Αρχική σελίδα (HOME) Από τον εκδότη Επικοινωνία |
Γράψτε εδώ ό,τι θέλετε να ψάξετε από τον ΤΥΧΙΚΟ |
||||||
|
Πιο βαθιά στη Βίβλο -- Πιο κοντά στη ζωή . |
|
|||||
|
|||||||
![]() ![]() Αληθινή μετάνοια ![]() «Κατασφάξατε έμπροσθέν μου...» ![]() «Μνηστεύσομαί σε εμαυτώ...» ![]() «Θεός πάσης παρηγορίας» ![]() Μιμητές Του, αλλά σε τί; |
|
Λόγια και Έργα
Μιμητές Του, αλλά σε τί;
Ο απόστολος Παύλος έγραψε στους πιστούς της Κορίνθου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς και εγώ του Χριστού»
(Α΄ Κορ. 11/ια/1), αλλά τι σημαίνει αυτό; Μερικοί ευσεβείς άνθρωποι
έχουν την εντύπωση ότι πρέπει να μιμηθούν τον Χριστό στα λόγια, τις
πράξεις και τα παθήματά Του. Κάποιοι αποφασίζουν να νηστεύουν επί 40
ημέρες ή προχωρούν να ταλαιπωρήσουν το σώμα τους μέχρι και να
σταυρωθούν κυριολεκτικά σε σταυρό, όπως π.χ. κάποιοι Ρωμαιοκαθολικοί
στις Φιλιππίνες. Αλλά ήταν αυτό που είχε στο νου του ο Παύλος;
Το βέβαιο είναι ότι όλοι πρέπει να πιστεύουμε όπως ο απόστολος Παύλος, όπως εκείνος κατανοούσε και πίστευε στο Λόγο του Θεού. Έτσι αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με τα δικά μας έργα και προσπάθειες. Ο Θεός έδωσε το Νόμο για να καταλάβουμε ότι ως άνθρωποι ασθενείς δεν μπορούμε ν’ ανταποκριθούμε στις θείες απαιτήσεις, γι' αυτό και διαπράττουμε αμαρτίες σε όλη μας τη ζωή. Αν επρόκειτο λοιπόν να κριθούμε με το Νόμο του Θεού που είναι άγιος, οι άνθρωποι που γεννιόμαστε με έμφυτη την αμαρτία, έπρεπε να καταλήξουμε στον άδη σύμφωνα με το θείο δίκαιο που ορίζει ότι «ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος». Δεν υπάρχει δυνατότητα στον άνθρωπο να ζήσει ελεύθερος από την αμαρτία, όσο και αν προσπαθεί, επειδή η αμαρτία είναι δύναμη ανώτερη από αυτόν, τον πιέζει και τον καθιστά δέσμιο στις επιθυμίες της σάρκας του, που δεν είναι μόνο οι ταπεινές λάγνες επιθυμίες αλλά και όλες εκείνες οι αδυναμίες του εγωισμού, της περηφάνιας, της ζήλιας, του φθόνου και όλα όσα αναφέρονται στην Επιστολή προς Γαλάτας ως «έργα της σαρκός» (Γαλ. 5/ε/19-21). Αυτές οι επιθυμίες υποδουλώνουν τον άνθρωπο ώστε να ενεργεί και να πράττει αντίθετα ακόμη και από την πιο βαθιά του θέληση. Όλα τα παραπάνω ήταν καλώς γνωστά από δική του πείρα στον Παύλο, γι’ αυτό έγραψε: «Ευρίσκω τον νόμον τούτον ότι, ενώ εγώ θέλω να πράττω το καλόν, πάρεστιν εις εμέ το κακόν· διότι ηδύνομαι μεν εις τον νόμον του Θεού κατά τον εσωτερικόν άνθρωπον, βλέπω όμως εν τοις μέλεσί μου άλλον νόμον αντιμαχόμενον εις τον νόμον του νοός μου, και αιχμαλωτίζοντά με εις τον νόμον της αμαρτίας, τον όντα εν τοις μέλεσί μου. Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ· τις θέλει με ελευθερώσει από του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. 7/ζ/21-25). Συνεπώς, κάτι άλλο ήταν εκείνο στο οποίο ο Παύλος μας καλεί να τον μιμηθούμε, κι αυτό, νομίζουμε, βρίσκεται σε τούτα ακριβώς τα λόγια: «Εγώ διά του νόμου απέθανον εις τον νόμον, διά να ζήσω εις τον Θεόν». Απέναντι στο αδιέξοδο που προαναφέρθηκε, ο Παύλος κατέληξε πως ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει από αυτό το φαύλο κύκλο ήταν να ακολουθήσει την οδηγία του Χριστού, δηλαδή «να αρνηθεί τον εαυτό του» (Ματθ. 16/ις/24) και να σηκώσει τον σταυρό ταυτιζόμενος με το θάνατο του Κυρίου του. (Φιλ. 3/γ/10). Έτσι κι εμείς, παραμερίζοντας τον εαυτό μας, πρέπει να πάρουμε την απόφαση του θανάτου, ώστε να αφήσουμε να ζει μέσα μας ο Χριστός. Στέλνοντας τον Υιό Του στον κόσμο ο Θεός μάς εξαγόρασε από τη δουλεία της αμαρτίας, μας καθάρισε από όλες τις αμαρτίες μας και μας υιοθέτησε ως παιδιά Του. Αυτή είναι η μόνη αληθινή πίστη για την οποία ο Χριστός είπε: «Θέλετε γνωρίσει την αλήθειαν, και η αλήθεια θέλει σας ελευθερώσει» (Ιωάν. 8/η/32). Η αλήθεια του ευαγγελίου μας έχει ελευθερώσει και μας έχει κάνει παιδιά και λαό του Θεού, και πραγματικά ελεύθερους ανθρώπους. Έτσι έχουμε λάβει τη σωτηρία από όλες τις αμαρτίες μας, ανεξάρτητα από το πόσο ελλιπείς μπορεί να είμαστε ως χωμάτινα πλάσματα. Όπως ο Παύλος συχνά επαναλάμβανε, μόνο αν κάποιος έχει πεθάνει και αναστηθεί μαζί με τον Χριστό, μπορεί να ζήσει την ίδια πίστη. Όσο ζει ο παλαιός μας φυσικός άνθρωπος, όσο δηλαδή κινούμαστε και πράττουμε παρακινούμενοι από τις σκέψεις και τις αποφάσεις του εαυτού μας, στην πραγματικότητα όλα όσα κάνουμε δεν έχουν καμία σχέση με τον Ιησού Χριστό, ούτε κατευθύνονται από το Άγιο Πνεύμα ούτε έχουν καμία ευλογία . Ο απόστολος Παύλος μπορούσε να ομολογεί την εμπειρία του θανάτου που έλαβε μέσω του βαπτίσματός του στο νερό, που έγινε στο όνομα του Χριστού για να «απολουσθεί από των αμαρτιών του» (Πράξ. 22/κβ/16), και την ανάστασή του που επακολούθησε για να ζήσει πλέον μαζί με τον Κύριο σε μια νέα ζωή όπως τόσο ωραία εκθέτει στο 6 κεφάλαιο της Επιστολής προς Ρωμαίους: «Όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν. Συνετάφημεν λοιπόν μετ' αυτού διά του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα καθώς ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών διά της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς περιπατήσωμεν εις νέαν ζωήν» (Ρωμ. 6/ς/1-4). Πίστευε ο Παύλος στην ουσία του βαπτίσματος που έλαβε, όχι ως μια νεκρή τυπική πράξη, αλλά ως συνταύτηση της ζωής του μαζί με τον Χριστό στο θάνατο και τη ζωή, γι' αυτό μπορούσε να ζει και να γράφει: «Μετά του Χριστού συνεσταυρώθην· ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλ' ο Χριστός ζη εν εμοί· καθ' ο δε τώρα ζω εν σαρκί, ζω εν τη πίστει του Υιού του Θεού, όστις με ηγάπησε και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ εμού» (Γαλ. 2/β/20). Σήμερα πολλοί άνθρωποι επιχειρούν να υπηρετήσουν τον Θεό και να κηρύξουν το Λόγο Του. Δυστυχώς, όμως, τις περισσότερες φορές αυτό που κάνουν πηγάζει από τη διάθεση της καρδιάς τους και δεν είναι αποτέλεσμα της κλήσης του Θεού. Γι’ αυτό, αντί να κηρύξουν τον Λόγο του Θεού κηρύττουν δικά τους λόγια, ώστε τόσο οι ίδιοι που μιλούν όσο και εκείνοι που τους ακούν, δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να ακολουθούν διδασκαλίες και εντάλματα ανθρώπων. Είναι αλήθεια αυτό που αναφέρεται στη Βίβλο, ότι «με την καρδίαν πιστεύει τις προς δικαιοσύνην, και με το στόμα γίνεται ομολογία προς σωτηρίαν» (Ρωμ. 10/ι/10), όμως αυτή η ομολογία δεν είναι μόνο τυπικά και ανούσια λόγια. Επειδή ο Θεός είναι ο Θεός τής Αλήθειας, έτσι και όλα όσα λέμε και κάνουμε για τον Κύριο πρέπει να πηγάζουν από αληθινές καταστάσεις και πραγματικότητες της ζωής μας. Λάβαμε τη σωτηρία από όλες τις αμαρτίες μας, όταν πεθάναμε και αναστηθήκαμε μαζί με τον Χριστό για να γίνουμε υπηρέτες της δικαιοσύνης ενώπιον του Θεού με πίστη στο έργο που ο Κύριος Ιησούς επιτέλεσε για μας. Αν έχουμε σαφή αντίληψη αυτών των λόγων, δεν μπορούμε παρά να ζούμε την ζωή μας ως υπηρέτες της δικαιοσύνης του Θεού, και έτσι θα γίνουμε αποδέκτες της δόξας και τιμής στη Βασιλεία Του, όπως προ αιώνων υποσχέθηκε ο Θεός. Έχοντας χάσει τη σαρκική ζωή μας και έχοντας λάβει την νέα, αναστημένη ζωή του Χριστού, δεν θα πεθάνουμε στην αιωνιότητα αλλά θα μοιραζόμαστε τη δόξα και την τιμή μαζί με τον Χριστό. Ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς είπε: «Όστις εύρη την ζωήν αυτού θέλει απολέσει αυτήν, και όστις απολέση την ζωήν αυτού δι' εμέ θέλει ευρεί αυτήν» (Ματθ. 10/ι/39). Αυτό ήταν από την αρχή το σχέδιο του Θεού και ο σκοπός τής σωτηρίας μας, και ό,τι έχει υποσχεθεί ο Θεός θα γίνει ακριβώς έτσι. Η αγάπη του Θεού είναι δώρο Του^ η απελευθέρωσή μας από όλες τις αμαρτίες μας και η μετατροπή μας σε δίκαιους είναι δώρο Του. Η Βασιλεία του Θεού σ' εμάς είναι δώρο Του. Το ότι ζούμε στον κόσμο ως εργαλεία δικαιοσύνης, είναι δώρο Θεού. Όλες οι προμήθειες για το σώμα και το πνεύμα στις ζωές μας, είναι επίσης δώρα Του. Το ότι συμμετέχουμε στο έργο της διακήρυξης των αγαθών νέων (ευαγγέλιο) και της απελευθέρωσης άλλων συνανθρώπων μας από τις αμαρτίες τους, κι αυτό δώρο Θεού είναι. Τέλος, το ότι θα ζήσουμε στην αιωνιότητα, είναι δώρο του Θεού. Τα πάντα στη ζωή είναι δώρα του Θεού προς εμάς. Από τα πράγματα που έχουμε λάβει, ποιο δεν είναι δώρο Του; Αλλά το μεγαλύτερο δώρο είναι ότι ο Θεός μάς έχει υιοθετήσει ως παιδιά Του, μας έκανε υπηρέτες της δικαιοσύνης Του και υποσχέθηκε να μοιραστεί μαζί μας τη δόξα και την τιμή στο προσεχές μέλλον – όλα αυτά μόνο επειδή ο Θεός μάς αγαπά. Ας μην αμελήσουμε, λοιπόν, ποτέ την αγάπη του Θεού και το δώρο τής σωτηρίας που πληρώθηκε τόσο ακριβά με τη θυσία του Ιησού Χριστού στο Γολγοθά, ούτε να αδιαφορήσουμε για την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, γιατί όλα αυτά απαρτίζουν το αληθινό Ευαγγέλιο. Είναι αδύνατο να ζήσουμε όπως έζησε ο Χριστός, επειδή Εκείνος ήρθε στον κόσμο με ειδική αποστολή και εφόδια. Ο Ιωάννης έγραψε σχετικά: «Εκείνος, τον οποίον απέστειλεν ο Θεός, τους λόγους του Θεού λαλεί· επειδή ο Θεός δεν δίδει εις αυτόν το Πνεύμα με μέτρον» (Ιωάν. 3/γ/34). Εκείνος επίσης έζησε χωρίς αμαρτία και νίκησε τον Διάβολο σε κάθε προσπάθεια που έκανε για να Τον παρασύρει σε ανυπακοή προς τον Θεό, γι’ αυτό και μπορούσε να πει: «Τις από σας με ελέγχει περί αμαρτίας;» (Ιωάν. 8/η/46), ενώ εμείς, αντίθετα, μπορούμε μόνο να επαναλάβουμε το λόγο του Δαβίδ: «Ιδού, συνελήφθην εν ανομία, και εν αμαρτία με εγέννησεν η μήτηρ μου» (Ψαλμ. 51/να/5). Ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσε τους ακόλουθούς Του ότι «χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν» (Ιωάν. 15/ιε/5). Το μόνο στο οποίο μπορούμε να μιμηθούμε τον Χριστό, λοιπόν, είναι να αρνηθούμε τον εαυτό μας, να λάβουμε τη θέση του δούλου και να πράττουμε πιστά το θέλημα του Θεού (Φιλ. 2/β/7). Για να μπορέσει να γίνει αυτό στη ζωή μας, πρέπει να κατανοήσουμε και να αποφασίσουμε ότι χωρίς Εκείνον δεν ήμαστε άξιοι να κάνουμε το θέλημα του Θεού. Με άλλα λόγια πρέπει να θεωρήσουμε τον εαυτό μας νεκρό, και να διαθέσουμε τα μέλη μας και όλο το είναι μας σ' Εκείνον, για να κάνει μέσω ημών όσα έχει αποφασίσει και όσα θέλει. | |