Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους
Ο πόνος μέρος της ζωής μας
Στιγμιότυπα από την Κοιλάδα της Σκιάς του Θανάτου ( ΧΙ )
Η ενοχή των συγγενών
«Όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο συγγενικό πρόσωπο, δεν νιώθεις μόνο θλίψη αλλά και ενοχή», έγραφε πριν από λίγο καιρό η εφημερίδα «The Guardian». Ένας γιος που η μητέρα του πέθανε από λευχαιμία, δήλωσε πως η ενοχή δεν έχει πάψει να τον τρώει. Ήταν δίπλα της όταν επισκεπτόταν τους γιατρούς και όταν κειτόταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου· κανένας γιος δε θα μπορούσε να δείξει περισσότερη έγνοια και φροντίδα. Όμως το αίσθημα της ενοχής και μια αίσθηση αποτυχίας εξακολουθούν να τον βασανίζουν: «Ακόμα δε μπορώ να πιστέψω ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο που θα μπορούσα να κάνω για να τη βοηθήσω», λέει.
Το έντονο αυτό αίσθημα το βιώνουν αρκετοί συγγενείς ανθρώπων που η ζωή τους τελείωσε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μια μάνα αναρωτιέται γιατί επέτρεψε στο παιδί της να πάει στο ταξίδι από όπου επέστρεψε νεκρό. Ένας πατέρας θεωρεί τον εαυτό του συνένοχο, επειδή δεν κατάφερε να δημιουργήσει συνθήκες ασφάλειας που δεν θα επέτρεπαν να συμβεί το δυστύχημα. Μια σύζυγος, νοσοκόμα στο επάγγελμα, θρηνούσε επειδή δεν κατόρθωσε να σώσει τον άντρα της, ενώ είχε βοηθήσει άλλους να επιβιώσουν. Ένα παιδί αναρωτιέται αν ο πατέρας γλίτωνε αν τον είχαν σε άλλο νοσοκομείο...
Ο κατάλογος μπορεί να συνεχίσει πολυποίκιλος. Μισούμε τον θάνατο και δεν μπορούμε να τον δεχτούμε ακόμη και όταν πρόκειται για άτομα που βρίσκονται στο τελευταίο και ανυπόφορο στάδιο της χειρότερης αρρώστιας. Ό,τι και να έχει μεσολαβήσει, πάντα θα θέλαμε να υπάρχει μια τελευταία ελπίδα, ένας από μηχανής θεός που θα βοηθούσε για να αποτραπεί το τέλος και, εν πάση περιπτώσει, δεν δικαιολογούμε στον εαυτό μας πώς ξέφυγε η κατάσταση από τα χέρια μας... Όμως ο άνθρωπος ούτε όλα τα γνωρίζει ούτε όλα τα μπορεί. Μάλλον το αντίθετο! Κι είναι τούτο που μας κάνει να αγανακτούμε, επειδή έχουμε μάθει –έτσι νομίζουμε– πως κύριοι της ζωής μας είμαστε εμείς οι ίδιοι... Τίποτα πιο αναληθές.
Ίσως εν προκειμένω είναι σοφό να μιμηθεί κανείς το παράδειγμα του Δαβίδ, που όταν έμαθε ότι πέθανε το άρρωστο παιδί του, «(1) εσηκώθη από της γης και ελούσθη και ηλείφθη και ήλλαξε τα ιμάτια αυτού, (2) εισήλθεν εις τον οίκον του Κυρίου, και προσεκύνησεν, (3) έπειτα εισήλθεν εις τον οίκον αυτού, (4) εζήτησε να φάγη».
Όταν οι δούλοι του απόρησαν για τη συμπεριφορά αυτή, εκείνος απάντησε: «Ενώ έτι έζη το παιδίον, ενήστευσα και έκλαυσα, διότι είπα, Τις εξεύρει; ίσως ο Θεός με ελεήση, και ζήση το παιδίον· αλλά τώρα απέθανε· διά τι να νηστεύω; μήπως δύναμαι να επιστρέψω αυτό πάλιν; εγώ θέλω υπάγει προς αυτό, αυτό όμως δεν θέλει αναστρέψει προς εμέ» (Β~ Σαμ. 12/ιβ/19-23).
Δεν ήταν τούτη άσοφη συμπεριφορά αλλά ταπεινή αποδοχή της πραγματικότητας. Ας είμαστε, λοιπόν, έτοιμοι και σ' αυτή τη δύσκολη ώρα να προσκυνήσουμε τον Θεό, γνωρίζοντας πως στα χέρια Του είναι η ΑΝΑΣΤΑΣΗ των δικών μας. |