![]() |
|
||||
Πιο
βαθιά
στη Βίβλο - Πιο κοντά στη ζωή |
Αρχική
σελίδα (HOME) |
Από τον εκδότη |
Έγραψαν για μας |
Επικοινωνία |
Τα λέγαμε αλλά ποιος άκουγε;
![]() Σε νεοκλασικό κτίριο της περιοχής είχε στήσει τη Σχολή του (Ε.Ι.Β.) ευγενικός Κερκυραίος, όπου έδειχνε αγάπη και στοργή σε πολλά “υιοθετημένα” νεαρά άτομα, κι εκείνα «θείο» τον ανέβαζαν, «θείο» τον κατέβαζαν, και γύρω του μεγάλωσαν με την πολλή υπομονή του Κερκυραίου νοικοκύρη και της συμβίας του. Κοντά τους έμενε κι ένας Εβραίος —Ιωσήφ Βεντούρα τον έλεγαν— που, επειδή είχε γίνει χριστιανός, τον είχαν απαρνηθεί οι δικοί του. Βρήκε κι αυτός κοντά τους καταφύγιο, και ανταπέδιδε τη φιλοξενία ασχολούμενος κατά κάποιο τρόπο ως οικονόμος και φύλακας... Γρήγορα τα “ανίψια” αντρώθηκαν, μεγάλωσαν και έγιναν σπουδαία πρόσωπα στην κοινωνία (επιστήμονες, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, επαγγελματίες, έμποροι, μερικοί συγγραφείς και ποιητές κ.λπ.), με λίγα λόγια άξια να καμαρώνει ο «θείος» τους... Καθώς όμως η ζωή δεν είναι παντοτινή, κάποτε ο Κερκυραίος νοικοκύρης άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο για τον άλλο, όπου η καρδιά του είχε από χρόνια απλώσει τις ρίζες της και στον τάφο του, σύμφωνα με παραγγελία του ίδιου, έγραψαν: «Δεν είν’ το μνήμα του χαμού, κι ας βγάζει επάνω χόρτα, είναι μια σκάλα τ’ ουρανού, με χωματένια πόρτα». Τότε, όπως συμβαίνει «και στις καλύτερες οικογένειες», που λέει ο λόγος και επιβεβαιώνει η πείρα της ζωής, τα «ανίψια» επιδόθηκαν σε σκληρή κληρονομική διαμάχη, όπου η προηγούμενη “αδελφοσύνη” γρήγορα μεταβλήθηκε σε σκληρή αντιπαλότητα. Ως αποτέλεσμα το ένα μετά το άλλο κάποια «ανίψια» αποσύρθηκαν, απομακρύνθηκαν και έφτιαξαν δικά τους “σπιτικά”, (άλλα στα προάστια της Αθήνας και άλλα στην επαρχία ή το εξωτερικό – Σικάγο, Καναδά, Αυστραλία και Γερμανία). Κάποια τέλος συσπειρώθηκαν γύρω από ένα, ίσως το “ψηλότερο” στο μπόι και πλέον επιτήδειο, (όχι κατ’ ανάγκη το καλύτερο και πλουσιότερο σε ψυχικές αρετές) που κατάφερε να απομείνει πλέον ο “κυρίαρχος” στο νεοκλασικό της πρωτεύουσας. (Βλέπε φωτό). Με το χρόνο και άλλοι εγκατέλειψαν τα μάταια εγκόσμια, όπως και ο Ιωσήφ που κοιμήθηκε με την ελπίδα της πόλης που ονειρεύτηκε «το πάτερ Αβραάμ». Το νεοκλασικό γερνούσε κι εκείνο με τη σειρά του, ενώ κάποιοι σεισμοί που ακολούθησαν –κυριολεκτικοί και αλληγορικοί— προκάλεσαν σοβαρές ζημιές που απαιτούσαν άμεση επισκευή και στο κτίριο και στην “ιδέα”. ![]() Ατυχώς η εξωτερική “αναπαλαίωση” (περίεργος όσο κι ανόητος τούτος ο νεοελληνικός όρος) δεν βοήθησε στην ουσιαστική γιατρειά του “οικοδομήματος” –που κυρίως ηθική και πνευματική ήταν η αρρώστια του– γι’ αυτό και όταν η εξωτερική όψη αποκαταστάθηκε κι οι λειτουργίες στο αρχοντικό άρχισαν και πάλι, τα “υπόγεια” μάζευαν μούχλα και το αποχετευτικό όλο και χειροτέρευε. Κάποιοι που αισθάνονταν πλέον τη δυσοσμία, μιλούσαν για κατακράτηση λυμάτων που κανονικά έπρεπε να απομακρύνονται τάχιστα, όμως ο νέος αφέντης δεν καταλάβαινε ή δεν ήθελε να παραδεχτεί πως λάθος είχε κάνει τις όποιες επισκευές του. Μη μπορώντας ν’ ανεχτούν τη νοσηρή και μολυσματική κατάσταση, μερικοί προτίμησαν να φύγουν σ’ άλλες γειτονιές, όμως άλλοι –κάποιοι απ’ αυτούς νεότεροι– συσπειρώθηκαν γύρω από τον νέο “αφέντη” και έμεναν πλάι του και τον καλόπιαναν –όπως συνήθως συμβαίνει με τους κόλακες και τους επίδοξους “διαδόχους”– προσβλέποντας στο γρήγορο θάνατό του και με την ελπίδα να τον κληρονομήσουν, κάτι που δυστυχώς γι’ αυτούς άργησε πολύ να συμβεί... «Το μοναστήρι να είναι καλά και καλόγεροι θα βρεθούν», λέει μια παροιμία, κι αυτό έγινε εδώ. Μπορεί η οικογένεια να αραίωσε αριθμητικά με τον καιρό, όμως η ζωή συνέχισε με τους λίγους, που δεν τους ενοχλούσε η βρομιά κι η δυσωδία – όλα συνηθίζονται κάποτε. Τους αρκούσε να αισθάνονται ότι ορίζουν εκείνοι το νεοκλασικό και την περιουσία που με τον καιρό είχε συγκεντρωθεί γύρω από αυτό (κληροδοτήματα, δωρεές κ.λπ.). Μα όλα έχουν ένα όριο και τα κρυφά κάποτε αναγκάζονται να έρθουν στο φως εκ των πραγμάτων. Έτσι κι εδώ, τα φρεάτια και οι οχετοί άνοιξαν, τα βρομόνερα ξεχείλισαν, οι κατσαρίδες κάνουν πια βόλτες και τα ποντίκια χορεύουν, τώρα μάλιστα που δεν υπάρχουν πια στην αυλή του νεοκλασικού οι γάτες του Ιωσήφ Βεντούρα για να τα κυνηγήσουν... Τη συνέχεια θα τη δούμε «επί της οθόνης», όπως έγραφαν παλιά τα προγράμματα των κινηματογράφων... Δυστυχώς, όμως, το έργο δεν πρόκειται να είναι ηρωικό – μάλλον προς φαρσοκωμωδία ή δράμα εξελίσσεται, όπως δεν θα έπρεπε. Οψόμεθα! Το ταπεινό τούτο έντυπο, 25 χρόνια τώρα, φωνάζει και καταγγέλλει την κακή αυτή κατάσταση, εξασφαλίζοντας για τούτο επίσημη κατασυκοφάντηση (έγγραφο με αρ. πρωτ. 44/13-6-98). Όσο κι αν προσπάθησαν να το φιμώσουν και να το λασπώσουν, αυτό έλεγε πάντα την αλήθεια, μόνο την αλήθεια, την θλιβερή αλήθεια... και δικαιώθηκε εκ των πραγμάτων. Ο Χριστός προειδοποίησε πως «δεν είναι ουδέν κεκαλυμμένον, το οποίον δεν θέλει ανακαλυφθή, και κρυπτόν, το οποίον δεν θέλει γνωρισθή· όθεν όσα είπετε εν τω σκότει εν τω φωτί θέλουσιν ακουσθή, και ό,τι ελαλήσατε προς το ωτίον εν τοις ταμείοις θέλει κηρυχθή επί των δωμάτων» (Λουκ. 12/ιβ/2-3). Άσχημο τέλος για μια ωραία αρχή, θα πει κάποιος. Όμως ποτέ δεν είναι αργά για φυτείες που ο Πατήρ εφύτευσε (Ματθ. 15/ιε/13). Είθε κάποιοι ν’ ακούσουν επιτέλους την προειδοποίηση: «Ενθυμού πόθεν εξέπεσες και μετανόησον και κάμε τα πρώτα έργα· ει δε μη, έρχομαι προς σε ταχέως και θέλω κινήσει την λυχνίαν σου εκ του τόπου αυτής, εάν δεν μετανοήσης» (Αποκ. 2/β/5). | |
|
||||
ΑΡΧΕΙΟ ΤΕΥΧΩΝ
ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ |