Πάντοτε ευπρόσδεκτη








  Αλληλογραφία
       με τους Αναγνώστες


 

 


Χαιρόμαστε που η αρθρογραφία του "Τ" δημιουργεί ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ και ΔΙΑΛΟΓΟ.
Δεν πιστεύουμε σε παθητικούς χριστιανούς [εκκλησιαζόμενο κοινό] αλλά σε χριστιανούς δραστήριους, με γνώμη και θέσεις βασισμένες στις αλήθειες της Βίβλου.
Με χαρά δημοσιεύουμε τις απόψεις σας, αρκεί να είναι επίκαιρες, ενδιαφέρουσες, διατυπωμένες με ευγένεια και εποικοδομητικές. ΕΜΠΡΟΣ ΛΟΙΠΟΝ. Η σελίδα αυτή περιμένει να δημοσιεύσει και τη δική σας επιστολή.
Ακόμη και αν -εκ των πραγμάτων- στο τέλος ο "Τ" έχει τον τελευταίο λόγο, η άποψή σας ΜΠΟΡΕΙ να ακουστεί ακόμη και αν -για δικούς σας σεβαστούς λόγους- ζητήσετε να μη δημοσιεύσουμε το όνομά σας.

Διαβάστε εδώ δύο ενδιαφέρουσες επιστολές που λάβαμε, αναφερόμενες στο προηγούμενο τεύχος.

                                                                                 "Τ".

__________________________

1


Η υπέρβαση
“ελαχίστων” επισκόπων

«Αγαπητοί φίλοι του Τυχικού, είναι προφανές ότι στο άρθρο σας "Τον πρόσεξε κανείς;" του τεύχους Νο 181, σελ. 3172, όπου παραθέσατε απόσπασμα από το βιβλίο μου: "Ευσεβοφάνεια και Εκκλησία", από την ιστοσελίδα της ΟΟΔΕ, παρεξηγήσατε, όχι μόνο το δικό μου απόσπασμα, αλλά και του σεβασμιωτάτου επισκόπου Λαυρεωτικής, του οποίου επαναδημοσιεύσατε τον υπέροχο λόγο της χειροτονίας του.

Η άποψη του αποσπάσματος του βιβλίου μου αγαπητοί, δεν είναι υπέρ "της πολυτέλειας των επισκόπων" όπως γράφετε! Είναι η θέση της Χριστιανικής Εκκλησίας, για τη χρήση της Επισκοπικής αμφίεσης ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ, όπως ξεκάθαρα διατυπώνεται και στο απόσπασμα που παραθέσατε. Μάλιστα στο τέλος του αποσπάσματος που χρησιμοποιήσατε, γράφω ξεκάθαρα ότι: “Μετά όμως από τη Θεία Λειτουργία, ο επίσκοπος φοράει το ταπεινό μαύρο ράσο, θρηνώντας για τις αμαρτίες του."

Αυτό δείχνει ότι το απόσπασμα αυτό, όχι μόνο δεν διαφωνεί με του σεβασμιωτάτου (όπως θέλετε να το παρουσιάσετε), αλλά συμφωνεί απόλυτα. Ή μήπως ο σεβασμιώτατος Λαυρεωτικής μετά την χειροτονία του δεν φοράει στέμμα, και δεν έχει επισκοπική ράβδο, και δεν κάθεται στον Επισκοπικό θρόνο κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας; Πρέπει λοιπόν να κατανοήσετε, ότι και ο σεβασμιώτατος ΑΛΛΑ ΕΝΝΟΟΥΣΕ, και όχι κάποια δήθεν διαφωνία για τη ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ λαμπρότητα του επισκοπικού αξιώματος.

Τόσο εκείνος, όσο και εγώ, σαφώς καταδικάζουμε την υπέρβαση ελαχίστων επισκόπων που στην ιστορία της Εκκλησίας είδαν το επισκοπικό λειτούργημα ως "αξίωμα κοινωνικής ισχύος". Και σαφώς καταδικάζουμε την πολυτέλεια που επιδεικνύουν ΕΚΤΟΣ του λειτουργήματός τους. Και επίσης αντιλαμβανόμαστε ότι είναι δύσκολο για κάποιον που ασκεί την ταπείνωση, να "υποδυθεί" τη λαμπρότητα του Βασιλέως Χριστού ως εικόνα Του, και να προσφωνείται με τίτλους του Χριστού, και από το στασίδι να καθίσει στον επισκοπικό θρόνο. Και επίσης είναι πρωτόγνωρο γι’ αυτόν να λαμβάνει έναν παχυλό μισθό αν ήταν πτωχός. Ουδέποτε όμως οποιοσδήποτε Χριστιανός διαφώνησε ή διαφωνεί με την επισκοπική αμφίεση στη Θεία Λειτουργία, όπου ο Επίσκοπος πρέπει να είναι, και ΕΙΝΑΙ εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού".

Με αγάπη Χριστού

Ν.  Μαυρομάγουλος».


Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ

Ο κ. Μ. με την επιστολή του καταδικάζει «την υπέρβαση ελαχίστων επισκόπων που στην ιστορία της Εκκλησίας είδαν το επισκοπικό λειτούργημα ως “αξίωμα κοινωνικής ισχύος”.» Άρα είναι κι αυτή μια επιπλέον –αν και έμμεση– “εξομολόγηση”, όπως εύκολα αντιλαμβάνονται “πάντες οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ”. Ας δούμε  όμως δύο σημεία στην επιστολή του αγαπητού κ. Μ. που χρειάζονται διαφώτιση:

(1) Δυστυχώς δεν είναι «ελάχιστοι», οι επίσκοποι που στη ροή της ιστορίας «είδαν το επισκοπικό λειτούργημα ως “αξίωμα κοινωνικής ισχύος”». Η πραγματικότητα μαρτυρεί περί του αντιθέτου ο δε σημερινός προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας και οι περισσότεροι ιεράρχες της, τροφοδοτούν σχεδόν καθημερινά τα ΜΜΕ με ανάλογα δείγματα, πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε εμείς να μεταφέρουμε σ’ αυτές τις σελίδες. Θα αρκούσε ίσως να διαβάσει κανείς τα πρακτικά της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και τις κατά καιρούς δηλώσεις ιεραρχών, για να του φύγει κάθε απορία.

Η “φήμη” του εκάστοτε Πατριάρχη Αλεξανδρείας έχει ως εξής: «Πάπας και πατριάρχης της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αιθιοπίας, πάσης γης Αιγύπτου και πάσης Αφρικής, Πατήρ Πατέρων, Ποιμήν Ποιμένων, Αρχιερεύς Αρχιερέων, τρίτος και δέκατος των Αποστόλων και Κριτής της Οικουμένης». Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι όλα αυτά τα παχιά –όσο και κενά περιεχομένου– λόγια, δείχνουν χριστιανική “σεμνότητα και ταπεινότητα”;

(2) Δεν είναι αλήθεια πως «Ουδέποτε οποιοσδήποτε Χριστιανός διαφώνησε ή διαφωνεί με την επισκοπική αμφίεση στη Θεία Λειτουργία, όπου ο Επίσκοπος πρέπει να είναι, και ΕΙΝΑΙ εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού». Στο προκείμενο, –κι αυτό μπορούν να το κρίνουν οι αγαπητοί αναγνώστες– με τα επισκοπικά άμφια ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ. [Το ποιοι είναι οι “Χριστιανοί”, αφήνουμε να το πει ο Θεός, επειδή για άλλους μεν είναι ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, για άλλους είναι ΜΟΝΟ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, για άλλους ΜΟΝΟ ΟΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΙ, για άλλους είναι ΜΟΝΟ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, κ.ο.κ.

Επιπλέον, δεν στέκει ιστορικά ότι ο επίσκοπος ντύνεται έτσι επειδή «πρέπει να είναι, και ΕΙΝΑΙ εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού». Αντίθετα, τα πολυτελή άμφια ήταν επί αιώνες άγνωστα στην Εκκλησία, [Καθ. Βλ. Φειδάς, Εγκυκλ. «Πάπυρος», λήμμα ΑΜΦΙΑ], όπως όμως δείχνει η εξέλιξη της εικονογραφίας, με τα ίδια άμφια που διάλεξαν οι ιεράρχες για τον εαυτό τους, με αυτά οι αγιογράφοι έφτασαν να ντύνουν και τον Χριστό (βλ. φωτο). Ο τύπος της εικόνας του Χριστού Μεγάλου Αρχιερέα συναντάται στην ζωγραφική μετά την Άλωση και έχει αφετηρία κάποιο πρότυπο που είχε δημιουργηθεί στην Κρήτη κατά τον 15ο αιώνα (Χατζηδάκης 1997, σ. 67).[1]

 
 
 


Είναι φανερό πως αντί να μοιάζει ο Επίσκοπος με τον Χριστό, έκαναν τον Χριστό να μοιάζει με τον Δεσπότη... (ή με τον Πάπα)...

Το ίδιο είχαν κάνει προηγούμενα για τον εαυτό τους, που φρόντισαν να μοιάζει με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα ή τον βασιλιά των Φράγκων...
 

Για όποιον ενδιαφέρεται, παραθέτουμε στο τέλος σχετικές ιστοσελίδες της Δ/νσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και της Ελλαδικής Εκκλησίας. Από αυτές μεταφέρουμε εδώ μικρά μόνο αποσπάσματα λόγω χώρου:

«Oι πρώτες απόπειρες να διαφοροποιηθεί το ιερατικό ένδυμα από το λαϊκό πρέπει να αναχθούν στα τέλη του 4ου - αρχές 5ου αιώνα, εποχή κατά την οποία παρατηρούνται και οι πρώτες αντιδράσεις. O πάπας Σελεστίνος Α~, σε γράμμα του προς τους επισκόπους της περιοχής της Vienne και της Narbonne στη Γαλατία, εκφράζει, το 428, την αντίθεσή του στην καθιέρωση διαφορετικού ενδύματος για τους ιερωμένους. Ωστόσο, κείμενο του 3ου αιώνα αναφέρεται ήδη σε vestes sacralae, που η χρήση τους επιτρεπόταν μόνο μέσα στην εκκλησία, και μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν ήδη ιερατικά άμφια, αν και μορφολογικά δεν πρέπει να διαφοροποιούντο από τα κοινά ενδύματα. Oι όροι “σχήμα” και “στολή” αντίθετα, που, όταν συνοδεύουν επίθετο που αναφέρεται σε κοινωνική ομάδα, δηλώνουν ότι υπάρχει γι’ αυτήν στολή συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη από όλους, μόλις τον 6ο αιώνα εμφανίζονται στα κείμενα σε σχέση με τη φορεσιά των ιερωμένων. (...)

Aναφέρονται ειδικότερα ο σάκκος και η μίτρα, που χρησιμοποιούνται αρχικά από τον πατριάρχη και αργότερα από όλους τους επισκόπους, τα ψηλά καπέλα των ψαλτών αλλά και το σύγχρονο ράσο των ιερέων, που εισάγεται στο βεστιάριό τους μόλις την περίοδο της Tουρκοκρατίας και το “κόψιμό” του προσομοιάζει με τα πανωφόρια των αρχόντων της εποχής.  (...)

H εικόνα διαφοροποιείται έντονα στην περίοδο της Tουρκοκρατίας, όταν ενδύματα με πλούσια, πολύχρωμα φυτικά κυρίως ή γεωμετρικά μοτίβα, ενυφασμένα ή κεντημένα, φαίνεται πως χρησιμοποιούνται ευρύτατα από ιερωμένους όλων των βαθμίδων. Περίτεχνα στολισμένα στιχάρια, φελώνια και σάκκοι εικονίζονται στις μεταβυζαντινές τοιχογραφίες του ελλαδικού χώρου, ενώ τα σωζόμενα ιερατικά, χρυσοκέντητα ή και με απλούστερες τεχνικές διακοσμημένα άμφια, μαρτυρούν ότι η Eκκλησία αποδέχεται πλέον την πολυτέλεια, όπως αυτή εκφράζεται μέσω της διακοσμητικής εκζήτησης. (...)

O σάκκος, που έλκει τις ρίζες του στο αυτοκρατορικό βεστιάριο, αποτελεί σήμερα το κατεξοχήν αρχιερατικό άμφιο της Oρθόδοξης Eκκλησίας, μολονότι δεν εισήχθη στο βεστιάριό της παρά στην τελευταία βυζαντινή περίοδο. Aρχικά χρησιμοποιήθηκε ως πατριαρχικό ένδυμα. Aπό επισκόπους φοριέται από το 15ο αιώνα με βάση γραπτές πηγές. (...)

Aπό το αυτοκρατορικό βεστιάριο εισήχθη στο εκκλησιαστικό και ο μανδύας, που αναφέρεται ως ιερατικό ένδυμα από το 14ο αιώνα και έπειτα. (...) H μίτρα, τέλος, προέρχεται από το αυτοκρατορικό στέμμα, όπως αυτό διαμορφώνεται στα τέλη του 11ου αιώνα. Eίναι κυλινδρικό, συχνά με σφαιρική άνω απόληξη, κάλυμμα κεφαλής. Στη βυζαντινή περίοδο φορέθηκε από ορισμένους πατριάρχες μόνο. (...) Πριν την εμφάνιση της μίτρας οι ιερωμένοι της Oρθόδοξης Eκκλησίας ασκούσαν τα λειτουργικά τους καθήκοντα ασκεπείς, προσηλωμένοι στην παράδοση των πρώτων χριστιανικών χρόνων.»[2]

«(...) Τον Φεβρουάριο του 380 ο Μέγας Θεοδόσιος ανεγνώρισε το χριστιανισμό ως την επίσημο θρησκεία του κράτους και την 8η Νοεμβρίου του 392 έθεσε εκτός νόμου τις αρχαίες θρησκείες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η χριστιανική εκκλησία προσεκλήθη επισήμως να συμμετάσχη στο τραπέζι της εγκοσμίου εξουσίας. Υπήρχαν ήδη αρκετές ενδείξεις μιας θετικής ανταποκρίσεως. Π.χ., ήδη από τον γ~ αι., στον επίσκοπο απευθυνόσουν όπως προς ηγεμονικό αφηρημένο: “η υψηλότης Σας”, κ.τ.ο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε ήδη δώσει στους επισκόπους εξουσία δικαστική για ορισμένες περιπτώσεις. Ο ίδιος αυτοκράτωρ απένειμε το 313 τον υψηλό κοσμικό τίτλο του inlustris (εκλαμπρότατος) σε κάθε μέλος του ανωτέρου κλήρου. Η Σύνοδος της Arles το 314 απηύθυνε στον επίσκοπο Ρώμης τον τίτλο Gloriosissime papa (ενδοξότατε πατέρα) -τίτλος ο οποίος από τον στ~ αιώνα καθιερώθηκε. Την ίδια εποχή εμφανίζονται τα διάσημα (insignia) των επισκόπων: μίτρα κ.α. Ο ασπασμός της επισκοπικής χειρός εισήχθη τον 4ο αι.»[3] |

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] http://www.culture.gr/2/21/218/218ab/g218ab114.html.

[2] Καλαμαρά, Π., http://www.culture.gr/2/21/215/21505/215051/2150513/g21505119m. html.

[3] Δρακόπουλος Παν., «Η Εκκοσμικευτική Πορεία». Από το βιβλίο «Μεσαίωνας Ελληνικός και Δυτικός. Φιλοσοφία και Προφητεία», Εκδόσεις Παρουσία. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/drakopoulos_secular.html.

__________________________

2



Όπλα επιθετικά
και αμυντικά

«Εντύπωση μου έκανε [ * ] ότι στην προσπάθειά σου να τονίσεις τη “μη βία”, όπως θα το έλεγαν άλλοι, σου διαφεύγει ότι ο χριστιανικός αγώνας περιλαμβάνει και την επίθεση. Ακόμα και η πανοπλία του Χριστιανού της προς Εφεσίους επιστολής, που επικαλείσαι, περιλαμβάνει και τη μάχαιρα, που δεν με πείθεις ότι είναι μόνο για άμυνα.

Και σαν ένα τελευταίο επιχείρημα, σου θυμίζω το Β΄ Κορινθίους 6,1-10, ιδίως τον στ. 7, όπου αναφέρονται (στο κείμενο αλλά και στον Βάμβα, που το αφήνει αμετάφραστο, ως συνήθως) τα όπλα της δικαιοσύνης, "τα αριστερά και τα δεξιά". Η σωστή μετάφραση είναι "με τα όπλα της σωτηρίας, τα επιθετικά και τα αμυντικά" (βλ. “Νέα Μετάφραση της Βίβλου” αλλά και ξένες σύγχρονες μεταφράσεις). Η εικόνα όπως ξέρεις είναι από τον αρχαίο πολεμιστή, που στο δεξί του χέρι κρατούσε τα επιθετικά όπλα (τα “δεξιά”) και στο αριστερό τα αμυντικά (τα “αριστερά”).

X.N. – Αθήνα»



Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ

Όσον αφορά τα περί «δεξιών και αριστερών» όπλων, κατ’ αρχήν έχετε δίκιο γράφοντας πως και η ΝΔΜ και πολλές άλλες αποδίδουν ως «επιθετικά και αμυντικά». Εντούτοις, πέραν του γεγονότος ότι το εν λόγω χωρίο είναι από διαφορετικό συμφραζόμενο  (Β~ Κορ. 6/ς/7), αυτή η δυναμική μετάφραση (ή ερμηνευτική απόδοση) δεν προκύπτει από γλωσσική ανάγκη αλλά μάλλον από προηγούμενη νοητική αποδοχή ότι η μάχαιρα είναι όπλο "επιθετικό". Ας θυμηθεί επιπλέον ο αναγνώστης ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όταν θα κάνει ΠΟΛΕΜΟ με τον Διάβολο και τις δυνάμεις του, δε θα χρησιμοποιήσει «μάχαιραν» αλλά την «ρομφαίαν του στόματός» Του (Αποκ. 2/β/16).

Επιπλέον, πώς θα έπρεπε να εκφραστεί ο Παύλος αν όλα τα όπλα που είχε υπόψη του, (αριστερά και δεξιά),  χρησιμοποιούνται για άμυνα; Μήπως θα έπρεπε να γράψει «τα αριστερά και τα αριστερά(!)» Όμως αυτό είναι άτοπο.

Ακόμη όμως και αν δεχθούμε ότι έχετε δίκαιο, –επειδή εκ φύσεως το έργο της μάχαιρας είναι ΝΑ ΠΛΗΞΕΙ τον αντίπαλο– το επιχείρημα δεν αναιρεί το όλο πνεύμα του άρθρου του «Τ», επειδή στην περίπτωση του χριστιανού αυτό δεν γίνεται δι’ επιθέσεως αλλά μόνο προς ΑΠΟΤΡΟΠΗ ή ΑΠΩΘΗΣΗ του επιτιθέμενου.

Όπως ήδη σημειώθηκε στο κρινόμενο άρθρο, το καθήκον που έχει ο πιστός δεν είναι να επιτεθεί αλλά ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙ και ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ. («Αναλάβετε την πανοπλίαν του Θεού, διά να δυνηθήτε να αντισταθήτε εν τη ημέρα τη πονηρά και αφού καταπολεμήσητε τα πάντα, να σταθήτε» (Εφεσ. 6/ς/13).

Αν επρόκειτο να κάνει ο πιστός επιθετικό πόλεμο, γιατί η Καινή Διαθήκη λέει: «Αντιστάθητε εις τον διάβολον, και θέλει φύγει από σάς» (Ιακ. 4/δ/7) και όχι ΕΠΙΤΕΘΕΙΤΕ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ; Γιατί ενώ εικονίζεται ο Διάβολος ως «λέων ωρυόμενος», που ζητά να καταπιεί τον πιστό, δεν προτρέπεται το παιδί του Θεού να επιτεθεί εναντίον του, αλλά μας λέει «εις τον οποίον ΑΝΤΙΣΤΑΘΗΤΕ ΜΕΝΟΝΤΕΣ ΣΤΕΡΕΟΙ» (Α~ Πέτρ. 5/ε/9); Γιατί λέει στους Εβραίους «Δεν αντεστάθητε έτι μέχρις αίματος αγωνιζόμενοι κατά της αμαρτίας» και δεν τους λέει ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΠΙΤΙΘΕΣΤΕ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ;

Είναι δυνατόν κάποιος να κάνει επίθεση και όμως να στέκεται στο ίδιο μέρος;

Πέραν των ανωτέρω, το άρθρο του «Τ», εκτός από γενική πληροφόρηση, είχε συγκεκριμένους παραλήπτες. Όλους όσοι, εξαιτίας κακής διδασκαλίας, είναι έτοιμοι, καθώς λένε, να "κυριεύσουν" πόλεις και χώρες με την προσευχή. Τα σχετικά κινήματα –που έφτασαν ήδη και στην Ελλάδα– όχι μόνο αποπροσανατολίζουν τους πιστούς από τον αληθινό τους αγώνα, αλλά και δημιουργούν απογοήτευση ή ψευδαισθήσεις εξαιτίας του ακατόρθωτου των "στόχων" που τους επιβάλλουν να ελπίζουν και να αγωνίζονται. Ας αγρυπνούμε λοιπόν. |