Λ
ΛΛΛ
ΛΛΛΛΛ
ΙΙ
Για να διαβάσετε το τρέχον τεύχος σε έντυπη μορφή
πατήστε την άνω εικόνα.
Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
Τ Ε Υ Χ Ο Υ Σ
ΜΑΪΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ 2012
Πατήστε στους τίτλους των
άρθρων
Α Ρ Θ Ρ Α
Μ Ο Ν Ι Μ Ε Σ Σ Τ Η Λ Ε Σ
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
|
Με άλλη ματιά
Οι Δέκα Εντολές
Κατά την Εορτή
της Πεντηκοστής στις Συναγωγές οι Δέκα Εντολές αποτελούν το κύριο
ανάγνωσμα, σε ανάμνηση της παράδοσης του Νόμου στον Μωυσή στο Σινά,
καθώς αυτές αποτελούν το κύριο θεμέλιο της ιουδαϊκής πίστης. Είναι
εκπληκτικό πώς αυτές οι δέκα μικρές και απλές φράσεις, που απαρτίζουν
τον γνωστό σε όλους ως «Δεκάλογο του Μωυσή»,
αποτέλεσαν τη βάση για έναν ολόκληρο πολιτισμό, και μάλιστα ισχύουν όχι
μόνο για τους ανθρώπους μιας κάποιας εποχής αλλά και για κάθε έναν από
εμάς σήμερα.
Αν μιλήσεις σε κάποιον για τον Θεό, συνήθως θα πει: «ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΤΗΡΕΙΣ
ΤΙΣ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ». Αν όμως τον ρωτήσεις να σου πει ποιες είναι αυτές οι
Δέκα Εντολές, το πιθανότερο είναι να μην γνωρίζει παρά μόνο ελάχιστες
όπως το «Ου φονεύσεις». Εδώ όμως θα τεθεί το ερώτημα: –Πόσο καλά
γνωρίζουμε εμείς τις Δέκα Εντολές, πότε τις διαβάσαμε τελευταία φορά
και ασχοληθήκαμε ουσιαστικά με αυτές, σκεφτήκαμε ποτέ ότι ίσως
μας αφορούν άμεσα και προσωπικά;
Βεβαίως κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει:
–Δεν μας ενδιαφέρουν εμάς οι Δέκα Εντολές, αφού δεν είμαστε Ιουδαίοι αλλά Χριστιανοί.
Και άλλος θα έλεγε:
–Αφού ο Χριστός είπε ότι ήρθε να καταργήσει το νόμο, γιατί να μιλάμε
τώρα γι' αυτές, 2.000 χρόνια ύστερα από την κατάργησή τους;
Όμως δεν χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να καταλάβουμε ότι αυτές οι
σκέψεις και απορίες είναι εντελώς ανεδαφικές, επειδή και μόνη απλή
ανάγνωση της Καινής Διαθήκης θα δείξει ότι καμία από αυτές τις εντολές
δεν έπαψε να ισχύει και σήμερα, αν και με διαφορετικό πνεύμα και
περιεχόμενο.
Για παράδειγμα θυμίζουμε το λόγο του Παύλου στους Εφέσιους: «Τα
τέκνα, υπακούετε εις τους γονείς σας εν Κυρίω· διότι τούτο είναι
δίκαιον. Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα, ήτις είναι εντολή πρώτη με
επαγγελίαν, διά να γείνη εις σε καλόν και να ήσαι μακροχρόνιος επί της
γης» (Εφεσ. 6/ς/1-3). Δεν είναι αυτός ο λόγος άμεση αναφορά στην
πέμπτη εντολή; Επίσης γράφοντας ο Παύλος προς τους Χριστιανούς της
Ρώμης δεν αναφέρθηκε στα «μη μοιχεύσης, μη φονεύσης, μη κλέψης, μη ψευδομαρτυρήσης, μη επιθυμήσης» (Ρωμ. 13/ιγ/9);
Όταν ένας γραμματέας ρώτησε τον Κύριο, «Ποία εντολή είναι πρώτη πασών;» ο Ιησούς απάντησε με το γνωστό: «Πρώτη
πασών των εντολών είναι· Άκουε Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών είναι εις
Κύριος· και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου,
και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης
της δυνάμεώς σου· αύτη είναι η πρώτη εντολή». Για να προσθέσει ευθύς αμέσως, και με την ίδια έμφαση: «Και δευτέρα ομοία, αύτη· Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μάρκ. 12/ιβ/29-31).
Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλαβαίνουμε ότι μέσα σ' αυτά τα
περιληπτικά λόγια του Κυρίου περιλαμβάνονται ΟΛΕΣ οι εντολές του
Δεκαλόγου, τις οποίες ο Παύλος στην περικοπή που μόλις προαναφέραμε
αναλύει. Το «θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν», μας εξηγεί, συμπεριλαμβάνει την ουσία των «μη μοιχεύσης, μη φονεύσης, μη κλέψης, μη ψευδομαρτυρήσης, μη επιθυμήσης» αλλά «και πάσα άλλη εντολή» (Ρωμ. 13/ιγ/9). Αφού λοιπόν στο «θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν», συμπεριλαμβάνεται ΠΑΣΑ ΑΛΛΗ ΕΝΤΟΛΗ, αυτό σημαίνει ότι όλες εκείνες οι εντολές ισχύουν και στις ημέρες μας.
Η διαφορά είναι
ότι, σε αντίθεση με τους Ιουδαίους που ζούσαν ΥΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ, δηλαδή
ζούσαν καταπιεσμένοι και υποχρεωμένοι εξαναγκαστικά να τηρούν τον Νόμο,
εμείς, ζώντας ΥΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΗ του Θεού, εκτελούμε τα του Νόμου ΜΕΤΑ ΧΑΡΑΣ,
διότι γνωρίζουμε ότι από αυτά εξαρτάται το καλό στη ζωή μας, και την
πνευματική και την κοινωνική και την υλική. Μοιάζει αυτό με τον άνθρωπο
που θέλει να τρώει πολύ και δεν μπορεί να πειθαρχήσει στον γιατρό και
να περιορίσει την λαιμαργία του. Όταν όμως ΠΕΙΣΘΕΙ και αποφασίσει Ο
ΙΔΙΟΣ ότι πρέπει να ελαττώσει το φαγητό επειδή αυτό είναι για το καλό
του, τότε όχι μόνο το κατορθώνει αλλά και γίνεται ο ίδιος δάσκαλος της
καλής δίαιτας.
Μία άλλη διαφορά είναι ότι ο Νόμος όπως δόθηκε στους Ιουδαίους, είχε
σκοπό να τους φανερώσει την αμαρτωλότητά τους και να τους οδηγήσει να
ζητήσουν το έλεος του Θεού, όπως έκανε ο Τελώνης της παραβολής που
προσευχόταν «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ.
18/ιη/13). Αλλά εμείς πλέον δεν εκτελούμε το νόμο για να εξασφαλίσουμε
την αιώνια ζωή, όπως είπε ο Κύριος στον άρχοντα που Τον ρώτησε σχετικά:
«Εάν θέλης να εισέλθης εις την ζωήν, φύλαξον τας εντολάς»
(Ματθ. 19/ιθ/17). Αντίθετα, γνωρίζοντας ότι όλες οι αμαρτίες μας έχουν
πληρωθεί με τη θυσία του Χριστού στο σταυρό, τώρα δεν νοιώθουμε ενοχές
με βάση τις Εντολές αλλά ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΕΚΤΕΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ, επειδή
γνωρίζουμε ότι δόθηκαν για το καλό μας, όπως γράφει ο προφήτης: «Ούτω
λέγει Κύριος, ο Λυτρωτής σου, ο Άγιος του Ισραήλ· Εγώ είμαι Κύριος ο
Θεός σου, ο διδάσκων σε διά την ωφέλειάν σου, ο οδηγών σε διά της οδού
δι' ης έπρεπε να υπάγης» (Ησ. 48/μη/17). Είναι για τούτο μεγάλο
ατόπημα που πολλοί σύγχρονοι χριστιανοί έχουν παραμερίσει τις Εντολές
του Θεού από τη ζωή τους και, στηριγμένοι δήθεν στη θεία χάρη,
καταπατούν εκούσια ή ακούσια το νόμο του Θεού.
Αλλά ας
επανέλθουμε στο περιεχόμενο των Δέκα Εντολών τις οποίες εξετάζουμε στο
παρόν άρθρο. Όπως γνωρίζουμε, οι Δέκα Εντολές δόθηκαν στον Μωυσή
γραμμένες με το δάχτυλο του Θεού πάνω σε δύο λίθινες πλάκες («Έδωκεν
εις τον Μωϋσήν, αφού ετελείωσε λαλών προς αυτόν επί του όρους Σινά, δύο
πλάκας του μαρτυρίου, πλάκας λιθίνας γεγραμμένας με τον δάκτυλον του
Θεού» – Έξ. 31/λα/18), και παραδοσιακά τουλάχιστον
απεικονίζονται έτσι, κατανεμημένες από πέντε σε κάθε μία πλάκα, γεγονός
που όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν είναι τυχαίο.
Βεβαίως κάθε μία εντολή αξίζει τη δική της εξήγηση και ερμηνεία, που θα
μπορούσε ν' αποτελέσει ένα τουλάχιστον ξεχωριστό άρθρο ή βιβλίο, όμως
εδώ παρουσιάζονται μόνο κάποιες σκέψεις με βάση τη σειρά με την οποία
έχουν καταγραφεί, αφού ο τρόπος με τον οποίο παρατίθενται μεταφέρει
κάποιο μήνυμα που μπορεί να μας βοηθήσει καλύτερα να κατανοήσουμε τη
σχέση μας πρώτα με τον Θεό και ύστερα με τους συνανθρώπους μας.
Το Ταλμούδ υποστηρίζει ότι οι πέντε πρώτες εντολές αντικατοπτρίζουν τις
υποχρεώσεις μας προς τον Θεό, ενώ οι άλλες πέντε μιλούν για τις σχέσεις
μας με τους άλλους ανθρώπους και ο σχολιαστής του Μεσαίωνα Αβραάμ Ιμπν
Έζρα (Ibn Ezra) θεωρούσε ότι όλες οι εντολές μπορούν να κατανεμηθούν σε
τρεις κατηγορίες: συναίσθημα, λόγος και δράση.
Η ΠΡΩΤΗ ΠΛΑΚΑ
Στην αριστερή πλάκα είναι γραμμένες οι εντολές πρώτη και δεύτερη, που
αναφέρονται στην πίστη μας σε ένα και μοναδικό Θεό, και την απαγόρευση
λατρείας άλλων θεών και εικόνων-ειδώλων. Με άλλα λόγια αυτές
αναφέρονται στο κέντρο της πίστης που πρέπει να διακατέχει το νου και
τις καρδιές μας, δηλαδή αυτό που αισθανόμαστε ως αληθινό.
Η τρίτη εντολή ορίζει να μην χρησιμοποιούμε μάταια το όνομα του Θεού.
Αυτό δεν αφορά μόνο τις ορκωμοσίες σε δικαστήρια αλλά εν γένει στο
περιεχόμενο των λόγων μας. Η τέταρτη εντολή, που μιλάει για την τήρηση
του Σαββάτου, αφορά την εκ μέρους μας δράση (που εδώ πρόκειται μάλλον
για απουσία κάθε δράσης/εργασίας=ανάπαυση).
Τέλος η πέμπτη εντολή απαιτεί να τιμούμε τον πατέρα και τη μητέρα μας.
Αν και εκ πρώτης όψεως αυτή δεν φαίνεται να απαιτεί κάποια δράση, στην
πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο, επειδή στον ιουδαϊκό Νόμο η
εντολή δεν περιορίζει τη σημασία της τιμής που πρέπει να δείχνουμε προς
τους γονείς στον σεβασμό και τα απλά ευγενικά λόγια, αλλά απαιτεί εκ
μέρους των τέκνων ολοκληρωμένες ενέργειες και πρακτικές δράσεις προς
αυτούς. Η εντολή δεν λέει απλώς να αγαπάμε τους γονείς μας
συναισθηματικά, αλλά να τους τιμούμε πρακτικά, ξεπερνώντας τις
φιλοφρονήσεις και ευγενικές εκφράσεις με έμπρακτες εκδηλώσεις, που
αρχίζουν π.χ. από τη συνήθεια που έχουν τα παιδιά των Ιουδαίων να
σηκώνονται όταν οι γονείς τους μπαίνουν σε ένα χώρο όπου βρίσκονται
εκείνα (εκτός και αν οι γονείς τα έχουν απαλλάξει από αυτή την
υποχρέωση) και φτάνουν μέχρι την κάλυψη όλων των βιοτικών αναγκών στα
γεράματα και την αδυναμία τους.
Στο σημείο αυτό ας θυμηθούμε πώς ο Κύριος Ιησούς Χριστός αναφέρθηκε
κατακριτικά για τους Ιουδαίους της εποχής Του, σχολιάζοντας τις
μεθοδεύσεις που είχαν "εφεύρει" ώστε να απαλλαγούν από την υποχρέωση να
εξασφαλίζουν στους γονείς τα προς το ζην, επικαλούμενοι δήθεν
θρησκευτικές δεσμεύσεις, λέγοντας: «Σεις
όμως λέγετε· Εάν άνθρωπος είπη προς τον πατέρα ή προς την μητέρα,
Κορβάν, τουτέστι δώρον, είναι ό,τι ήθελες ωφεληθή εξ εμού, αρκεί» (Μάρκ. 7/ζ/11).
Είναι ενδιαφέρον ότι η πέμπτη εντολή περιλαμβάνεται στην ίδια πλάκα,
μαζί με τις υποχρεώσεις μας προς τον Θεό. Αυτό δεν είναι παράλογο
διότι, αν ασεβούμε προς τους βιολογικούς δημιουργούς μας, στην ουσία
είναι σαν να απορρίπτουμε τον ίδιο τον Δημιουργό μας. Τέλος, αυτή η
εντολή χρησιμεύει ως γέφυρα που μας περνάει από τις εντολές που αφορούν
τη σχέση μας με τον Θεό, στις υπόλοιπες έξι εντολές που αφορούν τις
υποχρεώσεις προς τους συνανθρώπους μας.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΛΑΚΑ
Μεταφερόμενοι τώρα στην κορυφή της δεύτερης πλάκας, έχουμε πρώτα τις
εντολές έκτη, έβδομη και όγδοη, που απαγορεύουν φόνο, μοιχεία και κλοπή
– όλες αφορούν αμαρτίες δράσης. Η ένατη εντολή απαγορεύει την
ψευδομαρτυρία κατά του πλησίον και προφανώς αφορά παράβαση μέσω του
λόγου. Τέλος η δέκατη εντολή, είναι εκείνη που απαγορεύει να
επιθυμήσεις όσα ανήκουν στον γείτονα, και απευθύνεται αρχικά στην
σκέψη, την καρδιά και τα συναισθήματά μας.
Πέρα από όσα
ειπώθηκαν με συντομία για τη σχέση των εντολών με το συναίσθημα, το
λόγο και τη δράση, μπορούμε να δούμε μια επιπλέον παράλληλη δομή, που
αφορά το επίπεδο δυσκολίας στην τήρηση των εντολών.
Η πίστη στον Θεό φαινομενικά προβάλλει ως σχετικά εύκολη. Οι
περισσότεροι άνθρωποι ομολογούν χωρίς δυσκολία ότι πιστεύουν
τουλάχιστον σε κάποια ανώτερη δύναμη. Αλλά η μετατροπή αυτής της πίστης
σε εκφρασμένο λόγο είναι αρκετά πιο δύσκολη. Συχνά ακούμε να λένε: –Δεν
σε αφορά τι πιστεύω μέσα μου, είναι δικό μου θέμα, που δεν πρέπει να σε
ενδιαφέρει. Αλλά γιατί υπάρχει αυτή η δυσκολία; Ενδεχομένως πρόκειται
για ένα είδος εγωιστικής άμυνας, επειδή όταν κάποιος ομολογήσει την
πίστη του, αυτόματα θέτει τον εαυτό του κάτω από τον έλεγχο των άλλων,
που τον παρατηρούν κατά πόσο είναι συνεπής με την πίστη που ομολόγησε.
Αυτό οι πιστοί το ζούμε καθημερινά καθώς οι άνθρωποι παρατηρούν συνεχώς
τη ζωή μας, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να κατακρίνουν μόλις παραβιάσουμε
στο ελάχιστο κάποια από τις αρχές μας και αμέσως έρχεται η κατάκριση:
–Εσύ είπες ή έκανες αυτό; Δεν το περίμενα από εσένα... Αυτός είναι ο
πρώτος λόγος που θα ακούσουμε, αδιάφορο αν όλοι οι υπόλοιποι στο
περιβάλλον κάνουν ή λένε τα ίδια ή και χειρότερα χωρίς γι’ αυτούς την
παραμικρή παρεξήγηση.
Επίσης, η γνώμη που έχω για τον Θεό μου αγγίζει το χώρο της προσευχής
όπου φανερώνονται τα κίνητρά μου και κατά πόσο είμαι ειλικρινής σε όσα
προσεύχομαι. Πολλοί προσεύχονται σαν να κάνουν παζάρια και συμφωνίες με
τον Θεό, και όχι σπάνια είναι πρόθυμοι να δώσουν κάτι σε αντάλλαγμα,
εφόσον τα πράγματα γίνουν όπως οι ίδιοι θέλουν (τα οποία συνήθως
λησμονούν όταν επιτύχουν το στόχο τους) και με αυτό τον τρόπο δείχνουν
ότι δεν έχουν καταλάβει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον Θεό ως Κύριο
του παντός και τον αμαρτωλό άνθρωπο ως ανάξιο δούλο.
Επίσης πιο δύσκολο από τα λόγια είναι οι πράξεις μας και συχνά υπάρχει
διαφορά ανάμεσα σ' εκείνα που έχουμε καταλάβει ότι πρέπει να πράξουμε
και σ' εκείνα που τελικά είμαστε διατεθειμένοι ή καταφέρνουμε να
πράξουμε. Είναι άλλο πράγμα να μάθεις πώς πρέπει να ζεις σύμφωνα με το
Νόμο, και εντελώς διαφορετικό να εφαρμόσεις αυτό το μάθημα στη ζωή.
Μπορεί να γνωρίζουμε μέσα στην καρδιά μας και να παραδεχόμαστε λογικά,
συνειδησιακά και συναισθηματικά ότι κάτι είναι αληθινό, και όμως να μην
ζούμε στην καθημερινή ζωή μας σύμφωνα με αυτά τα αισθήματά μας.
Μετά από όλα τα
παραπάνω, αν επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην ενίσχυση των
πεποιθήσεών μας (τι πιστεύουμε και γιατί το πιστεύουμε), τότε θα ήμαστε
σε καλύτερη θέση και θα μιλάμε με περισσότερη ειλικρίνεια, που στη
συνέχεια θα οδηγήσει σε ισχυρότερη ικανότητα να ζήσουμε πράττοντας
ορθά.
Γενικώς, είναι εύκολο να μην σκοτώνω ανθρώπους, να μην ατιμάζω τον ή τη
σύζυγό μου, να μην κλέβω τους άλλους, όμως ο Ιησούς Χριστός απέδειξε
πως όλα αυτά δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στις εξωτερικές πράξεις,
επειδή κατά βάθος υπάρχουν διεργασίες που γίνονται μέσα στο νου και την
καρδιά μας, που εξισώνονται με δράσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν
τελικά.
Αυτό ακριβώς εννοούσε όταν είπε τα λόγια: «Εγώ όμως σας λέγω ότι πας ο βλέπων γυναίκα διά να επιθυμήση αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. 5/ε/28) και ο Ιωάννης έγραψε: «Πας
όστις μισεί τον αδελφόν αυτού είναι ανθρωποκτόνος· και εξεύρετε ότι πας
ανθρωποκτόνος δεν έχει ζωήν αιώνιον μένουσαν εν εαυτώ» (Α΄ Ιωάν. 3/γ/15).
Κάτι αντίστοιχο γίνεται και με την ψευδομαρτυρία. Αν και το πιθανότερο
είναι ότι ένας ευσεβής άνθρωπος δεν θα πει ψέματα σε ένα δικαστήριο,
πόσα μικρά ψέματα (που δυστυχώς τα ονομάζουν "λευκά") φαίνεται να
γλιστρούν στη γλώσσα χωρίς σχεδόν να γίνονται αντιληπτά; Και ποιος
μπορεί να πει ότι κανείς δεν βλάπτεται όταν λέει μισές αλήθειες;
Και όσον αφορά την τήρηση της τελευταίας εντολής, κλείνοντας τον
κατάλογο θα λέγαμε με αρκετή σιγουριά ότι είναι σχεδόν αδύνατο να μην
επιθυμήσουμε όσα ανήκουν σε άλλους. Πώς μπορώ να ελέγξω τις σκέψεις μου
ώστε να μην ζηλέψω, να μην επιθυμήσω να έχω κι εγώ τα αγαθά και τα
κτήματα των άλλων, όταν μάλιστα ζούμε μέσα σε μία καταναλωτική κοινωνία
η οποία στηρίζεται ακριβώς σ' αυτό, να αποκτούμε περισσότερα και, αν
αυτό είναι δυνατό, καλύτερα από τους άλλους… Ας σκεφτούμε για λίγο τις
διαφημίσεις. Βλέπεις κάποιον να οδηγεί ένα ωραίο αυτοκίνητο ή να φοράει
ένα όμορφο ρούχο ή να τρώει μια εύγευστη τροφή. Τι είναι εκείνο που
αισθάνεσαι αμέσως; –Να είχα και εγώ αυτό ή το άλλο...
Είναι προφανές ότι αν έχω θεμελιώσει καλά τη ζωή μου επάνω στις πέντε
πρώτες εντολές και τη σχέση μου με τον Θεό, αυτό θα με βοηθήσει να
ανταποκριθώ σωστά και στις υπόλοιπες που αφορούν τις ανθρώπινες σχέσεις
μου, αφού και οι άνθρωποι είναι δημιουργημένοι κατ' εικόνα Θεού. Επίσης
αν είμαι ειλικρινής στις σχέσεις μου με τον Θεό, θα αναπτύξω μεγαλύτερη
εκτίμηση και για όλα όσα Εκείνος μου έχει δώσει ώστε να μην έχω ανάγκη
να ζηλέψω από τους άλλους.
Μέσω αυτής της
προσέγγισης στις Δέκα Εντολές, ανακαλύπτουμε το μάθημα ότι
καλλιεργώντας τη σχέση μας με τον Θεό στη σφαίρα της πίστης μας,
ύστερα, πιστοί σ' Εκείνον, θα μπορούμε να ελέγχουμε τα αισθήματα και το
λόγο μας, γεγονός που εν τέλει θα βοηθήσει και τις ενέργειές μας
απέναντι στους άλλους. Επίσης βελτιώνει τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις
μας για τον εαυτό μας, στοιχείο άκρως σημαντικό, διότι δεν μπορούμε να
σεβόμαστε και να αγαπούμε σωστά τους άλλους αν πρώτα δεν σεβόμαστε και
φροντίζουμε τους εαυτούς μας^ και μπορούμε να νοιαζόμαστε σωστά για τον
εαυτό μας, μόνο όταν αναγνωρίζουμε ότι δημιουργηθήκαμε για έναν σκοπό,
που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν έχουμε σχέση με τον Δημιουργό
μας. |
|
|
|
|