγραψαν για μας
Επικοινωνία

Από τη σοφία του Εκκλησιαστή

Αδικία υπό τον ήλιον -- Α΄




Κείμενο από ομιλία του κ. Τζεφ Μπάλντουιν,
Διευθυντή του Ελληνικού Βιβλικού Κολεγίου



Ζητάμε δικαιοσύνη, θέλουμε να αποδίδεται δικαιοσύνη, θέλουμε ο κακός να τιμωρείται, θέλουμε ακόμα περισσότερο ο κακός να καταλάβει το έγκλημά του, να συνειδητοποιήσει το έγκλημα του. Μπορούμε ίσως να αντέξουμε τις θλιβερές ιστορίες αλλά δεν μπορούμε να αντέξουμε εύκολα τις ατακτοποίητες ιστορίες, τις ιστορίες όπου δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη.

Αλλά η ίδια η Βίβλος περιέχει πολλά τέτοια σενάρια. Ο Ιωσήφ κατηγορήθηκε για κάτι που δεν έκανε, ότι είχε διαπράξει μοιχεία με την γυναίκα του κυρίου του, και κατέληξε στην φυλακή για επτά χρόνια. Αλλά κάποια στιγμή βγήκε από την φυλακή και έγινε ο πιο ισχυρός άνθρωπος στην Αίγυπτο. Και στο βιβλίο της Εσθήρ έχουμε παρόμοια πράγματα, το ίδιο και στο βιβλίο του Δανιήλ. Κατηγορείται ο Δανιήλ ενώ στο τέλος πέφτουν στα λιοντάρια εκείνοι που τον κατηγορούσαν, και στους Ψαλμούς θα δείτε πολλές φορές να εκφράζεται με τον εντονότερο τρόπο το αίτημα για δικαιοσύνη ...οι εχθροί μου Κύριε με περικύκλωσαν, Κύριε με συκοφαντούν, Κύριε κάνε κάτι.... Συνεπώς, το αίτημα για δικαιοσύνη είναι πανανθρώπινο και είναι πολύ βιβλικό.

Αλλά ένα βιβλίο της Αγίας Γραφής έχει τη δική του προσέγγιση γι' αυτό το θέμα, βλέποντας τα πράγματα με περισσότερη απαισιοδοξία, την απαισιοδοξία ενός γέροντα, του βασιλιά Σολομώντα, σαν να μας έλεγε: –Ωραίες όλες αυτές οι ιστορίες, για δικαιοσύνη που αποδόθηκε τελικά, για κατηγορούμενους που ήταν αθώοι και τελικά βρήκαν το δίκαιό τους και αθωώθηκαν. Αλλά ποιος θα πει τις ιστορίες εκείνων που ενώ ήταν αθώοι δεν δικαιώθηκαν; Και ποιος θα πει για εκείνους που ενώ ήταν ένοχοι δεν κατηγορήθηκαν; Εγώ θα σας πω, λέει ο Εκκλησιαστής, και θα σας πω επειδή είναι πολλοί περισσότεροι.

Έτσι στο κεφάλαιο 3/γ/16 του Εκκλησιαστή διαβάζουμε: «Είδον έτι υπό τον ήλιον τον τόπον της κρίσεως, [δηλαδή το δικαστήριο] και εκεί είναι η ανομία· και τον τόπον της δικαιοσύνης, και εκεί η ανομία». Ναι, μεν, υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις στον κανόνα, αλλά εγώ κάνω τη διάγνωσή μου και βλέπω θλιβερές καταστάσεις. Πήγα σε αυτόν τον τόπο της γης όπου περιμένεις να δεις δικαιοσύνη, τον τόπο όπου οι άνθρωποι λένε: –Εδώ θα κρίνουμε τον δίκαιο. Και αυτό που ανακάλυψα ήταν η ανομία και η αδικία. Πήγα στους δικαστές, τους θεματοφύλακες της δικαιοσύνης και δεν βρήκα δικαιοσύνη.

Και ο Εκκλησιαστής δεν είναι μόνος μέσα στην απαισιοδοξία του. Υπήρξαν και άλλοι στην αρχαιότητα, όπως ο Διογένης που έψαχνε έναν δίκαιο με το λυχνάρι και δεν τον έβρισκε. Και οι προφήτες του Ισραήλ έκαναν παρόμοιες διαπιστώσεις για τον λαό εκείνο.

Αλλά ο Εκκλησιαστής έχει παράπονο για την αδικία που υπάρχει στον κόσμο, το ίδιο παράπονο το έχει και ο Θεός. Στο Ησαΐας 5/ε/7 διαβάζουμε πώς ο Θεός «περιέμενε κρίσιν1, πλην ιδού, καταδυνάστευσις2^ δικαιοσύνην3, πλην ιδού, κραυγή4». Εδώ υπάρχουν ενδιαφέροντα λογοπαίγνια, διότι στα εβραϊκά οι λέξεις είναι mispat1, mispah2,  tsedaka3 και tseaka4. Και ο Θεός λέει –Περίμενα mispat αλλά βρήκα mispah, και πιο ύστερα, περίμενα tsedaka και ιδού tseaka. Περίμενα κάτι και βρήκα κάτι άλλο...

Ο Θεός ο ίδιος ζητούσε δικαιοσύνη στη γη και δεν την βρήκε. Και αν θέλετε να  επεκτείνουμε το παράδειγμα, θυμηθείτε ότι ο ίδιος ο Υιός του Θεού ήρθε στη γη, ανάμεσα στους ανθρώπους, και γεύτηκε Εκείνος, ο πιο δίκαιος από όλους, την αδικία σε όλο της το αξιοθρήνητο μεγαλείο.

–Σταυρώστε Τον! είπαν οι Φαρισαίοι. Οι θεματοφύλακες της δικαιοσύνης και του Νόμου, από τους οποίους θα περίμενες να δεις δικαιοσύνη, οι οποίοι θα έπρεπε να έχουν τη διάκριση να καταλάβουν τι είναι καλό και τι δεν είναι. Οι άνθρωποι της θρησκείας, δηλαδή.

Συνεπώς ο Εκκλησιαστής καλά τα λέει. Και να πω εδώ κάτι επιπλέον, επειδή υπάρχει κίνδυνος να παρεξηγηθεί το πνεύμα του. Ο Εκκλησιαστής δεν λέει ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη πουθενά, σε όλο το σύμπαν ή σε όλη την αιωνιότητα. Λέει ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη «υπό τον ήλιον», δηλαδή σ’ αυτή τη γη. Όλες οι σκέψεις που κάνει ο Εκκλησιαστής πρέπει να ζυγίζονται με αυτό δεδομένο. Προσπαθεί να δείξει ότι αν είσαι μόνο εσύ πάνω στη γη και κάτω από τον ήλιο, και δεν βάλουμε στην εξίσωση τον Θεό ή τον Ουρανό ή την αιωνιότητα, το συμπέρασμα είναι πάντοτε αναπόφευκτα λυπηρό.

Κ
αι είναι ακριβώς αυτή η πραγματικότητα που δημιουργεί μέσα μας την ανάγκη για πίστη στον Θεό, στον Ουρανό, στην αιωνιότητα, στη μέλλουσα κρίση. Δείτε τι λέει ο Εκκλησιαστής στο εδάφιο 17: «Είπα εγώ εν τη καρδία μου, Ο Θεός θέλει κρίνει τον δίκαιον και τον ασεβή· διότι δι' έκαστον πράγμα και επί παντός έργου είναι καιρός εκεί». Ο Θεός θα κρίνει τον δίκαιο και τον ασεβή. Αλλά ο Θεός θα κρίνει πέρα από τον ήλιο –κάποια άλλη μέρα– και τότε θα φέρει δικαιοσύνη. Εκεί θα ικανοποιηθεί το μεγάλο μας αίτημα για δικαιοσύνη.

Αυτό σχετίζεται με το προηγούμενο τμήμα του Εκκλησιαστή, όπου λέει: «καιρός παντί πράγματι». Ποιος έχει ορίσει τον καιρό για κάθε τί; Ο Θεός. Άρα ο Θεός έχει θέσει και μια συγκεκριμένη μέλλουσα ημέρα όπου θα φέρει δικαιοσύνη. Ο Παύλος διακήρυξε στον Άρειο Πάγο, ότι «προσδιώρισεν ημέραν εν η μέλλει να κρίνη την οικουμένην εν δικαιοσύνη, διά ανδρός τον οποίον διώρισε, και έδωκεν εις πάντας βεβαίωσιν περί τούτου, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών» (Πράξ. 17/ιζ/31).

Αν έχεις πίστη, έχεις και ελπίδα ότι κάποια μέρα θα αποδοθεί η δικαιοσύνη. Αλλά αν ελπίζεις μόνο σε αυτή τη γη, έρχεσαι αντιμέτωπος με τον Εκκλησιαστή που λέει: –Μην κουράζεσαι. Όσο και αν ψάξεις, ό,τι και αν κάνεις, στον πιο δίκαιο τόπο των ανθρώπων και αν πας, δε θα βρεις πραγματική δικαιοσύνη. Αν θέλεις δικαιοσύνη, να η λύση στο πρόβλημά σου: Πίστεψε στον Θεό.

Ίσως όμως πεις^ Γιατί να πιστεύω σε αυτόν τον Θεό που μου λες ότι θα αποδώσει δικαιοσύνη κάποια μέρα στο μέλλον; Εσύ μιλάς για ουράνια, αιθέρια, νεφελώδη, ομιχλώδη, ασαφή, μελλοντική, θεωρητική δικαιοσύνη, όταν το δικό μου αίτημα είναι για άμεση δικαιοσύνη σήμερα, τώρα. Γιατί να πιστέψω σε έναν Θεό που με αναγκάζει να περιμένω για να δω την ημέρα που όλες οι αδικίες θα αντιστραφούν και θα εξαλειφθούν; Όχι, –μπορείς να πεις– εγώ δεν θα πιστέψω σε έναν Θεό που με αναγκάζει να περιμένω.

Για δες πώς μιλάς^ για δες το ύφος σου. Λες: –Άμα δεν είναι ο Θεός έτσι όπως Τον έχω παραγγείλει εγώ, δεν Τον θέλω^ εγώ τον Θεό Τον ζωγραφίζω έτσι^ αν δεν είναι έτσι όπως εγώ Τον ζωγράφισα, απορρίπτεται. Άρα για εσένα εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η πραγματικότητα του πώς είναι ο Θεός αλλά η δική σου ζωγραφιά.

Εδώ όμως είναι που αποτυγχάνεις, γιατί, αν παραδεχτούμε ότι ο Θεός υπάρχει και ότι έχει ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα, δεν θα ήθελε να δεχτείς τον χαρακτήρα Του όπως ακριβώς είναι, και όχι όπως θα απαιτούσες εσύ να είναι; Και δεν θα μπορούσε να σε δοκιμάσει με διάφορους τρόπους, χωρίς να σου δίνει κατά παραγγελία ό,τι του ζητάς, για να δει αν πραγματικά Τον δέχεσαι όπως είναι; Ως Θεό; Σκέψου για μια στιγμή πόσα δισεκατομμύρια είμαστε εδώ στη γη, σχεδόν επτά^ και ο καθένας να λέει εγώ τον Θεό Τον θέλω έτσι, όμως ένας άλλος να λέει εγώ Τον θέλω κάπως αλλιώς...

Ο Θεός είναι αυτός που είναι. Αυτός που πρέπει να αλλάξει είσαι εσύ. Τον Θεό δεν Τον παραγγέλνεις στα μέτρα σου. Εκείνος είναι το μέτρο και ο στόχος για σένα. Όταν απαιτείς ο Θεός να είναι στα μέτρα σου, είναι σαν να υπονοείς, ότι θες να είσαι εσύ “θεός” στη θέση του Θεού. Σαν να πιστεύεις ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα αν η διακυβέρνηση του σύμπαντος ήταν στα δικά σου χέρια, επειδή εσύ ξέρεις καλύτερα. Αλλά δεν ήταν αυτό ακριβώς το αμάρτημα του Αδάμ και της Εύας; Τι ήταν ο πειρασμός του Διαβόλου; –Αν θα φάτε από αυτό θα είστε σαν θεοί. Μόλις το  θέλησαν και το συζήτησαν, τότε επήλθε ο θάνατος και η ματαιότητα που ζούμε.

Τ
ώρα δίνουμε εξετάσεις. Αν δεν πιστεύεις εμένα, διάβασε το εδάφιο 18: «Είπα εγώ εν τη καρδία μου περί της καταστάσεως των υιών των ανθρώπων, ότι τους δοκιμάζει ο Θεός, για να δουν ότι αυτοί καθ' εαυτούς κατά βάθος είναι κτήνη». [Μετάφραση συγγραφέα]. Λέει ότι κατά βάθος είναι κτήνη. Ο Θεός επιτρέπει ακόμα να κυβερνά ο θάνατος και η ματαιότητα και η αδικία, και αυτό είναι σαν ένα διαγώνισμα. Αν γράψεις πάνω στην κόλα της ζωής σου: «Ο Θεός είναι άδικος. Εγώ θα έπρεπε να είμαι Θεός. Εγώ που ξέρω!» Τότε χάνεις στο διαγώνισμα. Αν όμως γράψεις: «Εγώ από μόνος μου, χωρίς τον Θεό, δεν είμαι τίποτε παραπάνω από ένα ζώο», τότε έχεις μπει στο νόημα και περνάς το διαγώνισμα, γιατί σκοπός αυτού του διαγωνίσματος ήταν να καταλάβεις ακριβώς ότι «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου».     

Αλλά μπορεί να πεις: –Τι είναι αυτό που μου λες; Δεν είμαστε διαφορετικοί από τα ζώα; Θυμηθείτε μια στιγμή τον φημισμένο βασιλιά Ναβουχοδονόσορ, που μια ωραία πρωία βγαίνει έξω και κοιτάζει τα παλάτια του, την πόλη της Βαβυλώνας, τα τείχη, και αρχίζει να φουσκώνει μέσα του. «Για δες τι έχτισα! Για δες ποιος είμαι! Δεν είναι αυτή η Βαβυλώνα η μεγάλη, που έχτισα για δόξα μου;» Και τότε έρχεται η φωνή του Θεού: «Η βασιλεία απήλθε από σου και θέλεις εκδιωχθεί εκ των ανθρώπων και μετά των θηρίων του αγρού θέλει είσθαι η κατοικία σου».

Θέλησε να δώσει στον εαυτό του τιμές θεϊκές, και ο Θεός του λέει, θα γίνεις σαν ζώο. Για 7 χρόνια έπαθε κάποια αρρώστια που τον έκανε να ζει με τα ζώα. Μετά από αυτό ο ίδιος μαρτυρεί: «Αι φρένες μου επέστρεψαν εις εμέ και ευλόγησα τον Ύψιστον και ήνεσα και δόξασα τον ζώντα εις τον αιώνα του οποίου η εξουσία είναι εξουσία αιώνιος και η βασιλεία αυτού εις γενεάν και γενεάν και πάντες οι κάτοικοι της γης λογίζονται ενώπιον αυτού ως ουδέν» (Δαν. κεφ. 4/δ). Όταν έπαψε να φαντάζεται τον εαυτό του ως “θεό”, και τον εξίσωσε με τα ζώα, ήρθε στα λογικά του.

Ας εξηγήσουμε τι εννοούμε όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι ίσος με τα ζώα. Από την αρχή των σκέψεων του στα προηγούμενα κεφάλαια, ο Εκκλησιαστής έχει ξεκινήσει από ένα γεγονός που κυριαρχεί στην ανθρώπινη ζωή, και αυτό είναι το γεγονός του θανάτου. Αυτό το γεγονός, ότι όλοι πεθαίνουμε, προκαλεί τη ματαιότητα στη ζωή μας. Όλοι εκεί καταλήγουν. Τι σημασία έχει αυτό που κάνεις αφού καταλήγεις στον ίδιο τόπο με τον άνθρωπο που κάνει τα αντίθετα; Τι σημασία έχει αν ήσουν πλούσιος ή φτωχός; Και ο φτωχός πεθαίνει και ο πλούσιος πεθαίνει. Έτσι, αν και μπορεί για κάποια στιγμή να φαίνονταν άνισοι, στο τέλος όλοι είναι ίσοι.

Στο κεφάλαιο 2/β έθεσε ένα ακόμα πιο δύσκολο ερώτημα: Τι σημασία έχει να είσαι σοφός ή να είσαι άφρων; Και ο σοφός και ο άφρων καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Και ο σοφός πεθαίνει σαν τον άφρονα, και ύστερα δεν θυμάται κανείς ποιος ήταν ο σοφός και ποιος ήταν ο άφρων. Ο θάνατος τους ισοπέδωσε... Και έτσι έρχεται η σκέψη του Εκκλησιαστή στο αποκορύφωμά της: Τι σημασία έχει αν είσαι άνθρωπος ή ζώο; Και τα δύο πεθαίνουν. «Διότι το συνάντημα των υιών των ανθρώπων είναι και το συνάντημα του κτήνους· και εν συνάντημα είναι εις αυτούς· καθώς αποθνήσκει τούτο, ούτως αποθνήσκει και εκείνος· και η αυτή πνοή είναι εις πάντας· και ο άνθρωπος δεν υπερτερεί κατ' ουδέν το κτήνος· διότι τα πάντα είναι ματαιότης» (εδ. 19).

Ενδεχομένως δεν θα θέλατε να το διαβάσετε αυτό, αλλά σκεφτείτε το λίγο. Άνθρωπος και κτήνος, και οι δυο πεθαίνουν. Είναι σοφό εδώ να σκεφτούμε όπως σκέφτεται ο Εκκλησιαστής: Αυτή είναι η ζωή χωρίς τον Θεό. Αυτό είναι το υπονοούμενο μήνυμα. Εσύ λες: –Δεν θέλω να πιστεύω στον Θεό. Εντάξει. Αλλά πρέπει να αποδεχτείς ολόκληρο το πακέτο, και πλέον η ζωή σου θα σημαίνει ότι δεν διαφέρεις από ένα ζώο – μια γάτα που ψοφά στο δρόμο. Είσαι το ίδιο πράγμα. Η αγελάδα γεννήθηκε και βγήκε στο λιβάδι για να βοσκήσει και την άρμεξαν και μετά από κάποια χρόνια πέθανε. Μα και ο άνθρωπος γεννήθηκε, πήγε να δουλέψει στο εργοστάσιο, πήγε να διευθύνει μια επιχείρηση, πήγε στη βιβλιοθήκη να ερευνήσει, έφαγε και αυτός “σανό”, τον “άρμεξαν” και αυτόν, και στο τέλος πέθανε. Διαφορετικά μονοπάτια, αλλά πάντα η ίδια κατάληξη. Το τέρμα είναι στον τάφο.

Εδώ ο Εκκλησιαστής προλαβαίνει τη σύγχρονη Θεωρία της Εξέλιξης. Αν δεν πιστεύεις στον Θεό, αυτή είναι η μόνη λύση. Είσαι ένα εξελιγμένο ζώο. Μπόρεσες και ξεπέρασες τον πίθηκο επειδή ο αντίχειράς σου μπορεί και συναντάει τα άλλα δάχτυλα και αυτό σου επέτρεψε να κατεργαστείς καλύτερα την ύλη και να φτιάξεις εργαλεία, να αναπτυχθεί καλύτερα ο εγκέφαλός σου και να προχωρήσεις σε ένα ανώτερο στάδιο εξέλιξης. Έτσι περίπου λέει η θεωρία, αλλά ο Εκκλησιαστής τούς έχει προλάβει. Χωρίς τον Θεό αυτό είσαι, αυτή είναι η θεωρία που σου αξίζει: «Τα πάντα καταντώσιν εις τον αυτόν τόπον· τα πάντα έγειναν εκ του χώματος και τα πάντα επιστρέφουσιν εις το χώμα» (εδ. 20).

Όταν ο Θεός είπε στη Γένεση, «Γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις», δεν το είπε για αστείο, δεν το είπε σαν σχήμα λόγου. Το είπε για να σκεφτεί ο άνθρωπος την ματαιότητα της ζωής του χωρίς τον Θεό, και να αναζητήσει τον Θεό ως μοναδική του ελπίδα. Το είπε για να αντιληφθούμε πόσο ευάλωτοι και αδύναμοι και μόνοι και περαστικοί και άχρηστοι είμαστε χωρίς τον Θεό. Το είπε για να απελπιστούμε από τη ζωή μας και να ζητήσουμε Σωτήρα. Να θέλουμε να μας σώσει κάποιος.

Κι αν όλα αυτά σου φαίνονται απελπιστικά, ακριβώς γι' αυτό τα γράφω, για να απελπιστείς και να ζητήσεις τη σωτηρία του Θεού, για να στραφείς στον Χριστό. Εμείς όλη μας τη ζωή προσπαθούμε να μείνουμε μακριά από τον Θεό και να γεμίσουμε τη ζωή μας με οτιδήποτε βοηθάει να ξεχνάμε τη ματαιότητά της. –Φέρε και άλλα χρήματα, και άλλες ηδονές, οτιδήποτε άλλο για να ξεχαστώ. Αλλά όσο πιο πολύ μπαίνουμε σ’ αυτή τη διαδικασία της λησμονιάς, τόσο η ζωή αποδεικνύεται μάταιη.

Και ύστερα έρχεται το εδάφιο 21 που θέλει να μας αφυπνίσει λέγοντας: «Τις γνωρίζει το πνεύμα των υιών των ανθρώπων, αν αυτό αναβαίνη εις τα άνω, και το πνεύμα του κτήνους, αν αυτό καταβαίνη κάτω εις την γην;» (εδ. 21). Από την οπτική γωνία της γης, της ζωής «υπό τον ήλιον», ο άνθρωπος στην ώρα του θανάτου του τι καλύτερο έχει από το ζώο; Είναι τούτο μια απλή επέκταση του επιχειρήματος που προηγήθηκε. Στην ώρα του θανάτου δεν έχεις κανένα πλεονέκτημα πάνω από τα ζώα και δεν μπορείς να αποδείξεις ότι έχεις. Όπως λέει και στον Ψαλμό 49/μθ/20: «Ο άνθρωπος ο εν τιμή και μη εννοών ωμοιώθη με τα κτήνη τα φθειρόμενα». Αφανίζεται. Γι' αυτό και στο εδάφιο 22 και σε πολλά άλλα εδάφια του Εκκλησιαστή, το μόνο που μένει σίγουρο είναι αυτή η ημέρα του θανάτου και το τι θα κάνεις με αυτήν.

Αξίζει να αναρωτηθούμε: Γιατί ξεκίνησε να λέει ο Εκκλησιαστής ότι είμαστε σαν τα ζώα; Θυμηθείτε ότι ξεκινήσαμε μιλώντας για το θέμα της αδικίας που γεμίζει την γη. Σ’ αυτό το θέμα ο Εκκλησιαστής επιστρέφει δριμύτερος στο κεφ. 4/δ/1 λέγοντας: «Τότε εγώ εστράφην και είδον πάσας τας αδικίας τας γινομένας υπό τον ήλιον· και ιδού, δάκρυα των αδικουμένων, και δεν υπήρχεν εις αυτούς ο παρηγορών· η δε δύναμις ήτο εν τη χειρί των αδικούντων αυτούς· και δεν υπήρχεν εις αυτούς ο παρηγορών».      

Οι δυνάστες έχουν τη δύναμη αλλά οι καταδυναστευόμενοι τα δάκρυα. Αν τα έβλεπε αυτά ο Εκκλησιαστής προ Χριστού, σκεφθείτε πόσα περισσότερα θα μπορούσε να πει σήμερα, 2.000 χρόνια μετά Χριστόν. Πόσες αδικίες έχουν συσσωρευτεί στην ιστορία της ανθρωπότητας από τότε μέχρι σήμερα; Πόλεμοι, δυστυχία, καταπίεση... Ο Εκκλησιαστής δεν είδε τους Παγκόσμιους Πολέμους και όλα όσα έγιναν τότε, όμως έχουν γίνει και αυτά. Δηλαδή το επιχείρημα του Εκκλησιαστή έχει γίνει ισχυρότερο με τα χρόνια. Ποταμός δακρύων η ιστορία, και χωρίς παρηγορητές. Μια καταστροφή αρκεί για να σκέφτεσαι καταθλιπτικά, όπως π.χ. πρόσφατα αυτή που έγινε σε στρατιωτική βάση στην Κύπρο.

Μ
ην αποφεύγετε αυτό το καταθλιπτικό μήνυμα, γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Τη στιγμή που εσύ διαβάζεις εδώ, υπάρχουν άνθρωποι που βογκούν από πόνο. Αν προσπαθούμε να το ξεχάσουμε, η πραγματικότητα δεν αλλάζει. Οι άνθρωποι στα νοσοκομεία και άλλους χώρους τα βιώνουν και πονούν, όσο και αν εμείς ζούμε τη ζωούλα μας προσπαθώντας να αλλάξουμε την πραγματικότητα επειδή την φοβόμαστε.

Για τον Εκκλησιαστή ήταν τόσο έντονη η θλίψη των ανθρώπων κάτω από την αδικία, ώστε στο εδάφιο 4/δ/2 μακαρίζει τους νεκρούς: «Όθεν εγώ εμακάρισα τους τελευτήσαντας, τους ήδη αποθανόντας, μάλλον παρά τους ζώντας, όσοι ζώσιν έτι». Αυτοί είναι λέει καλύτεροι από εμάς που ζούμε, γιατί πλέον δεν τα βλέπουν όλα αυτά. Προσέξτε, δεν εννοεί ότι η ζωή που μας έδωσε ο Θεός είναι κακή^ αλλά ότι η αδικία της ζωής είναι ανυπόφορη. Και στο εδάφιο 4/δ/3 γίνεται ακόμη πιο απαισιόδοξος λέγοντας: «Καλήτερος δε αμφοτέρων είναι, όστις δεν υπήρξεν έτι, όστις δεν είδε τα πονηρά έργα τα γινόμενα υπό τον ήλιον». Δηλαδή, ακόμα καλύτερο από το να πεθάνεις, είναι το να μην έχεις υπάρξει καν, γιατί τότε δεν θα έβλεπες όλη αυτή την αδικία. Εμείς που ζούμε τα βλέπουμε, οι νεκροί δεν τα βλέπουν πλέον, αλλά οι ανύπαρκτοι δεν τα είδαν ποτέ.

Ίσως εδώ να διαμαρτύρεσαι και να λες:

–Μα τι λόγια είναι αυτά Εκκλησιαστή; Πώς μιλάς έτσι για την ζωή;

Αλλά η απάντηση έρχεται αμέσως:

–Και εσύ φίλε, γιατί νιώθεις τόσο άνετα με τη ζωή σου; Γιατί νιώθεις ότι όλα είναι ωραία και ευχάριστα στον κόσμο; Γιατί δεν σοκάρεσαι από την αδικία, τη φτώχεια, την πείνα, τον πόλεμο, την τρομοκρατία; Γιατί δεν σε ενοχλούν όλα αυτά; |

 








Για να διαβάσετε το παρόν τεύχος

σε μορφή PDF

πατήστε πάνω στην εικόνα



Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
Τ Ε Υ Χ Ο Υ Σ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ  2011

            Πατήστε στους τίτλους    




 
ΑΡΧΕΙΟ ΤΕΥΧΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ