Πρακτικοί προβληματισμοί

 

 

Ενώτια και έρρινα  [1]


ΙΣΤΟΡΙΑ-ΧΡΗΣΗ
Τα ενώτια και τα έρρινα ανήκουν κι αυτά στη μεγάλη ποικιλία κοσμημάτων που από αρχαιοτάτων χρόνων φορέθηκαν από τους ανθρώπους όλων των πολιτισμών όχι μόνο ως στολίδια αλλά και ως σύμβολα διαφόρων θρησκειών είτε ως δείκτης κοινωνικού ή διοικητικού κύρους. Παρατηρώντας την άφθονη χρήση των κοσμημάτων σε πρωτόγονους λαούς που ακόμη και σήμερα ντύνονται ελάχιστα, κάποιος αναρωτήθηκε εύστοχα αν ο άνθρωπος ντύθηκε πρώτα ή στολίστηκε;
Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι δεν στολίζονται μόνο οι άνθρωποι αλλά στολίζουν και τα ζώα τους, τα σπίτια τους και διάφορα αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Προφανώς ο άνθρωπος, που πλάστηκε με δημιουργικές ιδιότητες κατ’ εικόνα Θεού, προσπάθησε με τον τρόπο αυτό να ομορφύνει τον κόσμο του δίνοντας ίσως μια δική του προσωπική «πινελιά».
Η κοσμηματοποιία γεννήθηκε στους προϊστορικούς χρόνους, οπότε οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν υλικά όπως ξύλα, όστρακα, τρίχες, φτερά, δόντια, δέρματα, κέρατα, κόκαλα άγριων θηρίων και κεραμικά (όπως βλέπουμε σε βραχογραφίες σπηλαίων) και συνέχισε χρησιμοποιώντας ορυκτά και μέταλλα (πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους, χρυσό, ασήμι κ.ά.).
Ανάλογα με τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν, φορέθηκαν διάφορα κοσμήματα, όπως στέμματα, διαδήματα, τιάρες, λοφία, φουρκέτες, στολίδια καπέλων, σκουλαρίκια, περιλαίμια, περιδέραια, καρφίτσες, κουμπιά, δαχτυλίδια, βραχιόλια, ζώνες κ.λπ. Η γνώση μας γι’ αυτά αντλείται σε μεγάλο βαθμό από την διατήρηση προσωπικών αντικειμένων που βρέθηκαν σε τάφους ή διασωθείσες παραστάσεις και γλυπτά σε παγκόσμια έκταση.
Είναι γεγονός ότι, αντίθετα από την ανάγκη για ντύσιμο που προέκυψε από τις κλιματολογικές συνθήκες, στην χρήση των κοσμημάτων οδήγησαν μάλλον ψυχολογικά κίνητρα, με κυριότερα την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου για διάκριση και προβολή, την ταύτιση ορισμένων αντικειμένων και σχημάτων με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και οπωσδήποτε την επιδίωξη πλουτισμού και επιβολής. Το κίνητρο της διάκρισης εξυπηρέτησε κυρίως η σπανιότητα ορισμένων υλικών (πολύτιμα μέταλλα και πέτρες) και η δυσκολία με την οποία μπορούσαν ν’ αποκτηθούν άλλα από αυτά (δόντια αγρίων ζώων κ.λπ.) λόγω του κινδύνου που απαιτούσε το κυνήγι τους. Έτσι όποιος μπορούσε να κατέχει αυτά τα είδη ξεχώριζε από το πλήθος.
Όπως γράφει η Εγκυκλοπαίδεια “Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα”, η έννοια του κοσμήματος πέρασε από τρία διαδοχικά στάδια. Στο πρώτο προέχει το είδος της ύλης και η μαγική ή φυλακτική σημασία του. Στο δεύτερο ο συμβολισμός αυτός υποχωρεί, το αντικείμενο ταυτίζεται με εκείνον που το φοράει και γίνεται σήμα του αξιώματός του. Στο τρίτο και νεότερο, που κυριαρχεί μέχρι σήμερα, επικρατεί η αναζήτηση του πλουτισμού και η κατοχή του κοσμήματος γίνεται ενδεικτική της οικονομικής δύναμης του ατόμου.
Αρχαία Αίγυπτος - Αφρική. Οι Αιγύπτιοι ανέπτυξαν πλούσια τεχνογνωσία και ποικιλία στην παραγωγή κοσμημάτων. Πολλά από αυτά βλέπουμε στις πλούσιες τοιχογραφίες και χαρακτικά [Εικ. 1], ή βρέθηκαν σε μνημεία. (Στον τάφο του Τουταγχαμών βρέθηκαν τουλάχιστον 143 κοσμήματα, μεταξύ των οποίων χρυσές πόρπες, περιδέραια και εγκόλπια με εκπληκτικά σχέδια που αποτελούν από μόνα τους έναν θησαυρό [Εικ. 2]).
Επειδή οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι οι διάφοροι πολύτιμοι λίθοι με τα χρώματά τους είχαν μαγικές ιδιότητες, τους χρησιμοποιούσαν σε προσωπικά αντικείμενα σε συνδυασμό με αποτροπαϊκά ή θρησκευτικά μοτίβα μεταξύ των οποίων ο σκαραβαίος, το νούφαρο, το γεράκι, το φίδι, το μάτι του Ώρου, η σφίγγα κ.ά., που αποτελούσαν σύμβολα μακροζωίας και ευημερίας.

Εικ. 1 - Αιγύπτιες με σκουλαρίκια και περιδέραια
Εικ. 2 - Φυλακτό άριστης τέχνης από τον τάφο του Τουταγχαμών
Εικ. 3- Σουμέριοι άρχοντες με σκουλαρίκια και διακοσμητικές ταινίες στα μαλλιά
Η Βίβλος αναφέρει ότι, κατά την ανάθεση στον Ιωσήφ ανώτατης εξουσίας στην Αίγυπτο, «εκβαλών ο Φαραώ το δακτυλίδιον αυτού εκ της χειρός αυτού, έβαλεν αυτό εις την χείρα του Ιωσήφ, και ενέδυσεν αυτόν ιμάτια βύσσινα, και περιέβαλε χρυσούν περιδέρραιον περί τον τράχηλον αυτού» (Γεν. 41/μα/42).
Μέση Ανατολή – Βιβλικοί Χρόνοι. Σε σουμεριακούς, βαβυλωνιακούς και ασσυριακούς τάφους έχουν βρεθεί πλούσια χρυσά και ασημένια κοσμήματα, όπως καλύπτρες με πολύτιμους λίθους, περιδέραια και σκουλαρίκια. Κοσμήματα από χρυσό και ασήμι παράγονταν επίσης στην Φοινίκη και τη Μεσοποταμία [Εικ. 3]. Ο πατριάρχης Ιούδας παρουσιάζεται να έχει «σφραγίδα (=δαχτυλίδι με χαραγμένη επιγραφή) και περιδέρραιον» τα οποία έδωσε ως ενέχυρο (Γεν. 38/λη/18).

 

 

 

Εικ. 4 Αρχαιοελληνικά ενώτια με ειδώλια

Σε ό,τι αφορά ειδικά τους Εβραίους, υπάρχει μια λεπτομέρεια που αξίζει ίσως να σημειωθεί. Όταν ο Ααρών ανέλαβε να κατασκευάσει το χρυσό μοσχάρι, είπε στο λαό: «Αφαιρέσατε τα χρυσά ενώτια, τα οποία είναι εις τα ώτα των γυναικών σας, των υιών σας, και των θυγατέρων σας, και φέρετε προς εμέ» (Έξοδ. 32/λβ/2). Επίσης, ύστερα από μια μάχη ο Γεδεών ζήτησε από τους στρατιώτες να του δώσουν «έκαστος τα ενώτια εκ των λαφύρων αυτού^ διότι οι εχθροί είχον ενώτια χρυσά, όντες Ισμαηλίται» (Κριτ. 8/η/24). Μπορεί άραγε από αυτά να συναχθεί ότι οι άντρες Ισραηλίτες δεν φορούσαν ενώτια – σε αντίθεση με τους αλλόφυλους; Μάλλον ναι, όμως δε μπορεί να υποστηριχθεί ανεπιφύλακτα.[*]
Κοσμήματα χρησιμοποιήθηκαν ανέκαθεν και σε όλη την Αφρική, τόσο για στολισμό όσο και για θρησκευτικούς λόγους (σύμβολα και φυλαχτά). Χαρακτηριστικές είναι οι μαγικές μάσκες αλλά και οι ειδικής τεχνοτροπίας αιθιοπικοί σταυροί που έμειναν σε χρήση μέχρι σήμερα.

[*] Το τρύπημα στο αυτί του δούλου στο λαό Ισραήλ, που ήταν ένα ορατό σημάδι της εκούσιας απόφασής του να παραμείνει ισόβια μαζί με τον κύριό του και τίποτα παραπάνω (Έξοδ. 21/κα/5-6), μερικοί το ταυτίζουν με τη χρήση ενωτίων, όμως αυτή η θέση είναι εντελώς αυθαίρετη και δεν υποστηρίζεται από καμία πηγή.

 

Άπω Ανατολή - Αμερική. Στην Άπω Ανατολή χρησιμοποιήθηκαν ως κοσμήματα χρυσά φύλλα, σκουλαρίκια, περιδέραια και μεταλλικές κόπιτσες, με διάφορα μοτίφ από τις τοπικές μυθολογίες και ειδωλολατρικές θρησκείες πολλούς αιώνες π.Χ. Στην Περσία οι γυναίκες και οι άντρες φορούσαν πλούσια κοσμήματα, όπως περιδέραια, σκουλαρίκια και διάφορα φυλαχτά. Στην κινέζικη τέχνη δράκοι, φοίνικες και πολλά άλλα βουδιστικά σύμβολα χρησιμοποιήθηκαν ως διακοσμητικά ή φυλαχτά σε περιδέραια, δαχτυλίδια και βραχιόλια.
Στη Βόρια Αμερική κυριαρχούσαν τα κοσμήματα από δέρματα, κόκαλα και φτερά, που βλέπουμε στις στολές των Ερυθροδέρμων, επειδή πίστευαν πως όποιος έχει κάποιο από αυτά τα αντικείμενα διαθέτει ικανότητες του ζώου από το οποίο προέρχονταν ή του θεού που αυτό αντιπροσώπευε. Στο Μεξικό και τη Νότια Αμερική, όπου υπήρχε άφθονο χρυσάφι, το μέταλλο αυτό χρησιμοποιήθηκε για προσωπικά  καλλιτεχνήματα όσο και για τελετουργικά κοσμήματα (περιδέραια, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και βραχιόλια). Τα θέματα που χρησιμοποιούνταν ήταν και εδώ κατά βάση θρησκευτικού περιεχομένου, με ιδιαίτερη έμφαση στις μάσκες.
Αρχαία Ελλάδα και Βυζαντινή εποχή. Βρίσκουμε σκουλαρίκια, βραχιόλια και περιδέραια, που κυριάρχησαν στην ελληνική τέχνη ήδη από το 2500 π.Χ. Κατά την άνθηση της ελληνιστικής περιόδου οι μικρογραφίες ειδώλων των θεών ήταν ανάμεσα στα κοινά μοτίφ [Εικ. 4,Εικ. 5].

Η αριστοκρατία του Βυζαντίου φορούσε κοσμήματα σε υπερβολική αφθονία από χρυσό, μαργαριτάρια, ρουμπίνια και σμάλτο. Χαρακτηριστικό μοτίφ σε βυζαντινά σκουλαρίκια ήταν ο ανάγλυφος σταυρός πλαισιωμένος από παγόνια και άλλες θρησκευτικές παραστάσεις. Το εικονιζόμενο βυζαντινό σκουλαρίκι [Εικ. 6] είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

 

Εικ. 5 - Αρχαιοελληνικό σκουλαρίκι με παράσταση μάλλον του θεού Ήλιου/Απόλλωνα
Εικ. 6 - Βυζαντινό σκουλαρίκι με εγχάρακτη αγιογραφία
Δυστυχώς αυτή η μορφή στολισμού πέρασε κατά κόρον στα άμφια των κληρικών της ανατολικής εκκλησίας με σύγχρονο εκφραστή και λάτρη τους τον σημερινό αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Χριστόδουλο.

 

Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ (α) Προσωπικά κοσμήματα Στην ιερή ιστορία, από την εποχή των Πατριαρχών και μετέπειτα, η χρήση κοσμημάτων ήταν ευρύτατα διαδεδομένη και συχνά μνημονεύεται στις Άγιες Γραφές. Ενδεικτικά αναφέρεται πώς ο δούλος του Αβραάμ Ελιέζερ πρόσφερε στη Ρεβέκκα, μέλλουσα σύζυγο του Ισαάκ, «ενώτια χρυσά [ορθότερα “ένα χρυσό κρίκο για τη μύτη” (ΝΔΜ)], βάρους ημίσεος σίκλου και δύο βραχιόλια διά τας χείρας αυτής, βάρους δέκα σίκλων χρυσίου» (Γεν. 24/κδ/22). Προφανώς αυτά τα δώρα αποτελούσαν εκφράσεις τιμής για το άτομο που τα φορούσε. Μια μεταγενέστερη περιγραφή των γυναικείων στολισμάτων δίνεται σε μια προφητεία του Ησαΐα, όπου αναφέρονται περισσότερα από είκοσι (20) ξεχωριστά είδη κοσμημάτων και σχετικών αντικειμένων, και έχει ως εξής: «Επειδή αι θυγατέρες της Σιών υπερηφανεύθησαν, και περιπατούσι με υψωμένον τράχηλον, και με όμματα άσεμνα, περιπατούσαι τρυφηλά, και τρίζουσαι με τους πόδας αυτών, διά τούτο ο Κύριος θέλει φαλακρώσει την κορυφήν της κεφαλής των θυγατέρων της Σιών, και ο Κύριος θέλει εκκαλύψει την αισχύνην αυτών. Εν εκείνη τη ημέρα ο Κύριος θέλει αφαιρέσει την δόξα των τριζόντων στολισμών, και τα εμπλόκια, και τους μηνίσκους, τα περιδέρραια, και τα βραχιόλια, και τας καλύπτρας, τους κεκρυφάλους, και τας περισκελίδας, και τα κεφαλόδεσμα, και τας μυροθήκας, και τα ενώτια, τα δακτυλίδια, και τα έρρινα, τας ποικίλας στολάς, και τα επενδύματα, και τα περικαλύμματα, και τα θυλάκια, τα κάτοπτρα, και τα λεπτά λινά, και τας μίτρας, και τα θέριστρα [=πέπλα, εσάρπες]. Και αντί της γλυκείας οσμής, θέλει είσθαι δυσωδία^ και αντί ζώνης, σχοινίον^ και αντί καλλικομίας, φάλακρωμα^ και αντί επιστομαχίου, περίζωμα σάκκινον^ ηλιόκαυμα αντί ωραιότητος» (Ησ. 3/γ/16-24).
Επίσης, απευθυνόμενος με προφητικό λόγο προς την Ιερουσαλήμ, ο Κύριος παρουσιάζεται να έχει περιποιηθεί την πόλη (τον λαό της) με ιδιαίτερη φροντίδα, στην οποία περιλαμβάνονταν αρκετά κοσμήματα (εξυπακούεται με πνευματική έννοια): «Σε ενέδυσα κεντητά, και σε υπέδησα με σανδάλια υακίνθινα, και σε περιέζωσα με βύσσον, και σε εφόρεσα μεταξωτά. Και σε εστόλισα με στολίδια, και περιέθεσα εις τας χείράς σου βραχιόλια, και περιδέραιον επί τον τράχηλόν σου. Και έβαλον έρρινα εις τους μυκτήράς σου, και ενώτια εις τα ώτά σου, και στέφανον δόξης επί την κεφαλήν σου. Και εστολίσθης με χρυσίον και αργύριον^ και τα ιμάτιά σου ήσαν βύσσινα, και μεταξωτά, και κεντητά» (Ιεζ. 16/ις/10-13). Από τα παραπάνω καθώς και από το ερώτημα που θέτει ο Θεός στον προφήτη Ιερεμία (2/β/32), «Δύναται η κόρη να λησμονήση τους στολισμούς αυτής, η νύμφη τον καλλωπισμό αυτής;» γίνεται φανερό ότι ο Κύριος θεωρούσε δεδομένο ότι οι γυναίκες τουλάχιστον, ήταν αναμενόμενο να παρουσιάζονται με κάποια στολίδια, ιδιαίτερα μάλιστα κατά την ημέρα του γάμου τους και ο Ησαΐας μνημονεύει τη νύφη «κεκοσμημένην με τα πολύτιμα αυτής καλλωπίσματα» (Ησ. 61/ξα/10). Επιπλέον, στις Παροιμίες διαβάζουμε ότι, «ως ενώτιον χρυσούν, και στολίδιον καθαρού χρυσίου, είναι ο σοφός, ο ελέγχων ωτίον υπήκοον» (25/κε/12). Μπορούμε να συμπεράνουμε, λοιπόν, ότι η βιβλική άποψη για αυτά τα κοσμήματα κατ’ αρχήν δεν είναι αρνητική. Είναι ολοφάνερο, ότι ο Θεός, που μαζί με την υπόλοιπη φύση δημιούργησε και τα υλικά από τα οποία κατασκευάζονται τα κοσμήματα, προφανώς το έκανε για να τα χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Επιπλέον, ποτέ το Πνεύμα του Θεού δεν θα χρησιμοποιούσε τέτοιους παραλληλισμούς αν όλα ανεξαιρέτως τα κοσμήματα ήταν κατακριτέα. (β) Θρησκευτικά σύμβολα (1) Ιερά Διακόσμηση χρησιμοποιήθηκε και στη θρησκεία του λαού Ισραήλ. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι η απαίτηση του Νόμου, οι άκρες των ρούχων τους να καταλήγουν σε κρόσια (κράσπεδα), έχει ένα σχετικό χαρακτήρα. Επιπλέον στη Σκηνή του Μαρτυρίου υπήρχαν κεντητές παραστάσεις και στα άμφια του Αρχιερέα υπήρχαν κρεμαστά ρόδια και μικρά κουδουνάκια και άλλα συμβολικά αντικείμενα «εντέχνου εργασίας». Ακόμη, στα άμφια του Αρχιερέα περιλαμβανόταν ένα περιστήθιο στολισμένο με 12 πολύτιμους λίθους, έναν για κάθε φυλή του Ισραήλ, ο δε Σολομώντας, όταν έχτισε το ναό του Θεού, «εκόσμησε τον οίκον με λίθους τιμίους διά ωραιότητα» (Β~ Χρον. 3/γ/6). Τέλος δε μπορεί να είναι χωρίς σημασία που ήδη από το δεύτερο κεφάλαιο της Γένεσης, μέσα στον Παράδεισο, γίνεται αναφορά στον ποταμό Αβιλά, «όπου ευρίσκεται το χρυσίον^ το δε χρυσίον της γης εκείνης είναι καλόν^ εκεί είναι το βδέλλιον, και ο λίθος ο ονυχίτης» (Γεν. 2/β/11-12), ούτε ότι η Βίβλος τελειώνει με την περιγραφή της Νέας Ιερουσαλήμ, που έχει λαμπρότητα όμοια «με λίθον πολύτιμον, ως λίθον ίασπιν κρυσταλλίζοντα» και η οικοδόμησή της είναι με ίασπι και καθαρό χρυσάφι, ενώ τα θεμέλια του τείχους της είναι κοσμημένα «με πάντα λίθον πολύτιμον» και οι πυλώνες της είναι δώδεκα μαργαριτάρια!

 

(2) Ειδωλολατρικά Εντούτοις, όπως και όλα τα άλλα πράγματα, τα κοσμήματα δεν είναι πάντοτε αθώα. Κάτω από το καθεστώς της ειδωλολατρίας που ζούσαν τότε οι άνθρωποι, πολλά από αυτά μεταβλήθηκαν σε θρησκευτικά εξαρτήματα (σύμβολα, λατρευτικά αντικείμενα, φυλακτά κ.λπ.). Σαν αποτέλεσμα παρατηρούμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι Γραφές αντιμετωπίζουν τα κοσμήματα με εντελώς αρνητικό τρόπο. Ως παράδειγμα μνημονεύεται το στιγμιότυπο της θυσίας που έκανε ο Ιακώβ στην Βαιθήλ, όπου ζήτησε από το λαό που τον ακολουθούσε: «Εκβάλετε τους θεούς τους ξένους, τους μεταξύ σας, και καθαρίσθητε, και αλλάξατε τα ενδύματά σας^ και σηκωθέντες, ας αναβώμεν εις Βαιθήλ^ και εκεί θέλω κάμει θυσιαστήριον εις τον Θεόν». Αποτέλεσμα αυτού του «καθαρισμού» ήταν να του δώσουν «πάντας τους ξένους θεούς, όσοι ήσαν εις τας χείρας αυτών, και τα ενώτια, τα εις τα ωτία αυτών», τα οποία έθαψε κάτω από μια βελανιδιά (Γεν. 35/λε/1-4). Η ταύτιση των «ξένων θεών» με τα «ενώτια, τα εις τα ωτία αυτών» φανερώνει πως αυτά δεν ήταν πλέον απλά κοσμήματα, αλλά μάλλον θρησκευτικά αντικείμενα ειδωλολατρικής σημασίας. Ας σημειωθεί εδώ ότι στο εβραϊκό κείμενο χρησιμοποιούνται τουλάχιστον τρεις ξεχωριστές λέξεις που συνήθως μεταφράζονται ως «ενώτια», όμως στην πραγματικότητα υπάρχουν διακριτικές διαφορές. Έχει αποδειχθεί ότι εξαιτίας των δεισιδαιμονικών τους προλήψεων διάφορα κοσμήματα τα χρησιμοποιούσαν ως φυλακτά, μαγικά και αποτρεπτικά αντικείμενα, μάλιστα επάνω τους χάραζαν διάφορα σύμβολα, ειδικούς συνδυασμούς γραμμάτων, διάφορα γητέματα και παραστάσεις σχετικές με τις θεότητες που λάτρευαν. Ο Μαϊμονίδης κάνει λόγο για τέτοια στολίδια που είχαν επάνω τους χαραγμένες τις μορφές του ήλιου ή της σελήνης κ.λπ. Το ίδιο και ο Αυγουστίνος (Epist. 73). [Εικ. 2,4,5]. Μήπως και σήμερα δεν υπάρχουν πολλά κοσμήματα, που κρέμονται στους λαιμούς και τα αυτιά πολλών γυναικών και ανδρών, έχοντας επάνω τους θρησκευτικές παραστάσεις, αναπαραστάσεις ιερών προσώπων, σταυρούς διαφόρων ειδών και συμβολισμών, όπως επίσης τα ζωδιακά και άλλα νεοεποχήτικα σύμβολα; Όλα αυτά είναι συνέχεια εκείνης της κατακριτέας ειδωλολατρικής πρακτικής που στην εποχή μας επανέρχονται στο προσκήνιο κάτω από το νεοπαγανιστικό πνεύμα.
(γ) Στοιχεία αλαζονείας Ειπώθηκε παραπάνω ότι η βιβλική άποψη για τα κοσμήματα κατ’ αρχήν δεν ήταν πάντοτε αρνητική. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι αυτό αφορούσε μόνο τον απλό στολισμό. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, τα κοσμήματα ανέκαθεν χρησιμοποιήθηκαν για επίδειξη πλούτου και κοινωνικής υπεροχής. Με τον τρόπο αυτό όσοι είχαν τη δυνατότητα επιβάλλονταν στους φτωχότερους και δημιουργούσαν γύρω από το πρόσωπό τους μια αίγλη. Αυτό το πνεύμα καταδικάζεται από την Αγία Γραφή, και ο Ιάκωβος κατακρίνει την αδυναμία των πιστών να βλέπουν όλους τους ανθρώπους ισάξιους, χωρίς να προσωποληπτούν εξαιτίας των κοινωνικών διακρίσεων. Έτσι γράφει: «Αδελφοί μου, μη έχετε με προσωποληψίας την πίστιν (...) διότι εάν εισέλθη εις την συναγωγήν σας άνθρωπος έχων χρυσούν δακτυλίδιον με λαμπρόν ένδυμα, εισέλθη δε και πτωχός με ρυπαρόν ένδυμα, και επιβλέψητε εις τον φορούντα το ένδυμα το λαμπρόν, και είπητε προς αυτόν, Συ κάθου εδώ καλώς^ και προς τον πτωχόν είπητε, Συ στέκε εκεί, ή, Κάθου εδώ υπό το υποπόδιόν μου^ δεν εκάμετε άρα διάκρισιν εν εαυτοίς, και εγείνετε κριταί πονηρά διαλογιζόμενοι;» (Ιακ. 2/β/1-4). Το χρυσό δαχτυλίδι και τα λαμπρά ρούχα ήταν και είναι μέρος μιας διαδικασίας αποχωρισμού και διάκρισης μεταξύ των ανθρώπων, στοιχείο ανεπίτρεπτο για τους αληθινούς χριστιανούς. Επίσης η εσχατολογική πόρνη Βαβυλώνα, παρουσιάζεται ντυμένη περήφανα με «πορφύραν και κόκκινον, και κεχρυσωμένη με χρυσόν και λίθους τιμίους και μαργαρίτας» (Αποκ. 17/ιζ/4). Όμως σήμερα δεν είναι ανάγκη να καταφύγει κανείς σε ειδικά κοσμήματα “για να φανεί στους άλλους”. Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο τρόπος με τον οποίο κάποιος στολίζεται είναι ενδεικτικός του πνεύματος που φιλοξενεί στην καρδιά του. Όμως τη θέση των φορητών κοσμημάτων έχουν πάρει άλλα “είδωλα”, της ματαιοδοξίας, της περηφάνιας και της πλεονεξίας. Ρούχα “σινιέ”, ρολόγια πανάκριβα, παπούτσια από ειδικά καταστήματα, πανάκριβα αυτοκίνητα και άλλα είδη πολυτελείας χρησιμοποιούνται από πολλους κατά κόρον για να ξεχωρίσουν(!). Αυτό το στοιχείο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας ο Θεός το καυτηρίαζε πάντοτε και μάλιστα σε ειδικές περιπτώσεις απαιτούσε από το λαό να δείξει έμπρακτα την ταπείνωσή του. Γι’ αυτό σε κάθε περίπτωση που υπήρχε αληθινή και βαθιά μετάνοια, ήταν απαραίτητο ο άνθρωπος να βγάλει από πάνω του κάθε τι που χρησιμοποιούσε για προβολή του. Ως κλασικό παράδειγμα, χωρίς να είναι το μόνο, αναφέρουμε την ιστορία του προφήτη Ιωνά, όπου οι άνδρες της Νινευή «εκήρυξαν νηστείαν, και ενεδύθησαν σάκκους από μεγάλου αυτών έως μικρού αυτών» και ο βασιλιάς τους «εσηκώθη από του θρόνου αυτού, και αφήρεσε την στολήν αυτού επάνωθεν εαυτού, και εσκεπάσθη με σάκκον, και εκάθισεν επί σποδού» (Ιωνάς 3/γ/5-6). (δ) Υπάρχει κάτι πολύ καλύτερο Ωστόσο ήδη από την Παλαιά Διαθήκη προβάλλεται κάτι ανώτερο και καλύτερο από τον υλικό στολισμό του ατόμου, και αυτό είναι οι αρετές και η πνευματική ομορφιά.
Έτσι ο σοφός Παροιμιαστής δηλώνει ότι «ο σοφός, ο ελέγχων ωτίον υπήκοον, είναι ως ενώτιον χρυσούν, και στολίδιον καθαρού χρυσίου» (25/κε/12) και επίσης, «Μακάριος ο άνθρωπος όστις εύρηκε σοφίαν, και ο άνθρωπος όστις απέκτησε σύνεσιν^ διότι το εμπόριον αυτής είναι καλήτερον παρά το εμπόριον του αργυρίου, και το κέρδος αυτής παρά χρυσίον καθαρόν. Είναι τιμιωτέρα πολυτίμων λίθων^ και πάντα όσα επιθυμήσης δεν είναι αντάξια αυτής» (3/γ/13-15). Επίσης η συμβουλή των γονιών και άλλες αρετές περιγράφονται ως «στέφανος χαρίτων και περιδέρραιον περί τον τράχηλον» (Παρ. 1/α/9).
Σε αντίθετη κατεύθυνση υπογραμμίζει ότι, «ως έρρινον χρυσούν εις χοίρου μύτην, ούτω γυνή ωραία χωρίς φρονήσεως» (11/ια/22).
Η Βίβλος γενικά προβάλλει τη σεμνότητα, ιδιαίτερα μάλιστα στην Καινή Διαθήκη, όπου οι γυναίκες καλούνται «με στολήν σεμνήν, με αιδώ και σωφροσύνην να στολίζωσιν εαυτάς, ουχί με πλέγματα, ή χρυσόν, ή μαργαρίτας, ή ενδυμασίαν πολυτελή^ αλλά (το οποίον πρέπει εις γυναίκας επαγγελλομένας θεοσέβειαν), με έργα αγαθά» (Α~ Τιμ. 2/β/9-10).
Και ο Πέτρος προτρέπει τις χριστιανές γυναίκες: «Ο στολισμός ας ήναι ουχί ο εξωτερικός, ο του πλέγματος των τριχών και της περιθέσεως των χρυσίων, ή της ενδύσεως των ιματίων, αλλ’ ο κρυπτός άνθρωπος της καρδίας κεκοσμημένος με την αφθαρσίαν του πράου και ησυχίου πνεύματος, το οποίον ενώπιον του Θεού είναι πολύτιμον». (Α~ Πέτρ. 3/γ/1-6).
Συνεπώς η Βίβλος δίνει το μέτρο με το οποίο πρέπει όλοι, και άντρες και γυναίκες, να αντιμετωπίζουν το στολισμό τους...
Μη βιαστείτε όμως να βγάλετε ακόμη τα συμπεράσματά σας, διότι, πέρα από την ιστορική αναφορά, υπάρχει και το σήμερα, για το οποίο θα γίνει λόγος, Θεού θέλοντος, στο επόμενο τεύχος. |
Συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ