Το κήρυγμα του Παύλου στην Αθήνα

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Εταιρίας Barna Research Group, 73% των Αμερικανών σήμερα πιστεύουν ότι "ο Θεός είναι ένας παντοδύναμος, παντογνώστης και τέλειος Δημιουργός". Όμως, αυτό σημαίνει ότι 27% των Αμερικανών έχουν ριζικά διαφορετικές απόψεις για τη φύση του Θεού. (Σημ. "Τ": Παραπλήσια, αν όχι και χειρότερη, είναι η πνευματική εικόνα του ελληνικού λαού.)

Έτσι, κατά μέσο όρο, ένας στους τέσσερις ανθρώπους προς τους οποίους απευθύνεται το κήρυγμα του Ευαγγελίου, έχει για τον Θεό και τη ζωή απόψεις εντελώς ξένες προς τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Στην πραγματικότητα ανάμεσα και σ' εκείνους που αποτελούν την ομάδα του 73% της παραπάνω έρευνας, πιθανότατα υπάρχουν πολλοί περισσότεροι που οι απόψεις τους δεν είναι κατ' ανάγκη σύμφωνες με τη Βίβλο.

Δεδομένου ότι οι άνθρωποι στους οποίους απευθυνόταν ο απόστολος Παύλος στην αρχαία Αθήνα, αποτελούσαν μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπως μπορούμε να καταλάβουμε από την ομιλία του στο Άρειο Πάγο (Πράξ. 17/ιζ/16-34) η ομιλία εκείνη μπορεί να είναι ένα καλό παράδειγμα για τον τρόπο που κι εμείς κηρύττουμε το Ευαγγέλιο στο σύγχρονο κόσμο.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τη μέθοδο του Παύλου, ας κάνουμε τώρα μια βήμα βήμα μελέτη των χωρίων της ομιλίας του Παύλου, βρίσκοντας τα παράλληλά της στη σημερινή εποχή.


16Ενώ δε περιέμενεν αυτούς [τον Σίλα και τον Τιμόθεο] ο Παύλος εν ταις Αθήναις, το πνεύμα αυτού παρωξύνετο εν αυτώ, επειδή έβλεπε την πόλιν γέμουσαν ειδώλων. 17Διελέγετο λοιπόν εν τη συναγωγή μετά των Ιουδαίων, και μετά των θεοσεβών, και εν τη αγορά καθ' εκάστην ημέραν μετά των τυχόντων.

Ας σημειωθεί αρχικά η αντίδραση του Παύλου απέναντι στην ιδέα που είχαν εκείνοι οι ειδωλολάτρες για το θείο: "Το πνεύμα αυτού παρωξύνετο εν αυτώ". Όμως ο άνθρωπος αυτός του Θεού δεν έμεινε απλά να συλλογίζεται για το φαινόμενο, αλλά παρακινήθηκε για να τους κηρύξει το Ευαγγέλιο.

Ακολουθώντας την πάγια τακτική του "πρώτα στους Ιουδαίους" (Ρωμ. 1/α/16), άρχισε το κήρυγμά του "εν τη συναγωγή μετά των Ιουδαίων, και μετά των θεοσεβών". Τούτοι οι "θεοσεβείς" πιθανότατα ήταν άνθρωποι που είχαν δεχτεί την ιουδαϊκή θρησκεία αλλά δεν είχαν κάνει περιτομή. Τους συναντούμε επίσης στη συναγωγή της Αντιόχειας της Πισιδίας (Πράξ. 13/ιγ/16,26). Και οι δύο αυτές ομάδες δέχονταν την Παλιά Διαθήκη ως λόγο Θεού και επίσης πίστευαν ότι ο Θεός είναι άπειρος και προσωπικός Δημιουργός του σύμπαντος.

Αλλά το κήρυγμα του Παύλου δεν περιορίστηκε μόνο μέσα στη συναγωγή^ επεκτάθηκε "και εν τη αγορά καθ' εκάστην ημέραν μετά των τυχόντων". Με τον τρόπο αυτό έγινε γρήγορα γνωστό σε όλους ότι κάποιος ξένος κηρύττει μια νέα διδαχή.


18Τινές δε των Επικουρείων και των Στωικών φιλοσόφων συνήρχοντο εις λόγους μετ' αυτού^ και οι μεν έλεγον, Τι θέλει τάχα ο σπερμολόγος ούτος να είπη; οι δε, Ξένων θεών κήρυξ φαίνεται ότι είναι^ διότι εκήρυττε προς αυτούς τον Ιησούν και την ανάστασιν.

Ανάμεσα στους ακροατές του Παύλου ήρθαν τώρα και αρκετοί Επικούρειοι και Στωικοί φιλόσοφοι. Έτσι ο Παύλος είχε ν' αντιμετωπίσει ανθρώπους που η αντίληψή τους για το θείο ήταν ριζικά διάφορη από τη δική του.

Οι Επικούρειοι ήταν "δεϊστές"^ πίστευαν στην ύπαρξη κάποιου θεού που δημιούργησε το σύμπαν, χωρίς πια να ασχολείται με την τύχη του. Με άλλα λόγια αρνούνταν την ιδέα των θαυμάτων, τη θεία κυριαρχία και πρόνοια, την αποτελεσματικότητα της προσευχής και τη δυνατότητα οποιασδήποτε σχέσης του ανθρώπου με το θείο. Αυτές οι ιδέες τούς οδηγούσαν στην άρνηση κάθε σκέψης για ζωή μετά το θάνατο.

Μια καλύτερη ονομασία γι' αυτούς τους ανθρώπους θα ήταν "πρακτικοί αθεϊστές", δηλαδή άνθρωποι που λένε μεν ότι πιστεύουν σε κάποια θεϊκή δύναμη, όμως αυτό δεν έχει καμιά πρακτική σημασία στην καθημερινή τους ζωή. Πολλοί από εκείνους που απαρτίζουν την ομάδα του 73% στην έρευνα που αναφέρθηκε στην αρχή, πιθανότατα θα μπορούσαν να ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία. Αλλά οι Επικούρειοι ήταν επίσης πολυθεϊστές. Πίστευαν ότι υπάρχουν πολλοί θεοί, χωρίς κανένας από αυτούς τους θεούς να εμπλέκεται στα ανθρώπινα.

Οι Στωικοί, από την άλλη πλευρά, ήταν πανθεϊστές. Δίδασκαν πως το κάθε τι μετέχει στη θεία ουσία. Αυτή η ιδέα διαδίδεται σήμερα από τη θρησκεία της "Νέας Εποχής" (New Age). Ακόμη οι Στωικοί πίστευαν ότι το πεπρωμένο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, ρύθμιζε όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, αντίθετα με την αγιογραφική διδαχή για έναν προσωπικό Θεό, που ελέγχει όλη την ανθρώπινη ιστορία (βλ. Δαν. 2/β/21, 4/δ/34-35).

Τελικά αυτοί οι άνθρωποι παρανόησαν τον Παύλο, νομίζοντας ότι είναι "ξένων θεών κήρυξ". Κάποιοι ερμηνευτές, μάλιστα, θεωρούν ότι ίσως εξέλαβαν τη λέξη "Ανάσταση" ως το κύριο όνομα μιας ακόμη γυναικείας θεότητας πλάι στον Ιησού.


19Και πιάσαντες αυτόν, έφεραν εις τον Άρειον Πάγον, λέγοντες, Δυνάμεθα να μάθωμεν, τις αύτη η νέα διδαχή, ήτις κηρύττεται υπό σου; 20διότι φέρεις εις τας ακοάς ημών παράδοξά τινα^ θέλομεν λοιπόν να μάθωμεν, τι σημαίνουσι ταύτα. 21Πάντες δε οι Αθηναίοι και οι επιδημούντες ξένοι εις ουδέν άλλο ηυκαίρουν, παρά εις το να λέγωσι και να ακούωσί τι νεώτερον.

Οι Αθηναίοι θέλησαν να διευκρινήσουν αυτή τη "νέα διδαχή". Εξάλλου είχαν μεγάλη επιθυμία να μαθαίνουν κάθε τι νεότερο. Έτσι οδήγησαν τον Παύλο στον Άρειο Πάγο που, εκείνη την εποχή και κάτω από τη ρωμαϊκή κυριαρχία, δεν ήταν πια το αρχαίο δικαστήριο αλλά μάλλον η έδρα των θρησκευτικών ηγετών της πόλης. Ίσως από το αποτέλεσμα αυτής της ακρόασης θα κρινόταν αν ο Παύλος μπορούσε να συνεχίσει το κήρυγμά του στην Αθήνα.


22Σταθείς δε ο Παύλος εν μέσω του Αρείου Πάγου, είπεν, Άνδρες Αθηναίοι, κατά πάντα σας βλέπω εις άκρον θεολάτρας. 23Διότι ενώ διηρχόμην και ανεθεώρουν τα σεβάσματά σας, εύρον και βωμόν, εις τον οποίον είναι επιγεγραμμένον, ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ. Εκείνον λοιπόν τον οποίον αγνοούντες λατρεύετε, τούτον εγώ κηρύττω προς εσάς.

Ο Παύλος άρχισε την ομιλία του στους Αθηναίους, σημειώνοντας πόσο "θεολάτρες" ήταν. Μερικοί πιστεύουν πως αυτό ήταν μια φιλοφρόνηση, με την οποία ήθελε να καλοπιάσει τους ακροατές του, για να προσέξουν σε ό,τι θα τους έλεγε στη συνέχεια. Όμως η λέξη "θεολάτρης" στο αρχαίο κείμενο είναι "δεισιδαιμονέστερος" και θα μπορούσε επίσης να ερμηνευτεί ως δεισιδαίμων/προληπτικός. Πιθανότατα, λοιπόν, να έκφρασε μια απλή διαπίστωσή του, που θα τον βοηθούσε να προχωρήσει στην επόμενη παρατήρηση.

Καθώς ο απόστολος περιδιάβαινε την Αθήνα, είδε κάποιο βωμό αφιερωμένο στον "Άγνωστο Θεό". Στην πραγματικότητα στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν πολλοί τέτοιοι βωμοί, επειδή οι ειδωλολάτρες ήθελαν να είναι ασφαλείς ότι δεν "παρέλειψαν" κάποιον από τους θεούς, ώστε αυτός να μην οργιστεί εναντίον τους επειδή δεν τον λάτρευαν. Ο Παύλος χρησιμοποίησε αυτή την άγνοιά τους για τη φύση του Θεού, για να συνεχίσει:


24Ο Θεός όστις έκαμε τον κόσμον και πάντα τα εν αυτώ, ούτος Κύριος ων του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί εν χειροποιήτοις ναοίς, 25 ουδέ λατρεύεται υπό χειρών ανθρώπων, ως έχων χρείαν τινός, επειδή αυτός δίδει εις πάντας ζωήν και πνοήν και τα πάντα.

Στα χωρία αυτά ο Παύλος σημειώνει τέσσερις ιδιότητες του Θεού.: (1) Είναι Δημιουργός. Με τον τρόπο αυτό απευθύνεται στους Επικούρειους, που πίστευαν σε πολλούς θεούς. Υπάρχει μόνον ένας Θεός, τους λέει, κι αυτός έκανε "τα πάντα". Ταυτόχρονα αρνείται και την πίστη των Στωικών (και των σημερινών οπαδών της "Νέας Εποχής") αφού, όντας ο Θεός Δημιουργός, είναι έξω από τη δημιουργία Του. (2) Είναι Κύριος. Κυρίαρχος πάνω σε όλα όσα έχει δημιουργήσει και Αυτός που ελέγχει κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο. (3) Είναι πανταχού παρών. Συνεπώς δεν περιορίζεται σ' ένα ναό (βλ. Α' Βασ. 8/η/27). (4) Είναι ο ζωοδότης. Είναι ο ίδιος η πηγή της ζωής και όλων των αγαθών, ώστε δεν χρειάζεται τίποτε, ούτε καν τις θυσίες που πρόσφεραν οι ειδωλολάτρες στους θεούς τους. Αντίθετα είναι οι άνθρωποι που εξαρτώνται από Αυτόν.


26 Και έκαμεν εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων, διά να κατοικώσιν εφ' όλου του προσώπου της γης, και διώρισε τους προδιατεταγμένους καιρούς, και τα οροθέσια της κατοικίας αυτών^ 27διά να ζητώσι τον Κύριον, ίσως δυνηθώσι να ψηλαφήσωσιν αυτόν και να εύρωσιν^ αν και δεν είναι μακράν από ενός εκάστου ημών^

Στη συνέχεια ο Παύλος ασχολείται με την αντίληψη που υπήρχε μεταξύ τους, ότι τάχα κατάγονταν από την ελληνική γη και, συνεπώς, ήταν διαφορετικοί από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Τους πληροφορεί ότι ο ένας και αληθινός Θεός έκανε όλους τους ανθρώπους "εξ ενός αίματος" γι' αυτό και καμιά φυλή δεν είναι ανώτερη από τις άλλες. Επιπλέον ο απόστολος αρνείται την άποψη ότι ο Θεός είναι αδιάφορος για τις ανθρώπινες υποθέσεις, δηλώνοντας ότι είναι Αυτός που ορίζει την ιστορία, και όχι το πεπρωμένο, η τύχη ή οι ανθρώπινες προσπάθειες, όπως υποστηρίζουν σήμερα οι ουμανιστές.

Τέλος τους λέει ότι ο Θεός επιθυμεί να ψάξουν οι άνθρωποι για να Τον βρουν, αφού "δεν είναι μακράν από ενός εκάστου ημών" (βλ. Ιερ. 23/κγ/23-24), και πως καθένας μπορεί να Τον βρει και να έχει σχέση μαζί Του.


28 διότι εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και υπάρχομεν^ καθώς και τινες των ποιητών σας είπον, ``Διότι και γένος είμεθα τούτου''.

Εδώ επικαλείται στίχους από δύο Έλληνες ποιητές. Το πρώτο απόσπασμα είναι από τον Επιμενίδη (600 π.Χ.) και το δεύτερο από τον Άρατο (300 π.Χ.), παρ' όλο που γνωρίζει ότι στο πρωτότυπό τους αυτοί οι στίχοι αναφέρονται στον Δία.

Χρησιμοποιώντας στίχους από ελληνικά ποιήματα, τους έδωσε να καταλάβουν ότι ήταν γνώστης των κειμένων τους και ότι μπορούσε να παρακολουθήσει τη σκέψη τους (Παρ. 15/ιε/28, 18/ιη/13). Παράλληλα όμως ήθελε να ελέγξει τα λάθη της πίστης τους μέσα από τα ίδια τους τα γραπτά, όπως φαίνεται από όσα τους λέει στη συνέχεια.

Ας προσέξουμε, επίσης, ότι σε όλη την ομιλία του δεν χρησιμοποίησε ούτε ένα χωρίο από την Παλιά Διαθήκη, αφού οι ακροατές του δεν την θεωρούσαν ως ιερό κείμενο και προφανώς δεν τη γνώριζαν. Χρησιμοποίησε όμως πολλές αγιογραφικές ιδέες. Το ίδιο μπορούμε να κάνουμε κι εμείς σήμερα. Η παράθεση βιβλικών χωρίων σε ανθρώπους που δεν θεωρούν τις Άγιες Γραφές ως λόγο του Θεού, αποβαίνει απωθητική, θα πρέπει όμως να είμαστε προετοιμασμένοι να προβάλουμε τις βιβλικές αρχές "προς πάντα τον ζητούντα" (βλ. Α' Πέτρ. 3/γ/15).


29 Γένος λοιπόν όντες του Θεού, δεν πρέπει να νομίζωμεν τον Θεόν ότι είναι όμοιος με χρυσόν ή άργυρον ή λίθον, κεχαραγμένα διά τέχνης και επινοίας ανθρώπου.

Έλληνες φιλόσοφοι είχαν ήδη διδάξει ότι ο άνθρωπος εξαρτάται από τον Θεό, ο οποίος και τους είχε δημιουργήσει. Ωστόσο σημαντικό μέρος της θρησκείας τους αναφερόταν στην κατασκευή ειδώλων και τη λατρεία τους, σαν να ήταν οι θεοί που χρειάζονταν την ανθρώπινη φροντίδα.

Ο Παύλος δείχνει εδώ την αντίφαση που υπάρχει. Στην ουσία τους ρωτάει: "Αν έχετε εσείς ανάγκη από τον Θεό, πώς μπορείτε να κατασκευάζετε θεούς που εξαρτώνται από εσάς; Αν εσείς είστε δημιουργήματα του θεού, πώς μπορείτε να δημιουργείτε θεούς;" Με άλλα λόγια τους δείχνει τη λογική ασυνέπεια της βασικής προϋπόθεσης της θρησκείας τους.

Ένα ανάλογο δείγμα λογικής ασυνέπειας σήμερα, υπάρχει στα πιστεύω της "Νέας Εποχής", που όπως προαναφέρθηκε οι οπαδοί της είναι πανθεϊστές. Πιστεύουν ότι η θεότητα είναι μια απρόσωπη δύναμη όπως ο άνεμος ή ο ηλεκτρισμός. Ωστόσο τους αρέσει να χρησιμοποιούν τη φράση της Καινής Διαθήκης, "Ο Θεός είναι αγάπη" (Α' Ιωάν. 4/δ/8). Αλλά μπορούμε να τους ρωτήσουμε: "Πώς είναι δυνατό μια απρόσωπη δύναμη να αγαπάει;" Εγώ μπορώ να αγαπώ τον άνεμο, όμως εκείνος δε μπορεί να αγαπάει εμένα. Και βέβαια ποτέ δεν έχω αγαπηθεί από τον ηλεκτρισμό.


30Τους καιρούς λοιπόν της αγνοίας παραβλέψας ο Θεός, τώρα παραγγέλλει εις πάντας τους ανθρώπους πανταχού να μετανοώσι^ 31διότι προσδιώρισεν ημέραν, εν η μέλλει να κρίνη την οικουμένην εν δικαιοσύνη διά ανδρός τον οποίον διώρισε, και έδωκεν εις πάντας βεβαίωσιν περί τούτου, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών.

Στο τέλος της ομιλίας του ο Παύλος αναφέρει δύο ακόμη ιδιότητες του Θεού: Είναι Κριτής και Δίκαιος. Εφόσον μας δημιούργησε, εφόσον είναι κυρίαρχος επάνω μας, και συνεπώς γνωρίζει όλα όσα κάνουμε, άρα έχει το δικαίωμα και την δυνατότητα να μας κρίνει. Επιπλέον, επειδή ταυτόχρονα είναι και Δίκαιος, δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε, για να Τον εξαγοράσουμε.

Σ' αυτό το σημείο ο Παύλος αναφέρεται πρώτη φορά στον Ιησού. Δεν έκανε λόγο γι' Αυτόν προηγούμενα, επειδή οι Αθηναίοι έπρεπε πρώτα να γνωρίσουν ποιος είναι ο Θεός, πριν μπορέσουν να εκτιμήσουν την αξία του προσώπου και του έργου του Χριστού. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Για παράδειγμα, το να πεις σε κάποιον οπαδό της "Νέας Εποχής" ότι ο Ιησούς έχει θεία καταγωγή, αυτό είναι κάτι που δεν αντιβαίνει στις απόψεις του. Όταν όμως πρώτα του προσδιορίσεις την μοναδική, ξεχωριστή και συγκεκριμένη προσωπικότητα του Θεού, αυτό αποτελεί πρόκληση για το βασικό του πιστεύω.

Κλείνοντας την ομιλία του ο Παύλος αναφέρεται στην ανάσταση του Ιησού, ως απόδειξη της μεταθανάτιας ζωής και κρίσης (Εβρ. 9/θ/27), αφού μόνο μέσω της πίστης στο θάνατο και την ανάσταση του Ιησού κάποιος μπορεί να λάβει συγχώρεση για τις αμαρτίες του και να συμφιλιωθεί με τον ένα και αληθινό Θεό (Ρωμ. 3/γ/21-26, 10/ι/8-13).

Είναι σ' αυτό το σημείο που οι ακροατές του Παύλου βρέθηκαν αντιμέτωποι σε μια προσωπική επιλογή και απόφαση. Όσα προηγήθηκαν αφορούσαν τον Θεό, τώρα όμως η προσοχή στρέφεται στον καθένα ξεχωριστά και στη θέση που αναλαμβάνει απέναντι στο μήνυμα που μόλις ήρθε μπροστά του.


32Ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών, οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον, Περί τούτου θέλομεν σε ακούσει πάλιν. 33Και ούτως ο Παύλος εξήλθεν εκ μέσου αυτών. 34 Τινές δε άνδρες προσεκολλήθησαν εις αυτόν, και επίστευσαν^ μεταξύ των οποίων ήτο και Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, και γυνή τις ονόματι Δάμαρις, και άλλοι μετ' αυτών.

Τρεις διαφορετικές αντιδράσεις προκάλεσε η ομιλία του Παύλου, τις ίδιες που εκδηλώνονται κάθε φορά που κηρύττεται το Ευαγγέλιο:

(1) "Οι μεν εχλεύαζον" και απέρριψαν εντελώς το αποστολικό κήρυγμα.

(2) "Οι δε..." ήθελαν να ακούσουν για το θέμα μιαν άλλη φορά. Αυτοί δεν απέρριψαν εντελώς το Ευαγγέλιο, όμως δεν ήταν έτοιμοι και να το δεχτούν.

(3) "Τινές δε προσεκολλήθησαν εις αυτόν, και επίστευσαν".

Κάποιοι θέλησαν να σχολιάσουν την αποτελεσματικότητα του κηρύγματος του Παύλου στην Αθήνα. Δεν νομίζω πως είναι δική μας αρμοδιότητα! Η ιστορία αυτή ωστόσο μάς διδάσκει να είμαστε προετοιμασμένοι για να κηρύττουμε κι εμείς σήμερα το Ευαγγέλιο στους συνανθρώπους μας, επειδή υπάρχουν πολλοί γύρω μας που ψάχνουν για τον "άγνωστο Θεό" χαμένοι μέσα σ' έναν μπερδεμένο κόσμο. Ίσως κάποιοι από αυτούς είναι έτοιμοι να ακούσουν και να πιστεύσουν. Ίσως κάποιοι άλλοι θα πάρουν θέση κάποια άλλη στιγμή, άλλοι όμως θα παραμείνουν αδιόρθωτοι "χλευαστές". Δικό μας έργο είναι να πούμε την αλήθεια. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά του Θεού!

Από συνεργάτη

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ