Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

Ξέρεις ποιος είμαι ΕΓΩ;

  «Τις μαθητής...»

Ύστερα από όσα εκτέθηκαν στο προηγούμενο άρθρο, τίθεται το ερώτημα: –Ακολούθησαν το παράδειγμα της ταπεινής υπηρεσίας οι μετέπειτα χριστιανοί; Σε τούτο το άρθρο παρακολουθούμε δύο σημαντικές περιπτώσεις.   


1. Ανανίας

Πριν γίνει χριστιανός ο τότε Σαύλος πήγαινε στη Δαμασκό με σκοπό να συλλάβει τους εκεί χριστιανούς και να τους οδηγήσει δεμένους στα Ιεροσόλυμα, στους αρχιερείς των Ιουδαίων. Όταν στο δρόμο του φανερώθηκε ο Χριστός, ανάμεσα σ’ εκείνα που του είπε ήταν: «Είσελθε εις την πόλιν, και θέλει σοι λαληθή τι πρέπει να κάμης» (Πράξ. 9/θ/1), πράγμα που έκανε και φιλοξενούμενος στο σπίτι κάποιου Ιούδα στην Ευθεία οδό, περίμενε τι μήνυμα θα άκουγε. 

Πριν όμως γίνει αυτό, ο Κύριος χρειάστηκε ν’ απευθυνθεί σε έναν άλλο άνθρωπο, για τον οποίο ο ιερός συγγραφέας γράφει: «Ήτο δε τις μαθητής εν Δαμασκώ Ανανίας ονομαζόμενος»(εδ. 10). Σ’ αυτόν τον αδελφό μας φανερώθηκε ο Κύριος με όραμα και τον πρόσταξε να συναντήσει τον Σαύλο, να του θεραπεύσει την προσωρινή τύφλωση και να τον βαφτίσει. Αξίζει, λοιπόν, να δούμε ποιος ήταν αυτός ο Ανανίας.

Χωρίς αμφιβολία, εμείς αν είχαμε να διαλέξουμε κάποιον για να του αναθέσουμε ένα τέτοιο έργο, θα ψάχναμε να βρούμε τον πιο κατατοπισμένο, τον πιο ετοιμόλογο, τον πιο εντυπωσιακό από ανάμεσά μας, κάποιον που θα μπορούσε να "αντιμετωπίσει" αυτό τον πριν από λίγο εχθρό μας για να τον προσεταιριστεί. Όμως, εντελώς αντίθετα από όλα αυτά, ο Κύριος διαλέγει έναν άνθρωπο που μπορεί να περιγραφεί με δύο μόνο λέξεις: «Τις μαθητής», δηλαδή κάποιος μαθητής, ένας από τους πολλούς, ίσως ένας άσημος μεταξύ των πολλών. Ούτε πρεσβύτερος, ούτε επίσκοπος, ούτε κάτι τι άλλο αξιόλογο. Μόλις που μας δίνει το όνομά του –Ανανίας– και πλέον αυτού ουδέν.[1]

Ο Ανανίας, λοιπόν, που ήταν πράγματι «τις μαθητής», δηλαδή ένας από όλους και χωρίς ξεχωριστές ιδιότητες, αποκρίθηκε στον Κύριο: «Κύριε, ήκουσα από πολλών περί του ανδρός τούτου, όσα κακά έπραξεν εις τους αγίους σου εν Ιερουσαλήμ· και εδώ έχει εξουσίαν παρά των αρχιερέων να δέση πάντας τους επικαλουμένους το όνομά σου» (εδ. 13-14). Με άλλα λόγια ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το μέγεθος του έργου και τους κινδύνους που περιλαμβάνει, κι αρχίζει να εξηγεί τις επιφυλάξεις του. –Πού με στέλνεις Κύριε; Ξέρεις τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Σε τι κίνδυνο με βάζεις; Αλλά ο Κύριος επιμένει απλά και συγκεκριμένα. –Πήγαινε, επειδή εγώ τον έχω διαλέξει να είναι χρήσιμο δικό μου σκεύος.

Ως αποτέλεσμα, στο χωρίο 17 έχουμε την υπακοή του πιστού ανθρώπου: «Υπήγε δε ο Ανανίας και εισήλθεν εις την οικίαν». Ο Θεός δεν τον κατέκρινε επειδή έβλεπε την γήινη διάσταση των πραγμάτων. Ούτε τον περιφρόνησε, επειδή προς στιγμή δίστασε. Αντίθετα επέμεινε στην επιλογή Του επειδή, όπως είναι προφανές, ο Κύριος ήξερε ΠΟΙΟΝ διάλεξε για να κάνει αυτό το έργο. Στα δικά Του μάτια ο Ανανίας ήταν ο καταλληλότερος από όλους τους χριστιανούς στη Δαμασκό και όπως αποδείχθηκε εντελώς υπάκουος. Ως αποτέλεσμα, όπως διαβάσαμε, «Υπήγε δε ο Ανανίας και εισήλθεν εις την οικίαν».

Αυτά είναι όλα κι όλα που γνωρίζουμε για την ταυτότητα του Ανανία από τις Γραφές. Δεν γνωρίζουμε π.χ. αν ήταν παντρεμένος ή είχε παιδιά, αν είχε κάποιο διακόνημα στην Εκκλησία, ποια ήταν η μετέπειτα ζωή του. Μια στιγμιαία εικόνα, ένας πιστός που ανθρωπίνως δεν φαίνεται να ήταν τίποτε αξιόλογο, αφού και ο Λουκάς τον περιγράφει τόσο απλά, «τις μαθητής», άνθρωπος όμως έτοιμος να ακούσει τον Κύριο και ΥΠΗΓΕ, βάζοντας στην άκρη τους φόβους, τις επιφυλάξεις και όλα του τα λογικά επιχειρήματα, και διέθεσε στον Θεό τον εαυτό του, ακόμη και την σωματική του ακεραιότητα, για να εκτελέσει το θείο θέλημα. Στο σημείο αυτό η ιστορία θυμίζει τον απόστολο Θωμά, που σε μια επικίνδυνη φάση της ζωής του Κυρίου, είπε: «Ας υπάγωμεν και ημείς, διά να αποθάνωμεν μετ’ αυτού» (Ιωάν. 11/ια/16). Αλλά από αυτή την ταπεινή διακονία του Ανανία, που επαναλαμβάνουμε ήταν «τις μαθητής», δηλαδή ένας όπως εσείς κι εγώ, καρποφορήθηκε ο απόστολος Παύλος.

Τι έκανε ο Ανανίας για να πετύχει στο έργο του; «Εισήλθεν εις την οικίαν, και επιθέσας επ’ αυτόν τας χείρας είπε· Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος με απέστειλεν, ο Ιησούς όστις εφάνη εις σε εν τη οδώ καθ’ ην ήρχου, διά να αναβλέψης και να πλησθής Πνεύματος Αγίου» (εδ. 17). Αυτά τα λίγα και απλά, και μάλιστα τόσο περίεργα σύμφωνα με τους κανόνες της δικής μας ευγένειας... Χτύπησε την πόρτα σ’ ένα ξένο σπίτι, ζήτησε έναν ξένο άνθρωπο, άπλωσε τα χέρια επάνω του και είπε ότι τον έστειλε ο Ιησούς για να τον θεραπεύσει από την τύφλωση και να γεμίσει με Άγιο Πνεύμα. Αυτή ήταν όλη η μεθοδολογία του Ανανία. Όλο του το ιεραποστολικό στρατηγικό σχέδιο. Όλα τα μέσα και τα κεφάλαια που είχε στη διάθεσή του.

Πόσο φτωχός ήταν ο Ανανίας απέναντι στις σημερινές ιεραποστολικές δράσεις και οργανώσεις. Ούτε αεροπλάνα, ούτε τηλεοπτικά δίκτυα, ούτε εκδοτικούς κολοσσούς, ούτε χιλιάδες οικονομικούς υποστηρικτές. Τίποτα από αυτά! Όμως ο Ανανίας είχε ΕΠΑΦΗ με τον Κύριο και ΥΠΑΚΟΗ στον Κύριο. Γι’ αυτό και το δικό του εγχείρημα συνοδεύτηκε από δύο σημαντικά στοιχεία: (1) «Και ευθύς έπεσον από των οφθαλμών αυτού ως λέπη, και ανέβλεψεν ευθύς» και (2) ο Σαύλος «σηκωθείς εβαπτίσθη» (εδ. 18).

Από μια ομιλία του Παύλου (Πράξ. 22/κβ/1-30) μαθαίνουμε λίγα ακόμη στοιχεία, που δεν είναι διόλου ασήμαντα, επειδή ο Παύλος περιγράφει τον Ανανία με επιπλέον λεπτομέρειες: «Ανανίας δε τις, άνθρωπος ευσεβής κατά τον νόμον, μαρτυρούμενος υπό πάντων των εκεί κατοικούντων Ιουδαίων, ήλθε προς εμέ»(εδ. 12-13). Εδώ λοιπόν μαθαίνουμε πως αυτός ο άνθρωπος, που εδώ αναφέρεται ως «Ανανίας τις», δεν ήταν πρόσωπο αδιάφορο αλλά «άνθρωπος ευσεβής κατά τον νόμον, μαρτυρούμενος υπό πάντων των εκεί κατοικούντων Ιουδαίων».

Ο Ανανίας δεν ήταν σαν τους χλιαρούς χριστιανούς του 21ου αιώνα, που νομίζουν ότι ζώντας κάτω από την "οικονομία της χάρης", μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Ανανίας ήταν από εκείνους τους αρχαίους πιστούς που ήταν ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ, σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχουν καλή μαρτυρία από όλους τους Ιουδαίους. Παρ’ όλο που είχε γίνει στο μεταξύ χριστιανός, η καλή του μαρτυρία στους γύρω δεν είχε αλλάξει. Τον γνώριζαν ότι ήταν άνθρωπος ευσεβής και άνθρωπος που σεβόταν το νόμο του Θεού. Κι αυτό δεν μπορούσαν να του το αρνηθούν!

Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορούσε να κάνει τα μέγιστα για τον Θεό. Μπορούσε να μιλήσει για τον Χριστό στον φανατικό Σαύλο. Και επίσης μπορούσε να βάλει τα χέρια στα μάτια του τυφλωμένου ραβίνου και να τον θεραπεύσει. Όχι βέβαια αυτός από μόνος του αλλά μαζί με τον Κύριο την εντολή του Οποίου εκτελούσε.

Έτσι απλά πλησίασε ο Ανανίας τον Σαύλο με την εξουσία που του έδινε η αποστολή που είχε λάβει από τον Κύριο. Δεν ήταν πολυλογάς ο Ανανίας. Δεν προσπάθησε να μεταπείσει τον Σαύλο, ούτε να ανατρέψει τις λανθασμένες ιδέες του φαρισαϊκού συστήματος μέσα στο οποίο είχε ανατραφεί, ούτε να τον κατηγορήσει για τις όποιες αταξίες της ζωής του. Όλα αυτά τα είχε κάνει ήδη ο Κύριος μέσα στην καρδιά του ραβίνου.

Και είναι για τούτο που αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει με όλους εκείνους που προσπαθούν σήμερα να κηρύξουν Χριστό στους ανθρώπους, χρησιμοποιώντας διάφορα κοσμικά μέσα και συστήματα, λόγια εντυπωσιασμού και κοσμικές μεθόδους μάρκετιγκ και ψυχολογικού επηρεασμού, χωρίς καμία ουσιαστική επιτυχία και ανταπόκριση.

Ο Ανανίας είχε ένα μοναδικό "μπιλιετάκι" στην τσέπη του. «Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος με απέστειλεν, ο Ιησούς όστις εφάνη εις σε εν τη οδώ καθ’ ην ήρχου». Αν και ο Ανανίας ήταν τότε ξένος στον Σαούλ, δεν ήταν πλέον ξένος ο Ιησούς που τον είχε συναντήσει στον δρόμο που βάδιζε. Και είναι τούτο, νομίζουμε, το μυστικό της επιτυχίας –όταν υπάρχει– και της αποτυχίας –όταν δεν υπάρχει–, ότι δηλαδή οι περισσότεροι κήρυκες σήμερα ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ αυτή την άμεση αποστολή. Πυροβολούν αδέσποτα στον αέρα, μήπως και χτυπήσουν κάποιο περαστικό πουλάκι. Αντίθετα οι άνθρωποι του Θεού στις σελίδες των Γραφών, πήγαιναν σταλμένοι και συστημένοι στους ανθρώπους εκ των προτέρων από τον Θεό.

Γιατί να ακούσει εσένα και εμένα ο γείτονας ή ο συνάδελφος ή ο συμμαθητής στο σχολείο και ο σύντροφός σου στον στρατό, όταν δεν έχει ειδοποιηθεί προηγούμενα από τον Θεό; Όταν δεν βλέπει στη ζωή σου εκείνη τη διαφορά που θα τον κάνει ΝΑ ΔΙΨΑΣΕΙ για την αληθινή ζωή που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει μέσα σου και να ΑΝΑΒΛΥΖΕΙ προς τα έξω, όπως υποσχέθηκε ο Χριστός; Εκείνος εξήγησε στη Σαμαρείτισσα για το νερό της ζωής: «όστις πίη εκ του ύδατος, το οποίον εγώ θέλω δώσει εις αυτόν, δεν θέλει διψήσει εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ, το οποίον θέλω δώσει εις αυτόν, θέλει γείνει εν αυτώ πηγή ύδατος αναβλύζοντος εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 4/δ/14). Υπάρχει αυτό το νερό στη ζωή μας; Θα ήταν τιμιώτερο να πούμε πως ΟΧΙ^ τουλάχιστον όχι σε τέτοιο βαθμό που να αναβλύζει και ποτίζει τους γύρω.

Ο απλός κατά τα λοιπά χριστιανός Ανανίας, έλαβε αποστολή από τον Χριστό να κάνει δυο τρία συγκεκριμένα πράγματα, και είναι γεγονός ότι προχωρώντας να εκτελέσει αυτά που του ζήτησε ο Κύριος, αυτά έγιναν! Βρήκε το συγκεκριμένο σπίτι και τον συγκεκριμένο άνθρωπο, του μίλησε, τον ακούμπησε με τα χέρια του και ο άνθρωπος βρήκε ξανά το φως του. Ύστερα τον πρόσταξε να βαπτιστεί και ο Σαύλος, ο Φαρισαίος ραβίνος, «σηκωθείς εβαπτίσθη» και μάλιστα πριν προλάβει να φάει ύστερα από τριών ημερών αφαγία. Καμία επιφύλαξη εκ μέρους του Σαύλου^ όσα άκουγε από το στόμα του Ανανία ήταν γι’ αυτόν σαν να μιλούσε ο ίδιος ο Ιησούς, γι’ αυτό και ό,τι του λέει το κάνει.

Ο Σαύλος ρώτησε τον Ιησού «Κύριε, τι θέλεις να κάμω;» και τώρα λαβαίνει τις οδηγίες που ζήτησε. Γι’ αυτό και πρόθυμα ανταποκρίνεται σ’ αυτές. Ο Ανανίας ήταν «τις μαθητής», χωρίς ιδιαίτερα άμφια, χωρίς ποιμαντική ράβδο, χωρίς τιμητική συνοδεία, όμως αυτός ήταν ο άνθρωπος που στη συγκεκριμένη στιγμή είχε την οδηγία και τις εντολές του Θεού. Ήταν εκείνη η ώρα που για πρώτη φορά ο Σαύλος παραμέρισε όλα του τα προσόντα –που αργότερα τα ονόμασε «σκύβαλα»– καθώς ταπεινώθηκε μπροστά σ’ αυτό τον άγνωστο μαθητή ώστε να λάβει όσα ο Κύριος του είχε υποσχεθεί.

Ο ρόλος του αφανούς αυτού μαθητή ήταν τόσο σπουδαίος και σημαντικός που ίσως καθένας από μας θα έπρεπε σήμερα να "ζηλεύει". Εκείνο που αξίζει στο πρόσωπο του Ανανία είναι ότι ακριβώς τη στιγμή που ο Κύριος τον χρειάστηκε, ο Ανανίας ήταν εκεί, και όταν ο Κύριος τον έστειλε να κάνει κάτι, ο Ανανίας ήταν έτοιμος και υπάκουος να εκτελέσει αυτό που του ζητήθηκε.

Έκτοτε ο Ανανίας χάνεται από το προσκήνιο –δεν αναφέρεται πουθενά αλλού στις Γραφές– ούτε τα συναξάρια, αν και σε μεγάλο μέρος φανταστικά, έχουν πολλά να πουν γι’ αυτόν.[2] Δεν διεκδίκησε κανένα τίτλο, δεν καυχήθηκε επειδή ήταν αυτός που βάπτισε τον Σαύλο και έτσι αναδέχτηκε τον μετέπειτα Απόστολο στους κόλπους της Εκκλησίας. Όμως ο Θεός δεν είναι άδικος για να ξεχνάει το έργο κανενός από τους πιστούς του. Ο Ανανίας δεν είχε διαβάσει στις μέρες του το λόγο της προς τους Κορίνθιους, που λέει: «Γίνεσθε στερεοί, αμετακίνητοι, περισσεύοντες πάντοτε εις το έργον του Κυρίου, γινώσκοντες ότι ο κόπος σας δεν είναι μάταιος εν Κυρίω» (Α~ Κορ. 15/ιε/58). Όμως με την υποταγή του έμεινε στερεός κι αμετακίνητος στην πίστη του Ιησού, έκανε σωστά το έργο του Κυρίου και ασφαλώς θα μπορούσε κι αυτός να πει μαζί με τον Παύλο: «Του λοιπού μένει εις εμέ ο της δικαιοσύνης στέφανος, τον οποίον ο Κύριος θέλει μοι αποδώσει εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής, και ου μόνον εις εμέ, αλλά και εις πάντας όσοι επιποθούσι την επιφάνειαν αυτού» (Β~ Τιμ. 4/δ/8).


2. Τιμόθεος

Ένα ακόμη πρόσωπο που ταιριάζει στη συζήτησή μας, είναι ο Τιμόθεος. Στις Πράξεις πάλι διαβάζουμε: «[Ο Παύλος] κατήντησε εις Δέρβην και Λύστραν. Και ιδού, ήτο εκεί μαθητής τις ονόματι Τιμόθεος, υιός γυναικός τινός Ιουδαίας πιστής, πατρός δε Έλληνος» (Πράξ. 16/ις/1). Ο προσδιορισμός «Έλλην» εδώ μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: (1) άτομο ελληνικής καταγωγής και (2) τον ειδωλολάτρη ασχέτως εθνικότητας (Ρωμ. 1/α/16). Τι από τα δύο ήταν ο πατέρας του Τιμόθεου δεν το ξέρει κανείς. Σίγουρα όμως ο πατέρας του δεν ήταν χριστιανός εκείνη την εποχή, επειδή το Ευαγγέλιο του Χριστού ο Τιμόθεος δεν το διδάχτηκε από τον πατέρα του –όπως θα ήταν φυσικό αν εκείνος ήταν πιστός– αλλά από τη μητέρα του και από τη γιαγιά του (Β~ Τιμ. 1/α/5, 3/γ/15). 

Αυτό λοιπόν το νεαρό άτομο περιγράφεται επίσης ως «μαθητής τις», κάποιος μαθητής, ένας από τους πολλούς και μάλιστα που οι κληρονομικές ρίζες του δεν ήταν μεταξύ των πιστών, αφού ο πατέρας του δεν ήταν χριστιανός. Αλλά αυτό το παιδί έγινε πολύτιμο εργαλείο στα χέρια του Θεού, ένας πολύτιμος βοηθός στο έργο του Παύλου, ένας άνθρωπος που υπηρέτησε την εκκλησία σε διάφορες αρμοδιότητες, και ως σύντροφος του Παύλου και για κάποιο διάστημα ως απεσταλμένος του στην εκκλησία της Εφέσου (Α~ Τιμ. 1/α/3).

Έτσι ξεκίνησε ο Τιμόθεος, ως «μαθητής τις» που μάλιστα ο πατέρας του μάλλον ήταν ειδωλολάτρης. Και αν ρωτούσε κάποιος: –Δεν υπήρχε άραγε άλλος, που ο πατέρας του να είναι πιστός, για να λάβει τη θέση αυτή; Δεν μετράει έτσι ο Θεός.[3] Ο Θεός βλέπει έναν νεανία, έναν μαθητή, που είχε πιστέψει στον Χριστό και, παρ’ όλο που ο πατέρας του ήταν ίσως ειδωλολάτρης, είχε παράλληλα ένα πλεονέκτημα, ότι είχε ΚΑΛΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Και το αρνητικό στοιχείο της γενεαλογίας του ξεθώριασε μπροστά στο γεγονός της καλής του μαρτυρίας,[1] κι αυτόν τον μαθητή, διάλεξε ο Παύλος να παραλάβει μαζί του, έστω και αν αναγκάστηκε, να υποβάλει το νεαρό Τιμόθεο σε περιτομή, πράγμα που συνήθως δεν έκανε (Πράξ. 16/ις/3), προκειμένου να καμφθεί η αντίρρηση κάποιων φανατικών. Σ’ αυτόν ο Παύλος απηύθυνε τις δύο Επιστολές της Καινής Διαθήκης που φέρουν το όνομά του, μέσα από τις οποίες διαβάζουμε και διδασκόμαστε, κι ήταν ο άνθρωπος για τον οποίο δεν δίστασε να γράψει πως ήταν όχι μόνο τέκνο του αγαπητό αλλά και ομόψυχος συνεργός του και μαζί του να υπογράφει πολλές από τις Επιστολές του.


Συμπεράσματα


Εμείς ποιοι είμαστε; Μήπως νομίζουμε πως είμαστε μεγάλοι και τρανοί; Στη ζυγαριά του Θεού δεν μετράει η γνώμη των ανθρώπων. Αν θέλουμε να είμαστε (πιο σωστά να γίνουμε) μεγάλοι, χρειάζεται να περάσουμε από το σχολείο που πέρασε ο Μωυσής που ενώ ανθρωπίνως ήταν πραγματικά μεγάλη προσωπικότητα, αναθρεμμένος στο παλάτι του Φαραώ και διδαγμένος «πάσαν την σοφίαν των Αιγυπτίων και ήτο δυνατός εν λόγοις και εν έργοις» (Πράξ. 7/ζ/22), όμως χρειάστηκε να "μετεκπαιδευθεί" επί 40 χρόνια στη σιωπή της ερήμου μαζί με τα γιδοπρόβατα για να γίνει κατάλληλο εργαλείο του Θεού.

Από όλους τους Εβραίους μέσα στην Αίγυπτο χωρίς αμφιβολία ο Μωυσής υπερείχε από κάθε άποψη και ήταν ο καταλληλότερος για ηγέτης. Όμως ο Θεός δεν μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει έτσι όπως ήταν. Έπρεπε πρώτα να φτάσει στο σημείο να λέει: «Τις είμαι εγώ, διά να υπάγω ... εγώ δεν είμαι εύλαλος ... αλλ’ είμαι βραδύστομος και βραδύγλωσσος^ ... απόστειλον όντινα έχεις να αποστείλης» (Εξοδ. 3/γ/11, 4/δ/10-13). Όταν, λοιπόν, ο Μωυσής δεν σκεφτόταν πια όσα έμαθε όντας «υιός της θυγατρός του Φαραώ» κσι έβλεπε στον εαυτό του έναν 80χρονο τσομπάνο που μύριζε τραγίλα και είχε ξεχάσει να μιλάει, τότε έγινε κατάλληλος για το έργο που τον προόριζε ο Θεός.

«Μαθητής τις» ο Τιμόθεος, το ίδιο και ο Ανανίας. Ούτε δάσκαλοι ούτε καθηγητές, ούτε προϊστάμενοι ούτε ηγέτες – λέξεις που ατυχώς αγαπούν τόσο πολύ σήμερα εκείνοι που ασχολούνται με τα εκκλησιαστικά, ενώ δεν αρέσουν διόλου στον Κύριο της Εκκλησίας (Ματθ. 23/κγ/8).

Για να χρησιμοποιήσει κι εμάς ο Θεός, πρέπει να φτάσουμε να λέμε (όχι τυπικά αλλά ουσιαστικά) –Ποιος είμαι εγώ, Κύριε; Τι είμαι εγώ; Τότε συμβαίνει αυτό που έζησε και ο Παύλος: «Με άκραν λοιπόν ευχαρίστησιν θέλω καυχηθή μάλλον εις τας αδυναμίας μου, διά να κατοικήση εν εμοί η δύναμις του Χριστού» (Β~ Κορ. 12/ιβ/9). Και όσο μικραίνω εγώ τόσο περισσότερο μεγάλος μπορεί να φαίνεται ο Κύριος ή, όπως το είπε ο Βαπτιστής Ιωάννης, «Εκείνος πρέπει να αυξάνη, εγώ δε να ελαττόνωμαι» (Ιωάν. 3/γ/30).

Όσο ζει ο εαυτός μας, το εγώ μας, η μεγάλη ιδέα που έχουμε για μας, μπορεί να εντυπωσιάζουμε τη γυναίκα μας και να καμαρώνει η μαμά μας και να μας ζηλεύουν τα παιδιά μας... όμως για τον Θεό δεν κάνουμε.

Όπως ο Θεός με την ζωοποιά πνοή Του έκανε το χώμα άνθρωπο, έτσι και με το Άγιο Πνεύμα παραλαμβάνει έναν πρώην αμαρτωλό και τον κάνει άγιο και ήρωα της πίστης. Αν όμως ο Κύριος αφαιρέσει το ένα ή το άλλο, τότε και ο βιολογικός άνθρωπος επιστρέφει στο χώμα και ο πνευματικός άνθρωπος επιστρέφει στο χαμό.

Ο Ψαλμωδόςέγραψε, «Σηκόνεις την πνοήν αυτών, αποθνήσκουσι και εις το χώμα αυτών επιστρέφουσιν· εξαποστέλλεις το πνεύμά σου, κτίζονται» (Ψαλμ. 104/ρδ/29) και ο Κύριος είπε, «γίνονται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χειρότερα των πρώτων» (Ματθ. 12/ιβ/45).

Όταν σταθούμε εμπρός στο θρόνο του δικαιοκρίτη Κυρίου θα φανεί ποια είναι η αληθινή μας αξία και ποιο είναι το υποτιθέμενο "μεγαλείο" μας. Εμείς τώρα βλέπουμε ο ένας τον άλλο και εντυπωσιαζόμαστε ίσως από το φαινόμενο, αλλά ο Θεός «εξεύρει τα κρύφια της καρδίας» (Ψαλμ. 44/μδ/21), κι είναι με τούτο το μέτρο που υπολογίζεται το αληθινό ΜΕΓΑΛΕΙΟ. |




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο Συναξαριστής αναφέρει τον Ανανία ως «επίσκοπο Δαμασκού», χωρίς ιστορική μαρτυρία.

[2] Κάποιες πληροφορίες της παράδοσης, ότι κήρυξε στην πόλη της Παλαιστίνης Ελευθερούπολη όπου και μαρτύρησε δεν επιβεβαιώνονται.

[3] Ας θυμηθούμε επίσης την Ραάβ από την Ιεριχώ και τη Μωαβίτιδα Ρουθ, που έγιναν προγιαγιάδες του Χριστού.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ