2. Η θέση της γυναίκας στις Άγιες Γραφές (Α)

Πολλές κατηγορίες έχουν αποδοθεί στο Θεό και τους συγγραφείς της Βίβλου για διάκριση σε βάρος των γυναικών, και απροθυμία να θίξουν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, ώστε να "ελευθερώσουν" τις γυναίκες και να τους αποδώσουν τη θέση που τους ανήκει, "σε απόλυτη ισότητα με τον άντρα". Η κακή πληροφόρηση οδηγεί σε κακή διδασκαλία και πρακτικές, όπως είναι ο άδικος παραμερισμός των γυναικών σε πολλούς εκκλησιαστικούς χώρους, η εκμετάλλευσή τους από την κοινωνία σε βάρος του κύριου ρόλου τους ως συζύγων και μητέρων, αλλά και η προσπάθεια πολλών να ανατρέψουν τις γνήσιες βιβλικές αρχές για τις θέσεις και σχέσεις των δύο φύλων. Σαν χρέος προς τις μητέρες, συζύγους, κόρες και αδελφές μας, που τις αγαπούμε και σεβόμαστε εν Χριστώ «ως συγκληρονόμους της χάριτος της ζωής» (Α' Πέτρ. 3/γ/7), δημοσιεύουμε τούτη την τετραπλή μελέτη με αντικείμενο τη θέση της γυναίκας στην Ιστορία, στις Άγιες Γραφές, στην Εκκλησία της αποστολικής εποχής και στην Εκκλησία σήμερα. Ακολουθεί το 2ο μέρος.

2. Η θέση της Γυναίκας στις Άγιες Γραφές (Α)

Πέρα από κάθε αμφιβολία και αντίθετα από ό,τι την κατηγορούν, η Αγία Γραφή αναφέρεται στη γυναίκα ευθύς από τις πρώτες σελίδες της, αξίζει δε να σημειωθεί η θριαμβευτική νότα που χαρακτηρίζει τη δημιουργία και είσοδο της πρώτης γυναίκας στον κόσμο (Γεν. 2/β/20-24). Στη βιβλική φρασεολογία η κατασκευή και ο προορισμός της γυναίκας σε τίποτε δεν υστερούν από του άντρα, για τους εξής βασικούς λόγους:

(1) Ο σκοπός του Θεού για τη δημιουργία της γυναίκας ήταν σαφής και συγκεκριμένος, και ήθελε να προμηθεύσει στον άντρα όχι ένα οποιοδήποτε ον υποκείμενο σ' αυτόν αλλά, αντίθετα, «βοηθόν όμοιον με αυτόν».

(2) Για την πλάση της γυναίκας ο Δημιουργός διέθεσε την ίδια άμεση μέριμνα και εργασία, όπως και για τον άντρα, και «κατεσκεύασε Κύριος ο Θεός την πλευράν, την οποίαν έλαβεν από του Αδάμ, εις γυναίκα». Ασφαλώς και θα μπορούσε ο Κύριος να πλάσει ταυτόχρονα και τα δύο φύλα, όμως με την ξεχωριστή δημιουργία θέλησε να τονίσει ότι πρόκειται για δύο όμοια σε αξία όντα, αν και τόσο διαφορετικά. Κάθε κατηγορία, ότι δήθεν οι Άγιες Γραφές καλλιεργούν οποιαδήποτε μεροληψία ενάντια στη γυναίκα, δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές, λοιπόν, η δημιουργία της γυναίκας είναι έργο θεϊκό με υψηλούς σκοπούς και, επιπλέον, παρά την είσοδο της αμαρτίας που άλλαξε άρδην το σκηνικό, η γυναίκα πάντα αντιμετωπίζεται σαν πρόσωπο με ανώτερο προορισμό, η δε πρόσκληση και η συμμετοχή της στην προοπτική της σωτηρίας δεν περιέχει την παραμικρή διάκριση εξαιτίας του φύλου.

Άλλο Βίβλος και άλλο Θρησκεία

Είναι ανάγκη, ωστόσο, να διατυπώσουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τη διαφορά ανάμεσα στη βουλή του Θεού, όπως αυτή εκφράζεται στις Άγιες Γραφές, και στην πλαστή εικόνα που συχνά αποδίδουν διάφορες θρησκευτικές διδασκαλίες, δυστυχώς ακόμη και χριστεπώνυμες. Η υποτίμηση του γάμου και η "κατ' οικονομίαν ανοχή" του από ορισμένες εκκλησίες, είναι τρανταχτό παράδειγμα. Αντίθετα από ό,τι διατείνονται κάποιοι, πουθενά στο λόγο του Θεού δεν υπερτιμάται η αγαμία από τον γάμο και είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί μια και καλή πόσο διεστραμμένη, αυθαίρετη και ανεδαφική είναι η άποψη που από αιώνες κυκλοφορεί σε ορισμένους θρησκευτικούς κύκλους, ότι δήθεν ο Θεός δεν είχε από την αρχή στη σκέψη Του η παιδοποιία να γίνεται με τη συζυγική σχέση, την οποία και θεωρούν περίπου "αμαρτωλή".

Η ιδέα αυτή ελέγχεται εύκολα με ελάχιστα λογικά ερωτήματα:

(1) Γιατί να φτιάξει ο Θεός τη γυναίκα, αν δεν επρόκειτο αυτή να γεννά παιδιά;

(2) Γιατί να δώσει την ευλογία «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, και γεμίσατε την γην, και κυριεύσατε αυτήν» στους Πρωτόπλαστους που ο ίδιος «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς»;

(3) Γιατί όρισε ο Θεός να αφήνει ο άνθρωπος τον πατέρα και τη μητέρα του για να προσκολληθεί στη γυναίκα του, ώστε να είναι «οι δύο εις σάρκα μίαν»;

(4) Και πώς θα μπορούσε να έχει πατέρα και μητέρα, αν αυτοί δεν είχαν μεταξύ τους τη συζυγική σχέση;

Yπόψη δε πως όλα αυτά έγιναν και ειπώθηκαν πριν από την είσοδο της αμαρτίας στη ζωή των ανθρώπων! (Γεν. 1/α/27-28, 2/β/24). Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η διδασκαλία αυτή δεν έχει ούτε βιβλική ούτε λογική βάση, ο δε εισηγητής της πρέπει να ζητηθεί μακριά από τον Θεό.

Ασφαλώς και προβλέπεται καθεστώς αγαμίας για ορισμένα άτομα που έχουν ανάλογο χάρισμα από τον Θεό, για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναγκών της διακονίας, ουδέποτε όμως προβάλλεται από το Ευαγγέλιο σαν κάτι "ανώτερο" ή "ιδανικότερο" από το γάμο. Τα λόγια του Παύλου υπέρ της αγαμίας (Α' Κορ. 7/ζ/8), αφορούσαν συγκεκριμένη περίοδο, στα πλαίσια των διωγμών των αποστολικών χρόνων, και όχι όλες τις εποχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή είχαν διαχρονική ισχύ, ο Παύλος παρουσιάζεται ανακόλουθος, αφού σε άλλη επιστολή γράφει ακριβώς τα αντίθετα (Α' Τιμ. 5/ε/15). Έτσι, μόνο σε παρανόηση των λόγων του Απόστολου, περισσότερο όμως σε επιρροή ανατολικών ειδωλολατρικών θρησκειών και αρχαίων αιρέσεων μπορεί ν' αποδοθεί η υπερύψωση της αγαμίας, λάθος που έκανε δυστυχείς πολλούς ευσεβείς ανθρώπους, στάθηκε αφορμή για πολλά ηθικά σκάνδαλα και έφερε μεγάλη μομφή στην υπόθεση του Χριστού ανά τους αιώνες.

2.1. ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ίσως φανεί παράξενο εκ πρώτης όψεως -επειδή πολλοί διατηρούν την ψευδεντύπωση ότι οι γυναίκες είναι λησμονημένες από τη Βίβλο- όμως η πραγματικότητα είναι πως υπάρχουν τόσες πολλές γυναίκες καταγραμμένες στις Άγιες Γραφές που δεν είναι δυνατόν εδώ να παραθέσουμε όλων τα ονόματα. Αντί γι' αυτό, λοιπόν, περιοριζόμαστε ν' αναφερθούμε σε ορισμένες μόνο χαρακτηριστικές μορφές, παραθέτοντας συνάμα κάποια σχόλια, που φανερώνουν τη θέση και την επιρροή τους.

Μετά την Εύα, για την οποία ήδη μιλήσαμε, οι επόμενες γυναίκες που αναφέρονται ονομαστικά είναι οι Αδά και Σιλλά, γυναίκες του Λάμεχ. «Και έλαβεν εις εαυτόν ο Λάμεχ δύο γυναίκας^ το όνομα της μιάς, Αδά, και το όνομα της άλλης, Σιλλά» (Γεν. 4/δ/19). Προφανής λόγος αυτής της ξεχωριστής μνείας είναι το γεγονός ότι στην περίπτωσή τους συναντούμε την πρώτη πολυγαμία.

Στα χρόνια των Πατριαρχών

Μετά ο λόγος γίνεται για τη Σάρρα, τη γυναίκα του πατριάρχη Αβραάμ, μέσω της οποίας ήρθε στον κόσμο ο λαός Ισραήλ. Αν και βρισκόμαστε ακόμη στα πρώτα κεφάλαια της βιβλικής ιστορίας (2.000 χρόνια π.Χ.), οι λεπτομέρειες της αφήγησης βοηθούν να δούμε στο πρόσωπο της Σάρρας τη σημαντική θέση που είχαν οι γυναίκες στην κοινωνία εκείνης της εποχής. Πρώτο και σπουδαιότερο απ' όλα παρατηρούμε ότι υπάρχει μονογαμία. Ο Αβραάμ είχε μία μόνο γυναίκα, παρά δε το γεγονός ότι τα χρόνια περνούσαν χωρίς η στειρότητά της να φέρνει το ποθητό παιδί, που θα υλοποιούσε την υπόσχεση του Θεού, δεν ήταν ο Αβραάμ που αποφάσισε να συνάψει σχέσεις με τη δούλη του, αλλά ήταν η πρωτοβουλία της Σάρρας που παραχώρησε τη δούλη της Άγαρ στη δικής της θέση.

Αλλά και γενικότερα, στη σχέση ανάμεσα σ' αυτό το πατριαρχικό ζευγάρι, διακρίνουμε την αποφασιστική θέση που είχε η σύζυγος στα οικογενειακά θέματα, σε σημείο που ο Αβραάμ παρουσιάζεται κάποτε ως «υπακούων» στη συμβουλή της γυναίκας του (Γεν. 16/ις/1-6). Κι ας μην διαφύγει το γεγονός ότι ο ίδιος ο Θεός έρχεται κάποια στιγμή να συμβουλεύσει τον Αβραάμ: «κατά πάντα όσα είπη προς σε η Σάρρα, άκουε τους λόγους αυτής» (Γεν. 21/κα/12). Κάθε άλλο, λοιπόν, παρά εξουθένωση της γυναίκας μαρτυρείται από αυτή την ιστορία. Είναι άραγε χωρίς σημασία ότι η γυναίκα αυτή έλαβε από τον Θεό το όνομα Σάρρα (=αρχόντισσα);

Η ιστορία της Άγαρ προσθέτει κάποια άλλα στοιχεία στην έρευνά μας. Αν και δούλη της Σάρρας, αναφέρεται ονομαστικά ακριβώς επειδή έπαιξε σημαντικό ρόλο (έστω και χωρίς προσωπική της ευθύνη) στην υπόθεση της πραγμάτωσης της θείας διαθήκης και, μάλιστα, ως τύπος με πνευματικές προεκτάσεις (Γαλ. 4/δ/24-31). Μάλιστα, αν και ως δούλη η Άγαρ είναι υποχρεωμένη από τη θέση της να υποτάσσεται στις απαιτήσεις της κυρίας της, η οποία και δεν της συμπεριφέρεται πάντοτε όμορφα, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Θεός παρακολουθούσε τη ζωή της και απευθύνθηκε σ' αυτήν προσωπικά για να της δώσει ευλογίες και διαβεβαιώσεις για το μέλλον του γιου της Ισμαήλ, επικοινωνώντας μαζί της όπως το έκανε και με τον Αβραάμ, χωρίς διάκριση εξαιτίας του φύλου της (Γεν. 16/ις/7-14). Το ότι η Άγαρ ήταν δούλη, δεν έχει να κάνει με το φύλο της, αφού δούλοι υπήρχαν εξίσου άντρες και γυναίκες (π.χ. ο Ελιέζερ).

Η ιστορία εξεύρεσης νύφης για τον Ισαάκ, που ακολουθεί στη συνέχεια, είναι επίσης ενδεικτική για τη θέση των γυναικών σ' εκείνη την αρχαία εποχή. Πρώτα απ' όλα παρατηρούμε ότι η Ρεβέκκα κινείται ελεύθερη μακριά από το χώρο του σπιτιού, «έξω της πόλεως παρά το φρέαρ του ύδατος, προς το εσπέρας, ότε εξέρχονται αι γυναίκες διά να αντλήσωσιν ύδωρ». Μια κοπέλα ανύπαντρη δεν νιώθει κίνδυνο να πάει μόνη της στο πηγάδι, ακόμη και τις απογευματινές ώρες, σημειωτέo δε ότι αυτή είναι ασχολία που συστηματικά εκτελούν οι κοπέλες και οι γυναίκες. Επίσης είναι αξιοπαρατήρητη η ελευθερία με την οποία συζητά με έναν ξένο άντρα, η προθυμία της να ποτίσει τις καμήλες του, καθώς και ότι αποδέχεται από τα χέρια του δώρα, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό ν' ανακοινώσει στους οικείους της τη συνάντηση και τη συνομιλία που είχε με τον ξένο (Γεν. 24/κδ/11-28).

Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι αδελφοί της δεν έχουν δικαίωμα ν' αποφασίσουν για λογαριασμό της και να "προσφέρουν" την κόρη τους για γάμο. Αφενός μεν ο Ελιέζερ αναρωτιέται: «ίσως δεν θελήση η γυνή να μοι ακολουθήση», αφετέρου δε οι συγγενείς της Ρεβέκκας δηλώνουν: «Ας ερωτήσωμεν την γνώμην αυτής^ και εκάλεσαν την Ρεβέκκαν, και είπον προς αυτήν, Υπάγεις μετά του ανθρώπου τούτου; Η δε είπεν, Υπάγω^ και εξαπέστειλαν την Ρεβέκκαν την αδελφήν αυτών» (Γεν. 24/κδ/39, 57-59). Με άλλα λόγια η κοπέλα αυτή ΕΙΧΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ που εκατομμύρια γυναικών στερούνται ακόμη και σήμερα, ύστερα από 3.500 χρόνια!

Άλλες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις από το βιβλίο της Εξόδου έχουμε όταν ο Φαραώ ελέγχει τις μαίες των Εβραίων, επειδή δεν θανάτωναν τα αρσενικά νεογνά σύμφωνα με τις εντολές του, και όπου οι δύο αυτές γυναίκες, οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα ήταν δούλες, στέκονται μπροστά στον πανίσχυρο άρχοντα, συνομιλούν μαζί του και προβάλλουν επιχειρήματα, δικαιολογώντας την πρακτική τους (Εξ. 1/α/15-20).

Και στο περιστατικό της απόκρυψης του μικρού Μωυσή, όπως και στη διάσωση και την υιοθεσία του από τη θυγατέρα του Φαραώ, οι γυναίκες συζητούν και αποφασίζουν μόνες τους για την τύχη του μικρού, όπως και εργάζονται για το μέλλον του, χωρίς την ανάμιξη κάποιου άντρα. Επίσης η Σεπφώρα, η γυναίκα του Μωυσή, είναι άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναικείας δυναμικής παρουσίας (Εξ. 2/β/16-22, 4/δ/25).

Μετά το Νόμο

Άλλο αξιοσημείωτο γυναικείο πρόσωπο αναφέρεται η Μαριάμ, αδελφή του Μωυσή, που όχι μόνο ήταν προφήτισσα (Εξ. 15/ιε/20), αλλά και έφτασε στο σημείο να διεκδικήσει από τον αδελφό της την ηγεσία του λαού Ισραήλ (Αρ. 12/ιβ/1-2), γεγονός αδιανόητο αν οι γυναίκες ήταν σε υποδεέστερη μοίρα, όπως θέλουν να τις παρουσιάζουν ορισμένοι.

Έτσι ερχόμαστε στη θρησκευτική ζωή των Εβραίων, όπου οι γυναίκες είχαν άφθονη παρουσία ως προφήτισσες. Ήδη μνημονεύθηκε η αδελφή του Μωυσή Μαριάμ, όμως υπήρξαν και άλλες, όπως η Δεβόρρα, η οποία μάλιστα υπηρέτησε και ως Κριτής του λαού (Κριτ. 4/δ/4), η Όλδα (Β' Βασ. 22/κβ/14) και η αναφερόμενη στο 8/η' κεφάλαιο του Ησα<182>α, ενώ στον Ιεζεκιήλ γίνεται λόγος για «τας θυγατέρας του λαού σου, τας προφητευούσας εξ ιδίας αυτών καρδίας» (13/ιγ/17), κατά μίμηση προφανώς αληθινών προφητισσών. Αφετέρου, όπως φαίνεται από την διήγηση για τις προσευχές της Άννας, μητέρας του Σαμουήλ (Α' Σαμ. 1/α'-2/β') έκαναν συχνές επισκέψεις στη Σκηνή του Μαρτυρίου και αργότερα στο Ναό της Ιερουσαλήμ.

Θα κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο μνημονεύοντας την ξεχωριστή μορφή της Αβιγαίας, η οποία είναι άκρως αποκαλυπτική για τον τρόπο ζωής της εποχής των Βασιλέων. Η ιστορία της είναι γραμμένη στο εικοστό πέμπτο κεφάλαιο του πρώτου Βιβλίου του Σαμουήλ. Η Αβιγαία ήταν σύζυγος κάποιου Νάβαλ, ο οποίος είχε πολλά κτήματα και ζώα στο όρος Κάρμηλο. Πέρα από την εξαιρετική ομορφιά της η γυναίκα ήταν γνωστή και για τη σύνεσή της, αντίθετα από τον άντρα της, που ήταν άνθρωπος σκληρός και κακός, ιδιαίτερα φιλάργυρος και αγνώμων. Εξαιτίας αυτών του των ελαττωμάτων ο Νάβαλ πρόσβαλε τον Δαβίδ, που εκείνο τον καιρό ήταν αντάρτης στα βουνά του Ισραήλ, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την οργή του.

Αντίθετα η Αβιγαία πρόβλεψε τον κίνδυνο αντεκδίκησης που ερχόταν στον Νάβαλ και τα υποστατικά του και προχώρησε σε μια κίνηση που δείχνει άτομο δυναμικό και, οπωσδήποτε, ικανό να αποφασίζει και να πράττει ακόμη και αντίθετα από ό,τι είχε αποφασίσει ο σύζυγός της. Το γεγονός ότι κάποιος από τους δούλους του Νάβαλ ενημέρωσε την Αβιγαία για την συμπεριφορά του άντρα της και της ζήτησε να ενεργήσει από μόνη της «ιδέ τι θέλεις κάμει συ», αφήνει να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί ήξεραν ότι η Αβιγαία είχε το δικαίωμα να παίρνει πρωτοβουλίες. Σαν αποτέλεσμα πήρε με δούλους αρκετά τρόφιμα, τα οποία και παρέδωσε στον Δαβίδ για τους στρατιώτες του, ζητώντας να συγχωρήσει την αφροσύνη του άντρα της και να δείξει έλεος στην οικογένειά της. Ομολογεί και χαρακτηρίζει τον άντρα της ως «δύστροπον άνθρωπον» και διαχωρίζει τη θέση της λέγοντας, «δεν είδον τους νέους του κυρίου μου, τους οποίους απέστειλας», επειδή διαφορετικά θα λάβαινε τα μέτρα της για να μην φτάσουν τα πράγματα σ' αυτή την κατάσταση.

Είναι άξιο προσοχής ότι ο Δαβίδ, αντί να παραξενευτεί από τούτη τη συμπεριφορά μιας γυναίκας εκείνης της εποχής, όχι μόνο δεν την κακοχαρακτήρισε, που έπραξε αντίθετα από ό,τι είχε προστάξει ο άντρας της, αλλά και αργότερα, όταν ο Νάβαλ πέθανε από κάποιο καρδιακό επεισόδιο, την έκανε δική του σύζυγο.

Η γυναίκα ως μητέρα

Χωρίς αμφιβολία, σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές, ένας από τους κύριους λόγους δημιουργίας της γυναίκας ήταν η παιδοποιία. Σαν αποτέλεσμα η μητρότητα έχαιρε μεγάλου σεβασμού και εκτίμησης από τους Εβραίους, και τούτο προβλεπόταν σαφέστατα στο Νόμο του Θεού. Ήδη στην 5η εντολή του Δεκαλόγου, διαβάζουμε: «Tίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, διά να γείνης μακροχρόνιος επί της γης, την οποίαν σοι δίδει Κύριος ο Θεός σου» (Εξ. 20/κ/12), όπου πατέρας και μητέρα δικαιούνται της αυτής τιμής και φροντίδας από τα παιδιά τους. Επίσης ίση ποινή επιβαλλόταν στο παιδί που δεν θα υπάκουε «εις την φωνήν του πατρός αυτού ή εις την φωνήν της μητρός αυτού» (Δευτ. 21/κα/18-21). Στις Παροιμίες ακόμη η θεία σοφία συμβουλεύει: «Ακουε υιέ μου, την διδασκαλίαν του πατρός σου, και μη απορρίψης τον νόμον της μητρός σου» (Παρ. 1/α/8, πρβλ. Παρ. 19/ιθ/26, 20/κ/20, 23/κγ/22, 28/κη/24, 30/λ/11,17). Τέλος ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού περιέχει τη διδασκαλία που η μητέρα του έδωσε στον βασιλιά Λεμουήλ (Παρ. 31/λα/1-31).

Γυναίκες σε υψηλά αξιώματα

Από την αρχαία εποχή οι σελίδες της Αγίας Γραφής αναφέρουν γυναίκες που είχαν μεγάλα αξιώματα και μάλιστα το ανώτατο αξίωμα, όπως εκείνο της βασίλισσας. Είναι γεγονός, βέβαια, ότι σύμφωνα με το λόγο του Θεού οι γυναίκες βασίλισσες δεν ήταν παρά βασιλικές σύζυγοι είτε βασιλομήτορες (στη Βίβλο αναφέρονται ονομαστικά περισσότερες από 15 βασιλομήτορες στο βασίλειο του Ιούδα), όμως μνημονεύεται και η βασίλισσα της Σεβά, η οποία παρουσιάζεται με σοφία, πλούτο και δόξα, ανάλογα με του Σολομώντα, τον οποίο ήρθε να γνωρίσει «μετά καμήλων πεφορτωμένων αρώματα και χρυσόν πολύν σφόδρα και λίθους πολυτίμους (...) και έδωκεν εις τον βασιλέα εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου και αρώματα πολλά σφόδρα και λίθους πολυτίμους^ δεν ήλθε πλέον τόσο αφθονία αρωμάτων, ως εκείνα τα οποία η βασίλισσα της Σεβά έδωκεν εις τον βασιλέα Σολομώντα» (Α' Βασ. 10/ι/1-10). Μάλιστα ο βιβλικός ιστοριογράφος διόλου δεν θεωρεί υποτιμητικό για τον βασιλιά του να φιλοξενεί μια γυναίκα βασίλισσα και να δέχεται τα πλούσια δώρα της.

Όπως γνωρίζουμε από την κοσμική ιστορία, βασίλισσες υπήρξαν και στην Αίγυπτο, όπως η Χατσεπσούτ και αργότερα η Κλεοπάτρα, στο δε βιβλίο του Δανιήλ αναφέρεται ως βασίλισσα η μητέρα του Βαλτάσαρ, που συμβούλευσε τον γιο της να ζητήσει από τον προφήτη την εξήγηση της θείας επιγραφής (Δαν. 5/ε/10).

Όλα αυτά δείχνουν ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν θεωρούσαν παράξενο το φαινόμενο γυναικών που να κατέχουν και τα ύψιστα ακόμη αξιώματα, ενώ ακραίες περιπτώσεις θα δούμε στη συνέχεια.

Κακή επιρροή από γυναίκες

Αντίθετα από ό,τι θα έπρεπε να συμβαίνει αν οι γυναίκες ήταν σε τόσο χαμηλή θέση, όπως θέλουν να λένε οι εχθροί της αλήθειας, οι Άγιες Γραφές περιέχουν και ιστορίες όπου οι γυναίκες όχι μόνο δεν ήταν "υποτακτικές" στους άντρες τους, αλλά πήραν στα χέρια τους την πρώτη θέση, επιδρώντας μάλιστα αρνητικά στην πνευματική ζωή των αντρών τους, όπως π.χ. στην ιστορία του Σολομώντα, που οι πολλές του γυναίκες τον οδήγησαν στην ειδωλολατρία. Εξαιτίας του περιορισμένου χώρου αυτού του περιοδικού, θα αναφέρουμε τα παραδείγματα δύο μόνο τέτοιων γυναικών. Η πρώτη ήταν η Ιεζάβελ, η γυναίκα του βασιλιά του Ισραήλ Αχαάβ, που το θλιβερό χρονικό της βασιλείας της καταγράφεται στις περικοπές Α' Βασ. 16/ις/31 μέχρι Β' Βασ. 9/θ/32. Η γυναίκα αυτή κατάφερε να επιβληθεί στον άντρα της και έβαλε όλες της τις δυνάμεις για ν' ανατρέψει τη λατρεία του αληθινού Θεού, προκειμένου δε να επιβάλλει στον Ισραήλ την λατρεία του Βάαλ, «εξωλόθρευε τους προφήτας του Κυρίου» (Α' Βασ. 18/ιη/4). Το γεγονός θα σχολιάσει καυστικά ο λόγος του Θεού: «Ουδείς τωόντι δεν εστάθη όμοιος του Αχαάβ, όστις επώλησεν εαυτόν εις το να πράττη πονηρά ενώπιον του Κυρίου, όπως εκίνει αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού» (Α' Βασ. 21/κα/25).

Η δεύτερη ήταν η Γοθολία, κόρη της προηγούμενης και γυναίκα του βασιλιά του Ιούδα Ιωράμ και μητέρα του βασιλιά Οχοζία τους οποίους, κατά το παράδειγμα της μητέρας της, παρέσυρε στην ειδωλολατρία. Για την περίπτωσή της ο λόγος του Θεού θα σχολιάσει: «η μήτηρ αυτού ήτο σύμβουλος αυτού εις το αμαρτάνειν» (Β' Χρον. 22/κβ/3). Η αιματοβαμμένη ιστορία της καταγράφεται στις περικοπές Β' Βασ. 8/η/25 μέχρι 11/ια/20 και Β' Χρον. 22/κβ/2 μέχρι 24/κδ/7. Mετά το σύντομο θάνατο του συζύγου της και αφού εξολόθρευσε όλη τη βασιλική οικογένεια, ανέβηκε η ίδια στο θρόνο για έξη χρόνια. Δεν μπόρεσε όμως να χαρεί πολύ την βασιλεία της επειδή ο εγγονός της Ιωάς που είχε διασωθεί κρυφά, ανακηρύχθηκε βασιλιάς από τον αρχιερέα Ιωδαέ, ο οποίος διέταξε και τη θανάτωσή της.

***

Όπως αναφέρθηκε από την αρχή αυτού του κειμένου, είναι πάρα πολλές οι γυναίκες που μνημονεύονται στην Παλαιά Διαθήκη, άλλες με καλή αναφορά (όπως η Ραάβ και η Ρουθ) και άλλες με κακή (όπως η γυναίκα και οι κόρες του Λωτ, αλλά και η γυναίκα του Δαβίδ Μιχάλ), ώστε δίκαια θα αντιγράφαμε τον συγγραφέα της Επιστολής προς Εβραίους «θέλει μοι λείψει ο καιρός διηγούμενον», και αυτό ξεφεύγει από το σκοπό αυτής της μελέτης.

Επίσης είναι γεγονός ότι η γυναίκα, εξαιτίας κυρίως της μυϊκής της αδυναμίας έναντι των αντρών, της απασχόλησής της με την παιδοποιία, μα κυρίως εξαιτίας της κακίας των ανθρώπων και της απομάκρυνσής τους από τα θεϊκά πρότυπα, πολλές φορές περιήλθε σε δυσμενή θέση. Μάλιστα σ' αυτή την κατηφόρα συχνά συντέλεσαν ενεργά και οι ίδιες οι γυναίκες. Για την αρνητική αυτή εξέλιξη, που σίγουρα δεν οφείλεται στον αρχικό σχεδιασμό του Θεού ή τη διδασκαλία της Βίβλου, θα γίνει λόγος στο τέλος της μελέτης μας.

Στο επόμενο: Η θέση της γυναίκας στην Καινή Διαθήκη.


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ