Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

«Άγκυρα της ψυχής»

Η ελπίδα που δεν πεθαίνει...

 

Σε ένα χριστιανικό ημεροδείκτη διάβασα τις προάλλες έναν κατάλογο αποφθεγμάτων που προτείνονταν για μίμηση. Ανάμεσα σ’ αυτά ξεχώρισα ένα, το οποίο νομίζω ότι απέχει από την πρακτική που ταιριάζει σε έναν πιστό άνθρωπο που αγαπά και ενδιαφέρεται για τους συνάνθρωπούς του. Έλεγε, λοιπόν, το εν λόγω απόφθεγμα: «Ποτέ μην αφαιρείς την ελπίδα κάποιου συνανθρώπου σου. Μπορεί να είναι το μόνο πράγμα που του έχει απομείνει».

Ως απλός άνθρωπος αυτού του κόσμου, που δε θα είχα να δώσω κάποια ειδική οδηγία στον πλησίον μου, ίσως κι εγώ θα προτιμούσα να μείνω σ’ αυτή την "συμβουλή" και πρακτική, αφού δε θα μπορούσα να βοηθήσω με κάτι καλύτερο.

Ως χριστιανός, όμως, που γνωρίζει το λόγο του Ευαγγελίου και τις ευλογημένες προοπτικές που ο Θεός έχει σχεδιάσει και προετοιμάσει για τα πλάσματά Του, τα πράγματα νομίζω πως είναι εντελώς διαφορετικά, διότι:

* Τι θα ωφελούσε έναν άρρωστο, αν δεν του έλεγα ότι η θεραπευτική αγωγή που ακολουθεί δεν οδηγεί πουθενά και θα ήταν προτιμότερο ν’ αλλάξει γιατρό;

* Τι θα ωφελούσε έναν συναισθηματικά πληγωμένο άνθρωπο, αν δεν του έλεγα ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα να επιστρέψει το αγαπημένο του πρόσωπο και καλά θα έκανε να αναθεωρήσει τις επιλογές και τις αποφάσεις για τη ζωή του, και τον άφηνα να "ελπίζει" μάταια σε μια επιστροφή που δεν πρόκειται να έρθει;

* Τι θα ωφελούσε έναν οικονομικά αδύναμο, αν δεν του έλεγα ότι ο τρόπος για να λύσει τα προβλήματά του δεν είναι να αγοράζει λαχεία ή να παίζει ΠΡΟ-ΠΟ και στοιχήματα στο πρακτορείο «Η Ελπίς», αλλά να αρχίσει να εργάζεται πιο έντονα, πιο σοφά και αποτελεσματικά;

* Και το σοβαρότερο, τι θα ωφελούσε, άραγε, αν απέφευγα να πω σε έναν αμαρτωλό ότι, εφόσον επιμένει στην αμαρτία και στην άσωτη ζωή του, δεν έχει καμία ελπίδα και δεν πρόκειται να τον βοηθήσουν οι μετά θάνατον προσευχές και τα μνημόσυνα της όποιας εκκλησίας, και γι' αυτό πρέπει από τώρα να ετοιμαστεί να συναντήσει τον Θεό του;

Σίγουρα δεν είναι φρόνιμο και σκόπιμο να απελπίζουμε έναν άνθρωπο καλλιεργώντας του απαισιοδοξία και κλείνοντας τον ορίζοντα και το δρόμο μπροστά του.

Ασφαλώς είναι καλό και χρήσιμο να καλλιεργούμε την αισιοδοξία και την ελπίδα, και να τονώνουμε το ηθικό του εξασθενημένου συνανθρώπου μας, όταν πράγματι υπάρχει κάτι που μπορεί και αξίζει να περιμένει, και να μη βιαστεί να εγκαταλείψει την προσπάθεια για αντιμετώπιση της όποιας δύσκολης κατάστασης στη ζωή του.

Αλλά έχει μεγάλη σημασία αν η ελπίδα του ανθρώπου είναι βάσιμη ή όχι. Για παράδειγμα, εκατομμύρια άνθρωποι γύρω μας –ακόμη και στο "χριστιανικό" λεγόμενο κόσμο— ελπίζουν ότι στο μέλλον θα μετενσαρκωθούν σε ένα άλλο σώμα, με τη μορφή κάποιου ζώου ή άλλου όντος, για να βελτιωθούν και να διορθώσουν τα λάθη που κάνουν σήμερα, και τελικά να επιτύχουν την σωτηρία τους. Όμως αυτή η διδασκαλία είναι εντελώς ψεύτική και επιφυλάσσει φοβερή απογοήτευση σε όσους τη διατηρούν για τον εαυτό τους.

Είναι σοφό, άραγε, να μην μιλήσουμε στον συνάνθρωπο που έχει μια παρόμοια ψευδή "ελπίδα" και να τον αφήσουμε να αποκοιμίζεται σε μια τέτοια πλάνη; Ασφαλώς και κανένας φρόνιμος άνθρωπος δε θα ήθελε να αφήσει τα αγαπητά του πρόσωπα σε τέτοιο μεγάλο κίνδυνο. Μάλλον θα ήταν το ελάχιστο καθήκον μας να τους βοηθήσουμε να ξυπνήσουν και να δουν κατάματα τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν. Αλίμονο σ’ εκείνον που από οποιαδήποτε σκοπιμότητα δε θα μιλούσε αληθινά για τη δεινή ή απελπιστική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο πλησίον του. Αυτό είναι από τις μεγαλύτερες ηθικές ευθύνες και αξίζει ξεχωριστή κατάκριση.

Σε μια αναλογία ο αρχαίος Προφήτης του Ισραήλ έθεσε απέναντι στις ευθύνες του τον φύλακα της πόλης που δε θα φρόντιζε να ξυπνήσει από τον ύπνο τους συμπολίτες του, όταν έβλεπε τον εχθρό ή κάποιον κίνδυνο να έρχεται. «Εάν ο φύλαξ, ιδών την ρομφαίαν επερχομένην, δεν σαλπίση εν τη σάλπιγγι και ο λαός δεν φυλαχθή, η δε ρομφαία ελθούσα καταλάβη τινά εξ αυτών, ούτος μεν κατελήφθη διά την ανομίαν αυτού, πλην το αίμα αυτού θέλω εκζητήσει εκ της χειρός του φύλακος» (Ιεζ. 33/λγ/6).

Χωρίς αμφιβολία οι κάτοικοι μιας αρχαίας πόλης που έπεφταν να κοιμηθούν, είχαν την ελπίδα πως τουλάχιστον δε θα αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο εχθρικής επίθεσης. Δεν έπρεπε λοιπόν ο φύλακας της πόλης να ταράξει τον ύπνο τους, από φόβο μήπως τους χαλάσει την ελπίδα; Πόσο ανόητο!

Και όταν βλέπεις τον συγγενή σου, τον άνθρωπο του σπιτιού σου, να φανερώνει σημάδια μιας σοβαρής αρρώστιας, ακόμη και αν εκείνος διατηρεί την όποια ελπίδα ή ψευδαίσθηση ότι όλα "βαίνουν καλώς", δεν πρέπει εσύ να του επισημάνεις τον κίνδυνο ώστε να σπεύσει να επισκεφθεί τον γιατρό του, ακόμη και απέναντι στο φόβο να διαγνωστεί μια σοβαρή και επικίνδυνη ασθένεια;

Αν η αρρώστια διαγνωστεί έγκαιρα, τότε υπάρχει αληθινή ελπίδα να διορθωθεί κάτι και ο ασθενής να επιζήσει. Αν όμως τον αφήσουμε "να ελπίζει" μάταια, σύντομα τα πράγματα θα εξελιχθούν πέρα από κάθε δυνατότητα ελέγχου και ο ασθενής θα χάσει κάθε πιθανότητα βοήθειας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, ευτυχώς, προτιμούν να ταράξουν την "μακαριότητά" τους απέναντι σε σοβαρά ζητήματα και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν έγκαιρα διάφορες καταστάσεις, παρ’ όλο που αυτό εύλογα τους αναστατώνει.

Ούτε κανείς θεώρησε περιττό που οι αεροσυνοδοί επαναλαμβάνουν σε κάθε ταξίδι τις οδηγίες για αντιμετώπιση πιθανού συμβάντος ή ατυχήματος, ακόμη και όταν όλοι ελπίζουν πως τέτοιο κακό δεν πρόκειται να συμβεί στη δική τους πτήση.

Ενώ όμως προσέχουμε σε τόσες περιπτώσεις της καθημερινής ζωής, θα τολμούσαμε να μείνουμε σιωπηλοί απέναντι στους φίλους και αγαπητούς μας, χωρίς να τους δείξουμε την διαφορετική οδό την οποία εμείς βαδίζουμε, ακολουθώντας τον Κύριο Ιησού;

Δεν συνηγορούμε όσους προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τους ανθρώπους με την εντύπωση ότι έτσι θα τους κερδίσουν στον Χριστό, θεωρούμε ωστόσο ως καθήκον μας να δείξουμε με τη ζωή μας την άλλη όψη της ζωής, εκείνη της «εν Χριστώ ζωής».

Ζώντας ο ίδιος αυτό το παράδειγμα, ο απόστολος Παύλος θύμισε στους πρεσβύτερους της εκκλησίας της Εφέσου πώς «νύκτα και ημέραν δεν έπαυσε νουθετών μετά δακρύων ένα έκαστον», και ενδιαφερόταν να εξασφαλίσει ότι θα είναι ενήμεροι για τον κίνδυνο που έμελλε σύντομα να εκδηλωθεί, ότι μετά την αναχώρησή του θα σηκώνονταν «λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι του ποιμνίου» ακόμη και από ανάμεσά τους, «άνθρωποι λαλούντες διεστραμμένα, διά να αποσπώσι τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πράξ. 20/κ).

Ένας σύγχρονος "σύμβουλος" θα προσπαθούσε να αποτρέψει τον Παύλο από του να κάνει και να λέει τέτοιες "απαισιόδοξες" προβλέψεις. Όμως το Πνεύμα του Θεού έχει διαφορετική γνώμη και ακολουθεί διαφορετική τακτική. Είναι για τούτο που ο Θεός δηλώνει ότι «αι βουλαί μου δεν είναι βουλαί υμών ουδέ οδοί υμών αι οδοί μου» (Ησ. 55/νε/8).

Συνεπής με τα παραπάνω, ο λόγος του Θεού δεν διστάζει να πει για τους ανθρώπους που ζουν την κοσμική ζωή, ότι είναι «χωρίς Χριστού, απηλλοτριωμένοι από της πολιτείας του Ισραήλ και ξένοι των διαθηκών της επαγγελίας, ελπίδα μη έχοντες και όντες εν τω κόσμω χωρίς Θεού» (Εφεσ. 2/β/12). Κι αυτό δεν το κάνει επειδή θέλει να απογοητεύσει τον άνθρωπο αλλά επειδή ακριβώς θέλει να του δείξει μια αληθινή και ουσιαστική ελπίδα που μπορεί να αλλάξει εντελώς την ζωή, την πορεία και το μέλλον του.

Οι ίδιοι οι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν ότι είναι αποδεκτοί από τον Θεό στην κατάσταση που βρίσκονται, γι’ αυτό εξάλλου γεμίζουν τις εκκλησίες στις μεγάλες γιορτές και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής τους (βαφτίσια, γάμοι, κηδείες κ.λπ.), όμως ο θείος λόγος επιμένει ότι είναι «απηλλοτριωμένοι και εχθροί κατά την διάνοιαν με τα έργα τα πονηρά» (Κολ. 1/α/21).

Πρέπει, λοιπόν, να χάσουν οι άνθρωποι κάθε ελπίδα, ότι θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί από τον Θεό; Κάθε άλλο! Μάλιστα ο Θεός νύχτα και μέρα προσπαθεί και κάνει ό,τι κρίνει καλύτερο για να δείχνει την αγαθότητά Του προς τους ανθρώπους «διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» και έτσι «ό,τι δύναται να γνωρισθή περί Θεού είναι φανερόν εν αυτοίς, διότι ο Θεός εφανέρωσε τούτο προς αυτούς. Επειδή τα αόρατα αυτού βλέπονται φανερώς από κτίσεως κόσμου νοούμενα διά των ποιημάτων, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και η θειότης» (Ματθ. 5/ε/45, Ρωμ. 1/α/19-20).

Το ζήτημα δεν είναι αν ο άνθρωπος πρέπει να έχει ελπίδα, αλλά να έχει τέτοια που να είναι «ασφαλής τε και βεβαία» όπως μια άγκυρα, όπως λέει και η Επιστολή προς Εβραίους. «Να έχωμεν ισχυράν παρηγορίαν οι καταφυγόντες εις το να κρατήσωμεν την προκειμένην ελπίδα· την οποίαν έχομεν ως άγκυραν της ψυχής ασφαλή τε και βεβαίαν και εισερχομένην εις το εσωτερικόν του καταπετάσματος» (Εβρ. 6/ς/18-19). Να γνωρίζει δηλαδή πάνω σε τι έδαφος στηρίζεται η όποια ελπίδα του, και ποιο είναι το περιεχόμενο και το αντικείμενό της.

Εμείς οι Χριστιανοί έχουμε μεγάλες ελπίδες για το παρόν και το μέλλον μας. Όμως αυτά που ελπίζουμε, δεν είναι γεννήματα της φαντασίας ή της φιλοσοφίας μας, αλλά προέρχονται από το στόμα του ίδιου του Θεού και τον αιώνιο γραπτό λόγο Του.

Ως τέκνα του Θεού προσμένουμε «την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτ. 2/β/13). Είναι τούτο αυθαίρετο; Ασφαλώς όχι! Δεν πρόκειται για κάτι που το φανταστήκαμε εμείς ή κάποιος άλλος άνθρωπος, μα το υποσχέθηκε ο ίδιος ο αναστημένος Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Εκείνος είπε στους μαθητές Του επανειλημμένως: «πάλιν έρχομαι και θέλω σας παραλάβει προς εμαυτόν, διά να είσθε και σεις, όπου είμαι εγώ» (Ιωάν. 14/ιδ/3). Και είναι αξιομακάριστη τούτη η ελπίδα χάρη στο περιεχόμενό της, επειδή δεν περιμένουμε απλά να έρθει ο Χριστός, αυτό θα γίνει έτσι κι αλλιώς για όλους τους ανθρώπους –είτε το πιστεύουν είτε όχι—αλλά επειδή γνωρίζουμε ότι «όταν φανερωθή, θέλομεν είσθαι όμοιοι με αυτόν, διότι θέλομεν ιδεί αυτόν καθώς είναι» (Α~ Ιωάν. 3/γ/2).

Σ' αυτό τον κόσμο συχνά αντιμετωπίζουμε αδικίες, επιθέσεις και βίαιες συμπεριφορές. Άλλοι χάνουν περιουσίες και μερικοί την ίδια τη ζωή τους. Σε όλους αυτούς ο Θεός υπόσχεται: «Είπατε προς τους πεφοβισμένους την καρδίαν, Ισχύσατε, μη φοβείσθε· ιδού, ο Θεός σας θέλει ελθεί μετ’ εκδικήσεως, ο Θεός μετά ανταποδόσεως· αυτός θέλει ελθεί και θέλει σας σώσει» (Ησ. 35/λε/4).

Άλλοι στο βάρος δύσκολων καταστάσεων χάνουν την εμπιστοσύνη τους και κυριεύονται από κατάθλιψη. Σ' αυτούς ο λόγος του Θεού θυμίζει: «Ανορθώσατε τας κεχαυνωμένας χείρας και τα παραλελυμένα γόνατα, και κάμετε εις τους πόδας σας ευθείας οδούς, διά να μη εκτραπή το χωλόν, αλλά μάλλον να θεραπευθή» (Εβρ. 12/ιβ/12-13).

Όλοι θέλουν να έχουν μια "ελπίδα". Αλλά ποια μπορεί και πρέπει να είναι αυτή η ελπίδα μας; Οι άνθρωποι έχουν μάθει να κοιτάζουν και να στηρίζονται στα «βλεπόμενα». Το ίδιο κάνουμε πολλές φορές κι εμείς. Όμως ο λόγος του Θεού μας ανοίγει νέους ευρύτερους ορίζοντες. Ο Παύλος θα γράψει στους πιστούς της Κορίνθου: «Επειδή ημείς δεν ενατενίζομεν εις τα βλεπόμενα, αλλ' εις τα μη βλεπόμενα· διότι τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια» (Β~ Κορ. 4/δ/18).

Υπάρχουν πολλά ωραία πράγματα που έχει ετοιμάσει ο Θεός για τους πιστούς ακόλουθούς Του και τα πνευματικά Του παιδιά. «Εκείνα τα οποία οφθαλμός δεν είδε και ωτίον δεν ήκουσε και εις καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν, τα οποία ο Θεός ητοίμασεν εις τους αγαπώντας αυτόν» (Α~ Κορ. 2/β/9). Πώς να τα πει και πώς να τα περιγράψει κανείς; Τα έχει κρύψει ο Θεός ως πολύτιμο θησαυρό –όπως και είναι– και ο Παύλος, που είχε μια "πρόγευση", έγραψε σχετικά ότι «ήκουσεν ανεκλάλητα λόγια, τα οποία δεν συγχωρείται εις άνθρωπον να λαλήση» Β~ Κορ. 12/ιβ/4).

Μα πάνω από όλα αυτά τα όποια ωραία, μεγάλα και μυστήρια, οι Χριστιανοί έχουμε ως ελπίδα μας ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ, εκείνο του Σωτήρα μας, «του Σωτήρος ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού της ελπίδος ημών» (Α~ Τιμ. 1/α/1). Κάποιες ελπίδες ταυτίζονται με ένα πρόσωπο. Αν υπάρχει εκείνο, τότε και οι ελπίδες μπορούν να πραγματοποιηθούν. Και το δικό μας το ΠΡΟΣΩΠΟ όχι μόνο υπάρχει αλλά και μπορεί να υλοποιήσει εκείνα που υποσχέθηκε. Λοιπόν, «ας κρατώμεν την ομολογίαν της ελπίδος ασάλευτον· διότι πιστός ο υποσχεθείς» (Εβρ. 10/ι/23).

Κι αν ο κόσμος λέει πως «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία», εμείς γνωρίζουμε ότι «ο Χριστός αναστάς εκ νεκρών δεν αποθνήσκει πλέον, θάνατος αυτόν δεν κυριεύει πλέον» (Ρωμ. 6/ς/9). Πόσο Τον δοξάζουμε! |


 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ