"Nα λατρεύωμεν... ευαρέστως"



"Nα λατρεύωμεν ευαρέστως τον Θεόν, με σέβας και ευλάβειαν. Διότι ο Θεός ημών είναι πυρ κατανάλισκον" (Εβρ. 12/28-29)

Η ιδέα της προσκύνησης του Θεού είναι κοινή στους ανθρώπους. Σ' εκείνους που λατρεύουν τα πνεύματα των δένδρων και σ' εκείνους που συναθροίζονται σε μεγάλους καθεδρικούς ναούς.

Οι Χριστιανοί εντέλλονται να λατρεύουν και με χαρά το κάνουν. Αν όμως ρωτήσουμε: "Τι είναι λατρεία; Τι ακριβώς κάνουμε όταν λατρεύουμε;" θα διαπιστώσουμε πόσο δύσκολο είναι να δοθεί ορισμός γι' αυτή την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Μπορούμε να δώσουμε κάποιο περιεχόμενο στην ιδέα της λατρείας; Ακριβώς η λέξη "περιεχόμενο" είναι, νομίζω, το κλειδί. Όσοι από μας, βρίσκουμε τις σύγχρονες μορφές λατρείας χωρίς περιεχόμενο, μπορούμε εύκολα να δείξουμε, πως το να ψάλλεις σύντομους στίχους (επωδούς) που μόνο επαναλαμβάνουν το όνομα του Ιησού --ή, ακόμα χειρότερα, φράσεις όπως "Είμαι ευτυχισμένος" κ.λπ.-- έχουν ελάχιστη σχέση με τη λατρεία. Μόνο όταν μελετήσουμε το περιεχόμενο της λατρείας τους μπορούμε να ξεχωρίσουμε ανάμεσα σ' έναν που λατρεύει τα δέντρα και έναν πιστό Χριστιανό.

Ας αρχίσουμε με δυο απλά σημεία. Πρώτο: Το κέντρο της λατρείας του Χριστιανού αφορά αυτό που ο Θεός είναι μάλλον παρά ό,τι ο Θεός κάνει. Υπάρχει μια πρακτική διάκριση ανάμεσα στο να ευχαριστείς τον Θεό για τα δώρα Του και στο να Τον λατρεύεις σαν τον πρωτουργό τους. Εκείνον, δηλαδή, που πρώτος σκέφτηκε για μας όλα αυτά.

Δεύτερο; Αφού θέμα της λατρείας είναι ο χαρακτήρας και οι ιδιότητες του Θεού, η ποιότητα αυτής της λατρείας εξαρτάται ακριβώς από το πόσο γνωρίζουμε αυτά τα στοιχεία. Η λατρευτική μας διάθεση αυξάνεται όταν, με τον χρόνο και την εμπειρία, φτάσουμε να γνωρίζουμε καλύτερα τον Θεό.

Ας διαλέξουμε τρεις όψεις της λατρείας για να τις μελετήσουμε:

Η λατρεία σαν αναγνώριση.

Προκειμένου να λατρεύουμε "εν πνεύματι και αλήθεια" πρέπει ν' αρχίσουμε αναγνωρίζοντας πως ο Θεός είναι εντελώς διαφορετικός από μας τα πλάσματα Του. Αν σκεπτόμαστε πως ο Θεός ξεχωρίζει από μας μόνο επειδή είναι σοφότερος, ισχυρότερος ή επειδή βλέπει πιο μακριά, δεν έχουμε αντικείμενο λατρείας.

Η λατρεία, αντίθετα, αναπτύσσεται ακριβώς από την αναγνώριση ότι, άσχετα από το πόσο καλοί είμαστε ή πόσο σκληρά προσπαθούμε, Εκείνος απλά είναι πέρα από τη δική μας τάξη.

Να ένα παράδειγμα: Ένας νέος που ενδιαφέρεται π.χ. για το ποδόσφαιρο, βλέπει τους παίκτες που προτιμά και σκέφτεται: "Αν προπονηθώ σκληρά και προσέχω τη δίαιτα μου, μια μέρα θα μπορέσω να γίνω το ίδιο καλός παίκτης". Ανάμεσα στη δική του ικανότητα κι εκείνη του ήρωα του μεσολαβεί μια αλυσίδα προφανών συνθηκών -- εξάσκηση, ταχύτητα, μυϊκή δύναμη.

Όμως, ανάμεσα στον Θεό και τους λατρευτές Του υπάρχει, αν χρησιμοποιήσουμε τις ίδιες εκ φράσεις, μια απόλυτη ασυνέχεια! Ο Θεός δεν είναι μια ανώτερη έκδοση μάς· είναι εντελώς διαφορετικός! Είναι μοναδικός! Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι από τα κύρια βιβλικά θεμέλια της λατρείας. Μιας λατρείας που μεγαλώνει όσο καλύτερα αντιλαμβανόμαστε το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα σε μας και τον Θεό. Χρειάζεται να αποκτήσουμε μια ιδέα του μεγαλείου του Θεού. Ο ψαλμωδός έκφρασε αυτό το μεγαλείο καθώς έγραφε: "Όταν θεωρώ τους ουρανούς σου, το έργον των δακτύλων σου, την σελήνην και τους αστέρας, τα οποία συ εθεμελίωσας, τι είναι ο άνθρωπος;..." (Ψαλμ. 8/3-4)

Αυτή η περικοπή συνήθως διαβάζεται σαν το μέτρο του ανθρώπου. Είναι στη λέξη "άνθρωπος" που δίνουμε την έμφαση καθώς διαβάζουμε. Όμως ο Ψαλμωδός απευθύνεται σ εκείνον που αποκαλεί "Κύριε, ο Κύριος ημών". Ήθελε να υπογραμμίσει το πόσο μεγάλος είναι ο Θεός, όταν τον κρίνουμε από το μέγεθος του απέραντου σύμπαντος Του.

Η απόλυτη υπεροχή του Θεού στη Δημιουργία Του δεν αναγνωρίζεται από τους ανθρώπους μόνο. Τα λογικά όντα που κυκλώνουν το θρόνο του Θεού (Αποκ. 5/ 1-5) γνωρίζουν ότι δεν είναι "ουδείς εν τω ουρανώ, ουδέ επί της γης, ουδέ υποκάτω της γης" άξιος ν' ανοίξει το βιβλίο -- κανείς εκτός από το Αρνίο, και, αναγνωρίζοντας αυτή την πραγματικότητα, προσκυνούν.

Ένα από τα πράγματα που εγγυημένα μπορούν να καταπνίξουν τη λατρεία στις καρδιές μας είναι μια αίσθηση ότι ο Θεός είναι κατά κάποιο τρόπο σαν ένας από μάς· ότι θα μπορούσαμε να τακτοποιήσουμε τα ζητήματα που μας αφορούν καλύτερα από Εκείνον ή ότι δε θέλησε για μας το καλύτερο θέλημα (εδώ διακρίνουμε ακριβώς το σημείο που ο Σατανάς πέτυχε να παρασύρει την Εύα στην Εδέμ). Σ' αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει λατρεία.

Βέβαια εμείς όχι μόνο δε θα μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι ο Θεός έκανε μέσω του Χριστού, μα ούτε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε στο νου μας! Δε θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο από τον Ιωάννη της Αποκάλυψης που "έκλαιε πολλά" (Αποκ. 5/4).

Όταν διαβεβαιώνουμε ο ένας τον άλλο ότι ο Θεός είναι κοντά μας, ότι μας αγαπά και κατοικεί μέσα μας με το Πνεύμα Του, λέμε την αλήθεια και πρέπει να τον ευχαριστούμε κάθε μέρα. Αλλά η λατρεία έρχεται μόνο όταν όλα αυτά τοποθετηθούν στο πλαίσιο του -- δηλαδή ότι Αυτός που τα επιτελεί και τα παρέχει υπερέχει ασύγκριτα από μας. Είναι αδύνατο να μετρηθεί με τα μέτρα μας και πόσο καλό είναι που υπάρχει ένας τέτοιος Θεός!

Η λατρεία σαν Υποταγή

Λατρεία σημαίνει υποταγή ή παραδοχή των τρόπων που ο Θεός ενεργεί και συνίσταται από την παραδοχή της φύσης του Θεού, που οι βουλές του είναι υψηλότερες από τις δικές μας (Ησ. 55/8-9) και οι δρόμοι Του διαφορετικοί απ1 τους δικούς μας, και από την υποταγή στους δρόμους Του, ακόμα κι όταν φαίνονται εντελώς αντίθετοι από εκείνους που η δική μας σοφία θα μπορούσε να εισηγηθεί.

Ας δούμε παρακάτω παραδείγματα ανθρώπων του Θεού που η λατρεία τους στηρίχτηκε ακριβώς σ' αυτή την υποταγή κάτω από τους πιο παράξενους τρόπους:

1) Αβραάμ. Ο Θεός του ζήτησε να θυσιάσει τον Ισαάκ κι εκείνος υπακούοντας είπε στους δούλους του "Εγώ και το παιδάριον θέλομεν υπάγει έως εκεί^ και αφού προσκυνήσωμεν, θέλομεν επιστρέψει" (Γεν. 22/5).

2) Δαβίδ. Όσο το παιδί που γέννησε η Βηθσαβεέ ήταν ετοιμοθάνατο νήστευε και προσεύχονταν για θεραπεία. Όταν όμως του ανακοινώθηκε ότι πέθανε, έπαψε να προσεύχεται και, προς έκπληξη όλων στο περιβάλλον του, "εισήλθεν εις τον οίκον του Κυρίου και προσεκύνησεν" (Β' Σαμ 12/15-20).

3) Ιώβ. Κτυπήθηκε από τον πιο αλλόκοτο συνδυασμό τραγωδιών που γνώρισε άνθρωπος. Ωστόσο ποτέ δεν πρόφερε λόγο ενάντια στον Θεό, αλλά μάλλον "έπεσεν επί την γην, και προσεκύνησεν" (Ιώβ 1/20-22).

4) Ιακώβ. Είχε μια συμπλοκή με τον Θεό που τον άφησε κουτσό και αδύναμο. Χρόνια μετά όμως, αναγνωρίζοντας το χέρι του Θεού στη ζωή του, "προσεκύνησεν, επιστηριζόμενος επί το άκρον της ράβδου αυτού" (Εβρ. 11/21).

Το κοινό σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι μια διάθεση: Δεν είναι αυτός ο τρόπος που εγώ θα διάλεγα· αληθινά δεν καταλαβαίνω, όμως επειδή είναι του Θεού το θέλημα το αποδέχομαι και υποτάσσομαι στο δρόμο Του. Αλλά το μεγαλείο του Θεού είναι ότι Εκείνος έχει πάντα δίκιο! Και η παραδοχή αυτού του γεγονότος είναι λατρεία. Ο Παύλος έκφρασε το ίδιο πράγμα με το δικό του τρόπο όταν έγραφε για κάποια άτομα που νόμιζαν σωστό το δικό τους τρόπο.

"Διότι ημείς είμεθα ή περιτομή, οι λατρεύοντες τον Θεόν εν πνεύματι, και καυχώμενοι εις τον Χριστόν Ιησούν, και μη έχοντες την πεποίθησιν εν τη σαρκί" (Φιλιπ. 3/3).

Η λατρεία σαν Εκτίμηση

Ως εδώ δεν αναφέραμε τίποτε αποκλειστικά χριστιανικό. Και οι χειρότεροι ειδωλολάτρες σέβονται τους θεούς τους επειδή αναγνωρίζουν το χάσμα που τους χωρίζει από τον άνθρωπο και στις περισσότερες ανατολικές θρησκείες η υποταγή στο θέλημα των θεών θεωρείται πολύ σπουδαίο πράγμα, ακόμα κι αν σ' αυτές η υποταγή μπορεί να 'ναι περισσότερο μοιρολατρική, κάτι που οι Χριστιανοί απορρίπτουμε. Και εδώ ακριβώς, στη λατρεία σαν εκτίμηση, βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά της δικής μας λατρείας.

Καθένας μπορεί ν1 αναγνωρίσει το φοβερό χάσμα ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο: και τα δαιμόνια ακόμη πιστεύουν και τρέμουν. Αλλά η εκτίμηση είναι κάτι αρκετά διαφορετικό. Ένα λεξικό ορίζει τη λέξη εκτίμηση σαν "το να έχεις πλήρη αντίληψη όλων των καλών ιδιοτήτων κάποιου". Αυτό συνεπάγεται μια γνώση του χαρακτήρα εκείνου που εκτιμάς μάλλον παρά της δράσης του^ με άλλα λόγια να φτάσεις να γνωρίζεις όχι μόνο τι κάνει ο Θεός αλλά και γιατί το κάνει.

Αυτός που λατρεύει τα δέντρα, όπως κι ένας σοφιστής που θα μπορούσε να είχε συναντήσει ο Παύλος στην Αθήνα παρατηρούν τις ενέργειες των θεών τους --καταιγίδες, αρρώστιες, κακή σοδειά κ.λπ.-- και σχηματίζουν γνώμη για το χαρακτήρα αυτών που μπορούν να κάνουν τέτοια πράγματα. Στο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού βρίσκουμε ακριβώς το αντίθετο: αποκάλυψη, σε ανθρώπινη μορφή, του χαρακτήρα ενός Θεού που διαφορετικά θα είχε παραμείνει άγνωστος.

Πώς θα μπορούσαμε ν' αποκτήσουμε "πλήρη αντίληψη των καλών ιδιοτήτων" του χαρακτήρα του Θεού μας αν ο Λόγος δεν γίνονταν σάρκα να κατοικήσει μεταξύ μας..! γεμάτος χάρη και αλήθεια; (Ιωάν. 1/14). Χωρίς αυτή τη μοναδική αποκάλυψη του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, θα ήμασταν σαν τη Σαμαρείτισσα στην οποία ο Κύριος είπε: "Σεις προσκυνείτε εκείνο το όποιον δεν εξεύρετε" (Ιωάν. 4/22).

Έτσι η ιδέα της λατρείας σαν εκτίμηση εστιάζει την προσοχή μας στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού, αφού μόνον επειδή Εκείνος ενσωμάτωσε το χαρακτήρα του Θεού μπορούμε να δώσουμε περιεχόμενο στη λατρεία μας.

Μέσω του Υιού, λοιπόν, γνωρίζουμε σαν τι μοιάζει ο Πατέρας. Μπορούμε να τον λατρεύουμε για τις ιδιότητες του -- καθώς τις βλέπουμε να παρουσιάζονται στον Υιό. Δε χρειάζεται να κάνουμε εικασίες για το χαρακτήρα του Θεού μάς τον βλέπουμε στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού. Και, όταν στη λατρεία μας εκφράζουμε στον Θεό την εκτίμηση μας για τις ιδιότητες του Υιού Του, είναι το ίδιο σαν να Του λέμε ότι φτάσαμε να κατανοούμε κάτι απ' Αυτόν τον ίδιο.

Δεν του λέμε, φυσικά, κάτι που δεν το γνωρίζει ήδη! Κανένας δεν εκτιμά τον Κύριο Ιησού όσο ο Πατέρας Του. Όμως όταν ο Πατέρας βλέπει τα ανθρώπινα πλάσματα Του, να εκτιμούν τον Υιό, ασφαλώς νιώθει μεγάλη χαρά.

Αυτός λοιπόν, υποθέτω, είναι ο ορισμός μιας "λατρευτικής σύναξης": Μια ώρα όπου συμμεριζόμαστε τη "μεγαλειότητα" του Χριστού.

Σύμπτυξη από άρθρο του J.H. Paterson στο "Toward the Mark" (Νοέμ. 1985).
Τίτλος πρωτοτύπου "Some Meanings of Worship".

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ