«εν ανθρώποις ευδοκίας...»




Ειρήνη –
Καρπός Δικαιοσύνης

Ενα από τα σημεία που θυμούνται οι σκεπτικιστές κάθε χρόνο τέτοια εποχή, στην προσπάθειά τους να πλήξουν την αξιοπιστία των Αγίων Γραφών, είναι και η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ. Αγνοώντας τον Χριστό όλο το υπόλοιπο έτος, ξαφνικά επαναλαμβάνουν το ίδιο χιλιοειπωμένο `επιχείρημα’ ρωτώντας, «Πού είναι η ειρήνη για την οποία μίλησαν οι άγγελοι τη νύχτα της Γέννησης;» Χαίρονται οι δύστυχοι για την απουσία ειρήνης «επί γης», και μεγαλαυχούν επειδή τάχα `δεν επαληθεύτηκε’ το αγγελικό μήνυμα... Τι μεγάλος παραλογισμός!

Η Βίβλος είναι μοναδική, εκτός των άλλων, και εκ του γεγονότος ότι αποτελεί ενιαίο πνευματικό κεφάλαιο, σύνολο από το οποίο όχι μόνο δε μπορείς να αφαιρείς και να προσθέτεις, μα ούτε και να απομονώνεις κάποια χωρία ή φράσεις για να τα αντιμετωπίζεις ξεκομμένα από το συμφραζόμενό τους.

Αλλά ας κάνουμε το χατίρι των φίλων σκεπτικιστών και ας προσεγγίσουμε για λίγο τον αγγελικό ύμνο της Γέννησης για να δούμε πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα.

Εκείνη τη νύχτα (ΠΟΥ ΒΕΒΑΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η 25η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ), τότε που ο Υιός του Θεού «έγεινε σαρξ και κατώκησε μεταξύ ημών» μέσω της παρθένου Μαρίας (Ιωάν. 1/α/14), στους βοσκούς της Βηθλεέμ «εφάνη πλήθος στρατιάς ουρανίου υμνούντων τον Θεόν και λεγόντων· `Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία’» (Λουκ. 2/β/13-14).

Εντούτοις, ακολουθώντας τη μαρτυρία των αρχαιοτέρων χειρογράφων και των κανόνων της κριτικής των κειμένων, το κριτικό κείμενο κλείνει τον ύμνο με τις λέξεις «εν ανθρώποις ευδοκίας». Σύμφωνα με την τελευταία εκδοχή, η ειρήνη δεν είναι γενικό δώρημα σε όλους τους ανθρώπους αλλά μόνο σε «ανθρώπους ευδοκίας», εκείνους δηλαδή στους οποίους εκδηλώνεται η `καλή θέληση’ του Θεού (ευδοκία) ή εκείνους που οι ίδιοι είναι άτομα `καλής θελήσεως’ (ευδοκίας).

Βεβαίως, όπως και αν διαβάσουμε το εν λόγω χωρίο, δεν ανατρέπεται η κεντρική ιδέα, ότι δηλαδή ο Θεός είναι άξιος κάθε δοξολογίας και ότι η ειρήνη είναι αγαθό πολύτιμο. Παραμένει ωστόσο το ερώτημα: Είναι η ειρήνη για όλους τους ανθρώπους και ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ;

ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ;

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να λεχθεί ότι είναι εντελώς ξένη από το πνεύμα της Βίβλου η άποψη του Αριστοτέλη ότι «Κάνουμε πόλεμο για να ζήσουμε ειρηνικά»[1] και το εξ αυτής δόγμα των Ρωμαίων στρατηγών, «Αν θέλεις ειρήνη, να προετοιμάζεσαι για πόλεμο»[2].

Στον τρόπο σκέψης του κάτοικου της Μέσης Ανατολής, η έννοια της ειρήνης είναι πολύ διαφορετική από την ελληνορωμαϊκή. Η ειρήνη (εβραϊκά shalom) είναι λέξη πολύ πιο πλούσια σε νοήματα από ό,τι στις δυτικές γλώσσες. Προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει να είναι κάποιος ανέπαφος, πλήρης, αποκατεστημένος, ολοκληρωμένος.

Όπως αναφέρει το «Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας», «η βιβλική ειρήνη δε δηλώνει μόνο τη `σύμβαση’ η οποία εξασφαλίζει μια ήσυχη ζωή, ούτε απλώς τον `καιρό της ειρήνης’, σε αντίθεση με τον `καιρό του πολέμου’ (Εκκλ. 3/γ/8, Αποκ. 6/ς/4). Δηλώνει την ευμάρεια της καθημερινής υπάρξεως, την κατάσταση του ανθρώπου που ζει σε αρμονία με τη φύση, με τον εαυτό του, με τον Θεό. Πιο συγκεκριμένα είναι ευλογία, ανάπαυση, δόξα, πλούτος, σωτηρία, ζωή.»[3] Με μια πλατύτερη έννοια, η ειρήνη περιέχει επίσης την έννοια της ασφάλειας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Ο Σπινόζα έγραψε: «Ειρήνη δεν είναι η απουσία του πολέμου^ είναι αρετή, κατάσταση του νου, διάθεση για καλοσύνη, εμπιστοσύνη και δικαιοσύνη».

Ακόμη και σήμερα ο Εβραίος όταν θέλει να ρωτήσει κάποιον πώς είναι στην υγεία του, τον ρωτά αν έχει «ειρήνη» κι αντί για «Καλημέρα», εύχεται «Σαλώμ», δηλαδή μια ειρήνη που περιέχει όλα τα καλά. Με βάση τα παραπάνω ο Ιωσήφ ρώτησε τους αδελφούς του, «περί της υγιείας αυτών» (Γεν. 43/μγ/27), και ο αναστημένος Χριστός χαιρέτισε τους μαθητές Του με το «Ειρήνη υμίν» (Λουκ. 24/κδ/36).

ΠΡΩΤΑ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Η Βίβλος διδάσκει με κάθε έμφαση ότι η ειρήνη είναι επακόλουθο της δικαιοσύνης. Ένα πρόσωπο που χάνεται στο βάθος της αρχαιότητας, μπορεί να μας βοηθήσει να εννοήσουμε καλύτερα το θέμα μας με το όνομά του, κι αυτός είναι ο Μελχισεδέκ, για τον οποίο γίνεται λόγος αρχικά στη Γένεση (14/ιδ/18). Το όνομα αυτού του ανθρώπου αναλύει ο συγγραφέας της Επιστολής προς Εβραίους ως εξής: «πρώτον μεν ερμηνεύεται βασιλεύς δικαιοσύνης, έπειτα δε βασιλεύς Σαλήμ, το οποίον είναι βασιλεύς ειρήνης» (Εβρ. 7/ζ/2). [Στα εβραϊκά οι αντίστοιχες λέξεις είναι: μέλεχ=βασιλιάς, τσέδεκ=δικαιοσύνη, σαλώμ=ειρήνη.] Είναι άραγε τυχαία αυτή η σειρά; Κάθε άλλο. Η ίδια σειρά υπάρχει και στους Μακαρισμούς του Κυρίου, (Ματθ. 5/ε/3-11), όπου πρώτα αναφέρεται το «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» και ύστερα το «μακάριοι οι ειρηνοποιοί». Δεν μπορείς να είσαι ή να γίνεις ειρηνοποιός αν πρώτα δεν έχεις δίψα, επιθυμία, ενδιαφέρον, φροντίδα για δικαιοσύνη.

Η ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

«Πόθεν προέρχονται πόλεμοι και μάχαι μεταξύ σας;» ρωτάει ο Ιάκωβος (4/δ/1), για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι φονεύουν, φθονούν, μάχονται και πολεμούν, δουλεύοντας στις ηδονές τους. Ακόμη και όταν δεν είναι εμφανές, κύριο αίτιο είναι η ΑΔΙΚΙΑ. Δεν υπάρχει πόλεμος όταν εφαρμόζεται δικαιοσύνη στις σχέσεις των ανθρώπων, καθένας έχει το δικό του και δεν προσπαθεί να αφαιρέσει κάτι που ανήκει στον άλλο, καθένας έχει την αξία του και κανείς δεν τον μειώνει, καθένας είναι στον τόπο του και κανείς δεν προσπαθεί να τον βγάλει από εκεί. Για να υπάρχει ειρήνη, λοιπόν, πρέπει να αφαιρεθούν οι αδικίες.

Η πρώτη και μεγαλύτερη έχθρα στην ιστορία είναι η αμαρτία, πηγή της οποίας ήταν η αδικία που έγινε εκ μέρους των ανθρώπων σε βάρος του Θεού, του οποίου την αγαθότητα αμφισβήτησαν, και η παράβαση της εντολής σχετικά με τον απαγορευμένο καρπό, μέσω της οποίας ήρθαν στη ζωή μας όλα τα κακά.

Συζητώντας το ζήτημα ο Παύλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το φρόνημα της σαρκός είναι θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη· διότι το φρόνημα της σαρκός είναι έχθρα εις τον Θεόν» (Ρωμ. 8/η/6-8). Χρησιμοποιεί τις λέξεις θάνατος, ζωή και ειρήνη, έχθρα, σε μια αλληλουχία που θα μπορούσε να αναπτυχθεί ως εξής: (1) Ο άνθρωπος παραβιάζει το νόμο του Θεού (ανομία). (2) Αυτό δημιουργεί έχθρα με τον Θεό (αμαρτία). (3) Ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος (ποινή). (4) Το έργο του Θεού είναι συμφιλιωτικό και θεραπευτικό (ζωή και ειρήνη).

Ούτε ο Θεός ούτε ο άνθρωπος μπορούσαν να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα όσο υπήρχε η αμαρτία. Και αφού ο άνθρωπος, που είχε πουλήσει τον εαυτό του στην αμαρτία (Ρωμ. 7/ζ/14), δεν είχε άλλη δυνατότητα παρά να αμαρτάνει, ανέλαβε να δώσει την λύση ο Θεός, στέλνοντας στον κόσμο τον Υιό Του «και δι’ αυτού να συνδιαλλάξη τα πάντα προς εαυτόν, ειρηνοποιήσας διά του αίματος του σταυρού αυτού, δι’ αυτού, είτε τα επί της γης είτε τα εν τοις ουρανοίς» (Κολ. 1/α/20) ή, όπως θα γράψει ο Παύλος στην Επιστολή προς Ρωμαίους, «το αδύνατον εις τον νόμον, καθότι ήτο ανίσχυρος διά της σαρκός, ο Θεός πέμψας τον εαυτού Υιόν με ομοίωμα σαρκός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί» (8/η/3).

Στην Επιστολή προς Εφεσίους εξηγεί ότι η συμφιλίωση αυτή έγινε όχι μόνο για τους Ιουδαίους αλλά για όλο το ανθρώπινο γένος. «Διότι αυτός είναι η ειρήνη ημών, όστις έκαμε τα δύο εν και έλυσε το μεσότοιχον του φραγμού, καταργήσας την έχθραν εν τη σαρκί αυτού, τον νόμον των εντολών των εν τοις διατάγμασι, διά να κτίση εις εαυτόν τους δύο εις ένα νέον άνθρωπον, φέρων ειρήνην, και να συνδιαλλάξη αμφοτέρους εις εν σώμα προς τον Θεόν διά του σταυρού, θανατώσας δι’ αυτού την έχθραν. Και ελθών εκήρυξεν ευαγγέλιον ειρήνης εις εσάς τους μακράν και εις τους πλησίον, διότι δι’ αυτού έχομεν αμφότεροι την είσοδον προς τον Πατέρα δι’ ενός Πνεύματος» (2/β/13-18).

Η έχθρα με τον Θεό προκαλείται από την παράβαση των θείων εντολών (Νόμου) και η ειρήνη επέρχεται ως αποτέλεσμα της κατάργησης αυτής της έχθρας ΕΝ ΤΗ ΣΑΡΚΙ ΑΥΤΟΥ. Αν ο Χριστός δεν υφίστατο την ποινή της αμαρτίας, αν δεν πρόσφερε «την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20/κ/28), θα ήμασταν ακόμη μέσα στις αμαρτίες μας. Μέσω όμως της θυσίας Του ως Αμνού του Θεού, ο Κύριος Ιησούς «διήλλαξε [συμφιλίωσε] προς εαυτόν διά του σώματος της σαρκός αυτού διά του θανάτου, διά να σας παραστήση ενώπιον αυτού αγίους και αμώμους και ανεγκλήτους» (Κολ. 1/α/21-22).

«ΑΡΧΩΝ ΕΙΡΗΝΗΣ»

Τις μέρες των Χριστουγέννων πολλοί θυμούνται ότι ο Μεσσίας «θέλει καλεσθή Θαυμαστός, Σύμβουλος, Θεός ισχυρός, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος, Άρχων ειρήνης» (Ησ. 9/θ/6). Αλλά πόσοι θα θυμηθούν επίσης, –όπως εξηγείται στο αμέσως επόμενο χωρίο–, ότι αυτό θα το επιτύχει ο Χριστός χρησιμοποιώντας την δικαιοσύνη; Διότι η προφητεία συνεχίζει: «Εις την αύξησιν της εξουσίας αυτού και της ειρήνης δεν θέλει είσθαι τέλος, επί τον θρόνον του Δαβίδ και επί την βασιλείαν αυτού, διά να διατάξη αυτήν και να στερεώση αυτήν εν κρίσει και δικαιοσύνη από του νυν και έως αιώνος». Με άλλα λόγια η βασιλεία του Θεού θα είναι θεμελιωμένη όχι πάνω σε οποιοδήποτε άλλο θεμέλιο αλλά «εν κρίσει και δικαιοσύνη».

Η ίδια αλήθεια μαρτυρείται συχνά στους Ψαλμούς: «Αυτός θέλει κρίνει την οικουμένην εν δικαιοσύνη· θέλει κρίνει τους λαούς εν ευθύτητι» (9/θ/8, πρβλ. 96/¥ς/12-13, 98/¥η/9), ο δε απόστολος Παύλος διακήρυξε ενώπιον των Αθηναίων, ότι ο Θεός «προσδιώρισεν ημέραν εν ή μέλλει να κρίνη την οικουμένην εν δικαιοσύνη, διά ανδρός τον οποίον διώρισε, και έδωκεν εις πάντας βεβαίωσιν περί τούτου, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών» (Πράξ. 17/ιζ/31).

Εμείς τι άποψη έχουμε για την Βασιλεία του Θεού; Την περιμένουμε σαν ένα κόσμο ``παραδεισένιο και ειρηνικό’’; Όμως ο λόγος του Θεού μιλάει για ένα κόσμο ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. «Η βασιλεία του Θεού δεν είναι βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω», γράφει ο Παύλος (Ρωμ. 14/ιδ/17) και ο Πέτρος θα συμπληρώσει «Κατά δε την υπόσχεσιν αυτού νέους ουρανούς και νέαν γην προσμένομεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί» (Β~ Πέτρ. 3/γ/13). Αμήν! |


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Αριστοτέλους, «Νικομάχεια Ηθικά».

[2] Flavius Vegetius Renatus, Military Institutions of the Romans.

[3] Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, Έκδ. «Βιβλικό Κέντρο `Άρτος Ζωής’», Αθήνα 1980, σελ. 323.







 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ