Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

Για να είναι επωφελής η μελέτη της Βίβλου

Το έθος του Μωυσέως

MOSES

 

Η λέξη «έθος» δεν βρίσκεται συχνά στο κείμενο της Καινής Διαθήκης. Συναντιέται μόνο δώδεκα φορές και από αυτές μία στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, μία στην Επιστολή προς Εβραίους και δέκα στα γραπτά του Λουκά (3 στο Ευαγγέλιο και 7 στις Πράξεις).

Έθος σημαίνει συνήθεια, συνήθης πρακτική ή τρόπος, που προκύπτει σε εφαρμογή κάποιου νόμου είτε, κυριότερα, από κοινωνική πρακτική.[1]

Εκείνο που ενδιαφέρει εδώ είναι η εφαρμογή της λέξης αυτής σε συνάρτηση με τον Μωυσή («έθος του Μωυσέως»–Πράξ. 15/ιε/1) και μάλιστα σε αντιπαραβολή με τον άλλο όρο, τον «νόμο του Μωυσέως», που επίσης απαντάται στην Καινή Διαθήκη (Λουκ. 2/β/22).[2]

Αν και οι όροι έθος και νόμος μερικές φορές φαίνονται ως συνώνυμοι, αυτό δεν ισχύει εδώ, επειδή ο μεν Νόμος του Μωυσή δεν ήταν δικός του αλλά τον παρέλαβε από τον Θεό, ενώ το Έθος του Μωυσή, ήταν –ή είχε γίνει συνήθεια να λέγεται έτσι– διάφορες πρακτικές του λαού Ισραήλ που κατά προφορική παράδοση ή και εντελώς αυθαίρετα αποδίδονταν στον μεγάλο Προφήτη.

Θυμίζουμε τους φανατικούς Ιουδαίους που κατηγόρησαν τον Στέφανο ότι «θέλει καταλύσει τον τόπον τούτον και αλλάξει τα έθιμα [κειμ. τα έθη], τα οποία παρέδωκεν εις ημάς ο Μωϋσής» (Πράξ. 6/ς/14). Επίσης τους αντίπαλους του Παύλου, Ιουδαΐζοντες Χριστιανούς που δίδασκαν τους εξ εθνών πιστούς ότι «εάν δεν περιτέμνησθε κατά το έθος [κειμ. τω έθει] του Μωϋσέως, δεν δύνασθε να σωθήτε» (Πράξ. 15/ιε/1).

Ανάλογα προβλήματα υπάρχουν και σήμερα σε διάφορες χριστιανικές εκκλησίες, επειδή πολλές φορές οι πρακτικές που εφαρμόζουν οι οπαδοί τους εν πολλοίς διαφέρουν σημαντικά από εκείνες της Καινής Διαθήκης.[3]

Είναι εύκολο να αντιπαραβάλλουμε τα λίγα σχετικά χωρία και να αντιληφθούμε τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στο Νόμο του Θεού και το Έθος του Μωυσή. Αυτό είναι σημαντικό επειδή πρέπει να γνωρίζουμε πότε αναφερόμαστε σε ζητήματα που έχουν νομοθετηθεί από τον ΘΕΟ, και πότε σε ζητήματα που έχουν επιβάλλει ΑΝΘΡΩΠΟΙ (όποιοι και αν είναι αυτοί).

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του διαζυγίου, για το οποίο ο Κύριος διευκρινίζει ότι «ο Μωϋσής διά την σκληροκαρδίαν σας συνεχώρησεν εις εσάς να χωρίζησθε τας γυναίκας σας· απ’ αρχής όμως δεν έγεινεν ούτω. Σας λέγω δε ότι όστις χωρισθή την γυναίκα αυτού εκτός διά πορνείαν και νυμφευθή άλλην, γίνεται μοιχός· και όστις νυμφευθή γυναίκα κεχωρισμένην, γίνεται μοιχός» (Ματθ. 19/ιθ/8-9). Με τη δήλωση αυτή ο Κύριος διευκρινίζει ότι η καθιέρωση του διαζυγίου ούτε πρόθεση του Θεού ήταν ούτε μέρος του θείου Νόμου υπήρξε. Γι’ αυτό το διαζύγιο δεν ήταν υποχρεωτικά επιβαλλόμενη πράξη αλλά κοινωνική ανοχή, με σκοπό να προλάβει τα χειρότερα σε μια σχέση που ήταν ήδη κλονισμένη.

Με ανάλογο τρόπο ο Κύριος αναφέρθηκε σε σειρά "νόμων" που οι Ιουδαίοι των ημερών Του είχαν περί πολλού, ενώ Εκείνος ήταν έτοιμος να ανατρέψει, είτε επειδή είχαν προστεθεί ως δικά τους «εντάλματα» είτε επειδή δεν είχαν κατανοήσει το πνεύμα κάποιων εντολών και τηρούσαν μόνο το νεκρό γράμμα που «θανατώνει» (Β~ Κορ. 3/γ/6, Ιωάν. 6/ς/63). Για το λόγο αυτό διαφώνησε με ένα πλήθος που «ερέθη τοις αρχαίοις», για να αντιπαραθέσει τις δικές Του απόψεις διαφωτίζοντας και διευκρινίζοντας το αρχικό σκεπτικό του Θεού (Ματθ. 5/ε/21-48).

Ήταν αδύνατο για τον Κύριο –που υπήρξε και Νομοθέτης και Νομοταγής Ιουδαίος– να αμφισβητήσει την αξία του Νόμου του Θεού για τον οποίο μόλις λίγο πριν είχε δηλώσει πως «έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία δεν θέλει παρέλθει από του νόμου, εωσού εκπληρωθώσι πάντα» (Ματθ. 5/ε/18). Δεν δίστασε όμως να διαχωρίσει τη θέση Του από λάθος ή επιφανειακές κατανοήσεις και για ζητήματα που είχαν σκοπό προσωρινής εφαρμογής και δεν ήταν μόνιμες και διαχρονικές θείες αξίες (όπως τα κοινωνικά και τελετουργικά θεσπίσματα).

Με το φως όσων προλέχθηκαν μπορούμε να διακρίνουμε στην ιουδαϊκή πρακτική της εποχής του Χριστού: (1) Διατάξεις που ανήκαν στο Νόμο του Θεού, (2) Διατάξεις που περιλήφθηκαν στο «έθος του Μωυσέως» και (3) Διατάξεις που ορίστηκαν από ανθρώπους χωρίς θείο ή προφητικό κύρος. Μπορούμε κατά κατηγορία να παραθέσουμε τα εξής παραδείγματα:

(1) Το «Ου μοιχεύσεις» από τις Δέκα Εντολές (Εξοδ. 20/κ/14).

Εντολή μόνιμη και πάγια, χωρίς εξαίρεση ούτε στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης ούτε στην περίοδο της Καινής Διαθήκης και της Εκκλησίας.

(2) Η περιτομή.

Η πράξη της περιτομής που καθιερώθηκε αρχικά με εντολή του Θεού στον Αβραάμ, όταν είπε: «Αύτη είναι η διαθήκη μου την οποίαν θέλετε φυλάξει, αναμέσον εμού και υμών και του σπέρματός σου μετά σε· παν άρσεν υμών θέλει περιτέμνεσθαι» (Γεν. 17/ιζ/10), στη συνέχεια πέρασε στον Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης με αντικείμενο αποκλειστικά τους Ισραηλίτες, αφού για να συμμετέχει κάποιος στο δείπνο του Πάσχα έπρεπε οπωσδήποτε να έχει υποστεί περιτομή, εντασσόμενος με τον τρόπο αυτό στο ίδιο καθεστώς (Έξοδ. 12/ιβ/48).

Όμως η εντολή αυτή πουθενά δεν απαιτούσε να κάνουν το ίδιο οι άλλοι λαοί, ακόμη και αν ήταν λάτρεις του αληθινού Θεού. Όταν π.χ. ο Σύριος στρατηγός Νεεμάν θεραπεύτηκε από λέπρα και υποσχέθηκε ότι «δεν θέλει προσφέρει εις το εξής ολοκαύτωμα ουδέ θυσίαν εις άλλους θεούς, παρά μόνον εις τον Κύριον» (Β~ Βασ. 5/ε/17), ενώ ο Προφήτης Ελισαιέ του επέτρεψε να πάρει φορτίο χώματος από τη γη Ισραήλ για να δημουργήσει τόπο προσκηνύματος του αληθινού Θεού, ούτε απαίτησε ούτε καν σύστησε να υποστεί περιτομή για να γίνεται δεκτή η λατρεία του.

Παρά ταύτα, όπως προείπαμε, την εποχή των Αποστόλων βρέθηκαν φανατικοί Ιουδαίοι Χριστιανοί, που έφτασαν σε σημείο να διδάσκουν τους Εθνικούς ότι χωρίς περιτομή δεν θα σωθούν, και αυτό το απαιτούσαν «κατά το έθος του Μωϋσέως» (Πράξ. 15/ιε/1). Αφού δεν υπήρχε εντολή, ώστε να πουν κατά το Νόμο του Μωυσή, πρόβαλλαν το «έθος», με άλλα λόγια εκείνο στο οποίο οι ίδιοι είχαν συνηθίσει. Αλλά με απόφασή τους οι Απόστολοι χαρακτήρισαν αυτό το ζήτημα της περιτομής μόνο ως «πλειότερον βάρος» και τίποτα περισσότερο (εδ. 28) και είναι άξιο απορίας πώς κάποιοι ακραίοι "Μεσσιανικοί" δήθεν Χριστιανοί διαφημίζουν την περιτομή μέχρι και σήμερα.

 

(3) Το πλύσιμο των χεριών πριν από το φαγητό (Μάρκ. 7/ζ/4).

Αν και χωρίς αμφιβολία αυτή ήταν μια πολύ καλή και υγιεινή συνήθεια που και σήμερα ακολουθούν όλοι οι πολιτισμένοι άνθρωποι, εντούτοις τέτοια ΕΝΤΟΛΗ δεν υπήρχε στο Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Ευαγγελιστής σημειώνει πως αυτό το έκαναν οι Ιουδαίοι «κρατούντες την παράδοσιν των πρεσβυτέρων» και, ως φαίνεται, από καλή συνήθεια υγιεινής, την είχαν αναγάγει σε ζήτημα ύψιστης θρησκευτικής σημασίας ώστε να κατακρίνουν τον Χριστό και τους μαθητές Του επειδή δεν ήταν "φανατικοί" τηρητές της.

 

Πρακτικά μαθήματα για εμάς

Από τα παραπάνω διδασκόμαστε ότι μελετώντας το λόγο του Θεού, πρέπει να προσέχουμε εκείνα που διαβάζουμε, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο ποιος μιλάει κάθε φορά,σε ποιους απευθύνεται ο λόγος, αν πρόκειται για εντολή γενικής χρήσης, αν αφορά μόνο συγκεκριμένους ανθρώπους και εποχή, και ανάλογη να είναι η σημασία που θα δίνουμε σε κάθε περικοπή.

Στο βιβλίο του Ιώβ, για παράδειγμα, υπάρχουν πολλά λόγια, ενώ όμως αρκετά από αυτά τα λέει ο Θεός, άλλα τα έχει πει ο Ιώβ, άλλα οι φίλοι του, άλλα η γυναίκα του και τέλος κάποια τα έχει πει ο Σατανάς. Είναι σπουδαίο, λοιπόν, να προσέχει συνεχώς ο αναγνώστης τι διαβάζει κάθε φορά, ώστε ανάλογα να δέχεται τα γραφόμενα, ποια από αυτά αφορούν την προσωπική του ζωή και αν πρέπει να τα αντιμετωπίσει θετικά ή αρνητικά.

Το ίδιο ισχύει σε ποιητικά και άλλα τμήματα της Βίβλου, με εκφράσεις υπερβολής, εικόνες παραβολικές, συναισθηματικά ξεσπάσματα κ.ο.κ., γεγονός που απαιτεί να διακρίνουμε πότε ο λόγος είναι συγκεκριμένος και ευθύς, και πότε είναι στοιχεία που μόνο υπογραμμίζουν το ύφος του κειμένου.

Για παράδειγμα στον Ψαλμό 139/ρλθ~ διαβάζουμε: «Μη δεν μισώ, Κύριε, τους μισούντάς σε; και δεν αγανακτώ κατά των επανισταμένων επί σε; Με τέλειον μίσος μισώ αυτούς· διά εχθρούς έχω αυτούς» (εδ. 21-22). Παρανοώντας το πνεύμα αυτών των λόγων κάποιοι έφτασαν στο σημείο να μισούν και να εχθρεύονται κυριολεκτικά κάθε αλλόπιστο. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν το έχει κάνει ούτε ο ίδιος ο Θεός!

Έγιναν "βασιλικότεροι του βασιλέως" και διαμόρφωσαν χαρακτήρα και αισθήματα αντίθετα από εκείνα του Κυρίου τους, για τον οποίο σε άλλο Ψαλμό διαβάζουμε ότι είναι «Αγαθός προς πάντας· και οι οικτιρμοί αυτού επί πάντα τα ποιήματα αυτού» (145/ρμε/9).

[Εξυπακούεται πως μέσα και πάνω από όλα «τα ποιήματα» ξεχωρίζουν οι άνθρωποι οι οποίοι, αν και «απηλλοτριωμένοι και εχθροί κατά την διάνοιαν με τα έργα τα πονηρά», αποτέλεσαν αντικείμενο της αγάπης του Θεού ώστε να θυσιάσει τον μονογενή Υιό Του (Κολ. 1/α/21, Ιωάν. 3/γ/16)].

Τα παραπάνω ισχύουν ευθέως για την αδικαιολόγητη "ειδική συμπάθεια" που δείχνουν κάποιοι Χριστιανοί απέναντι στο σημερινό κράτος του Ισραήλ, μόνο και μόνο επειδή είναι απόγονοι του Αβραάμ, όπως το ίδιο αδικαιολόγητη είναι και η "ειδική αντιπάθεια" που δείχνουν άλλοι Χριστιανοί απέναντι στους Εβραίους επειδή «σταύρωσαν τον Χριστό»...

Αλλά και στα ιστορικά κείμενα εκφράζονται όχι μόνο άγιοι άνθρωποι μα επίσης και εχθροί του Θεού, που φυσικά ο καθένας τους μιλάει με τον τρόπο που τον χαρακτηρίζει. Συνεπώς δε μπορούμε να εκλάβουμε ως λόγο Θεού τις φράσεις ανθρώπων όπως του Ναβουχοδονόσορα ή του Ηρώδη...

Ακόμη και τα λόγια των προφητών θα πρέπει να διακρίνουμε, πότε ομιλούν ως «το στόμα του Κυρίου» και πότε εκφράζουν τη δική τους ανθρώπινη προσωπικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται ο διάλογος του προφήτη Νάθαν με τον Δαβίδ για την οικοδόμηση Ναού στην Ιερουσαλήμ.[4]

Επιστρέφοντας στις αρχικές μας σκέψεις αναφορικά με τα διάφορα "έθη", "παραδόσεις" και θρησκευτικές συνήθειες, είναι σημαντικό να ελέγξουμε πόσα από εκείνα που συνηθίζουμε να πράττουμε είναι αληθινά Νόμος του Θεού, και πόσα είναι απομεινάρια διαφόρων δασκάλων – που όσο και αν οι ίδιοι ήταν ίσως καλά παραδείγματα, ωστόσο δεν είχαν αρμοδιότητα να ορίζουν νέα έθιμα και παραδόσεις. Και τέλος να προσέχουμε μήπως κάποια άλλα είναι μόνο δικές μας επινοήσεις ή επιλογές, με τις οποίες δικαιολογούμε πράξεις μας ή προσπαθούμε να καλύψουμε επιθυμίες και συμπεριφορές μας. Να μερικά παραδείγματα:


= Γονείς επιβάλλουν στα παιδιά τους θέσεις και απόψεις ως τάχα προερχόμενες από το λόγο του Θεού, ενώ δεν είναι περισσότερο από δικές τους ιδέες ή επιρροές του εκκλησιαστικού και κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο ζουν. (Π.χ. πουθενά στη Βίβλο δεν λέει να κλείνουμε τα μάτια όταν προσευχόμαστε, παρ' όλο που αυτό δεν είναι κακό).

= Πνευματικοί ηγέτες διαμορφώνουν συστήματα και πρωτοβουλίες που παρουσιάζονται ως δήθεν «έργο Θεού», ενώ στην πραγματικότητα είναι προεκτάσεις και πρωτοβουλίες της δικής τους προσωπικότητας και σκέψης. (Π.χ. πουθενά στη Βίβλο δεν λέει να μοιράζουμε Καινές Διαθήκες από πόρτα σε πόρτα, παρ' όλο που κι αυτό επίσης δεν είναι κακό από μόνο του).

= Τα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα τείνουν να δημιουργούν τρόπους και έθιμα που διατηρούνται στο χρόνο ως μέρος της "ιστορίας" τους.[5] Είναι τούτος ο λόγος που η Ελληνορθόδοξη εκκλησία εμμένει αδικαιολόγητα στη χρήση μιας νεκρής (αρχαίας) γλώσσας.[6] Αλλά και οι τρόποι λειτουργίας διαφόρων εκκλησιών επηρεάζονται αναλόγως. Η Ρωμαιοκαθολική και Αγγλικανική επιρροή στις εκκλησίες των Κυκλάδων και των Ιονίων νήσων είναι ολοφάνερη στην εικονογραφία, τη μουσική και τα έθιμά τους. Όλα τούτα πράγματα που δεν έχουν καμία ρίζα στο λόγο του Θεού.

Ζητούμε λοιπόν από όλους αυτούς να αλλάξουν ξαφνικά τον "κόσμο" τους και να μεταλλαχτούν σε κάτι άλλο; Δεν θα το κάναμε, επειδή ακόμη και αν γινόταν θα ήταν μόνο εξωτερική αλλαγή, χωρίς εσωτερικό αντίκρισμα.

Σίγουρα, όμως, προτείνουμε να επανεξετάσει ο καθένας ατομικά τον τρόπο που σκέφτεται, ζει και διακονεί, και χωρίς αμφιβολία θα διαπιστώσει ότι πολλά από εκείνα που κάνει, εκείνα που τον χωρίζουν από άλλους συγχριστιανούς και για τα οποία ίσως είναι έτοιμος να δώσει ομηρικούς αγώνες, δεν είναι παρά υπολείμματα ανθρωπίνων θεσπισμάτων, στερούμενα ουσιαστικής αξίας, δεσμά που εμποδίζουν την πνευματική πρόοδο και την ενότητα των πιστών, ζητήματα που χρειάζονται άμεση απόρριψη και απελευθέρωση από αυτά.

Όσο το Ευαγγέλιο του Χριστού, όταν στους πρώτους από τους αποστολικούς χρόνους διαδιδόταν ελεύθερο από «Ιουδαϊκούς μύθους και εντολάς ανθρώπων αποστρεφομένων την αλήθειαν» (Τίτ. 1/α/14), εξαπλώθηκε δυναμικά και αποτελεσματικά. Όταν όμως επικράτησαν οι απαιτήσεις των κάθε μορφής "ιουδαϊζόντων" με τα έθη διαφόρων "Μωυσέων", τότε η εκκλησία μετατράπηκε σε ένα ακόμη θρησκευτικο-πολιτικό σύστημα (ανάλογο του ιουδαϊσμού) που ξεπούλησε τον Χριστό για τον χρυσό και την Βασιλεία των Ουρανών για τις επίγειες δόξες. Σύστημα που υποκλίθηκε, προσκύνησε και τελικά υπηρέτησε διάφορους αυτοκράτορες, τσάρους, πρίγκιπες και προέδρους δήθεν δημοκρατικών και δήθεν χριστιανικών κρατών (χωρίς να εξαιρούνται ο Χίτλερ, ο Μπους και άλλοι όμοιοί τους).

Σήμερα, όπως πάντα, οι Χριστιανοί καλούνται να ξεχωρίσουν ποιον θέλουν να λατρεύουν: τον αληθινό Πατέρα Θεό της Βίβλου ή τον Βάαλ, τον Μαμωνά και το Εγώ; Και τίνος το θέλημα τηρούν και εκτελούν; Το Νόμο του Θεού ή «διδασκαλίας και εντάλματα ανθρώπων» (Ιησ. 24/κδ/15, Κολ. 2/β/22);

Ανάλογη με τις επιλογές και τη ζωή μας θα είναι και η ανταμοιβή μας^ είτε φως, αλήθεια και ζωή με τον Χριστό, είτε σκοταδισμός, ψέμα, δεισιδαιμονία και θάνατος, με τις ανθρώπινες παραδόσεις. |

 

__________________________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Από αυτήν παράγονται τα ρήματα έθω (π.χ. Ματθ. 27:15–ειώθει ο ηγεμών) και εθίζω (Λουκ. 2/27–κατά το ειθισμένον), καθώς και το ουσιαστικό συνήθεια, (π.χ. Α~ Κορ. 11/16–τοιαύτην συνήθειαν ουκ έχομεν) κ.λπ.

Ο ρήτορας Δίων ο Χρυσόστομος στο λόγο του Περί Έθους εξηγεί:

«Το έθος είναι νόμος άγραφος κάποιου έθνους ή πόλης, και δίκαιο που εφαρμόζεται ευχαρίστως, επειδή αυτό αρέσει σε όλους, δεν είναι εύρημα ενός ανθρώπου αλλά του βίου και του χρόνου. Το έθος δεν μπορεί να ισχύσει αν δεν γίνει δεκτό από όλους. Και ο μεν νόμος επικρατεί με απειλή και βία αλλά έχοντας πεισθεί από τα έθη τα θεωρούμε καλά και συμφέροντα».

[2] Υπάρχουν και οι σχετικοί όροι «νόμος του Κυρίου» (Λουκ. 2:39), «νόμος του Θεού» (Ρωμ. 7:22) και «νόμος του Χριστού» (Γαλ. 6:2).

[3] Βλέπε π.χ. το σχόλιο για τον Όρκο στη σελίδα 28 παρόντος τεύχους.

[4] Στο Β~ Σαμ. 7/1-11, ο Νάθαν μιλώντας ως άνθρωπος συγχαίρει και επαινεί τον βασιλιά για την πρόθεσή του να χτίσει Ναό, ως προφήτης όμως και εκφραστής του θείου λόγου αναγκάζεται να πει το αντίθετο, απαγορεύοντας στον Δαβίδ να αναλάβει το έργο, που ο Θεός δεν δεχόταν από τα ματωμένα του χέρια.

[5] Βλέπε αντίστοιχο θέμα στη στήλη της Αλληλογραφίας αυτού του τεύχους (σελ. 12).

[6] Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία έχει κάνει τεράστιο άλμα ύστερα από τη Β~ Βατικανή Σύνοδο, εγκαταλείποντας την αρχαία λατινική λειτουργία και εφαρμόζοντας απλούστερα πρότυπα και μάλιστα τη δημοτική γλώσσα κάθε λαού και τόπου. Πολύ ωφελημένες θα ήταν και οι άλλες εκκλησίες αν τολμούσαν να κάνουν κάτι ανάλογο.

Αντίθετα η Ελλαδική εκκλησία δεν μπόρεσε να ανεχθεί ούτε καν την παράλληλη ανάγνωση του Ευαγγελίου και στη δημοτική γλώσσα, και ο μεν ιερέας που τόλμησε να το κάνει προ ετών σε εκκλησία της Νέας Σμύρνης (παπα-Σκορδάς) διώχθηκε σκληρά από τον Επίσκοπό του, ο δε Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, που το εισήγαγε δοκιμαστικά στην Αθήνα, αναγκάστηκε να το αποσύρει κάτω από την πίεση σκοταδιστών Επισκόπων.

Όσον αφορά τους Διαμαρτυρόμενους, αυτοί κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Άλλοι έχουν κάνει τις εκκλησίες τους ντισκοτέκ και άλλοι προτείνουν εισαγωγή παραστάσεων, βιτρό και λαμπάδων, ως στοιχείων που δήθεν θα βελτιώσουν τη λατρευτική ζωή τους. Με άλλα λόγια, «Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται».

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ