Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους
Μαθήματα από την Ιστορία
Ορθόδοξοι
και Εβραίοι
Σε συνέχεια κειμένου που δημοσιεύσαμε με τις αντιεβραϊκές θέσεις του Μαρτίνου Λούθηρου (Απρ.-Ιούν. 2007), ο αναγνώστης κ. Σπ. Καραλής μας έστειλε μια συλλογή που συγκρότησε από κείμενα της Ορθόδοξης Εκκλησίας–αποφάσεις και κανόνες Συνόδων, που κι αυτές επίσης χαρακτηρίζονται από αντισημιτικό μένος. Επιθυμώντας όπως πάντα να είμαστε κατά το δυνατόν αντικειμενικοί και δίκαιοι προς πάντας, αναδημοσιεύουμε μεγάλο μέρος της εργασίας του κ. Σ.Κ. με την ελπίδα ότι έτσι φωτίζουμε και άλλες σκοτεινές πτυχές της εκκλησιαστικής ιστορίας που, χωρίς άλλο, καμιά σχέση δεν έχουν με την Εκκλησία Νύμφη του Χριστού κι εμείς πρέπει να αποφεύγουμε.
Μία από τις πρώτες διαμάχες μέσα στην Εκκλησία προέκυψε σχετικά με την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα από εκείνους που ονομάστηκαν Τεσσαρεσκαιδεκατιστές. Αυτοί ήταν Χριστιανοί που ήθελαν να εορτάζουν το Πάσχα μαζί με τους Ιουδαίους την 14η ημέρα του εβραϊκού μηνός Νισάν. Αυτή τη συνήθεια είχαν οι εκκλησίες της Μ. Ασίας. Κατά το έτος 155 μ.Χ. ο επίσκοπος Πολύκαρπος Σμύρνης, μαθητής του αποστόλου Ιωάννη, στη γεροντική του ηλικία αναγκάστηκε να κάνει ταξίδι από τη Σμύρνη στη Ρώμη. Ο λόγος ήταν επειδή ο πάπας της Ρώμης Ανίκητος προκάλεσε σχίσμα με τις εκκλησίες της Μ. Ασίας επειδή συνεόρταζαν το Πάσχα με τους Ιουδαίους. Ο Πολύκαρπος επικαλέστηκε την αρχαιότερη παράδοση των εκκλησιών της Μ. Ασίας, αλλά ο πάπας δεν πείστηκε. Οι δύο ιεράρχες τελικά χωρίστηκαν ειρηνικά, αλλά συμφωνία δεν επιτεύχθηκε επί του θέματος.[1] Αναφέρθηκε πάντως ότι χωρίστηκαν με τη συναίσθηση ότι η διαφορά σε θέματα νηστείας, εορτών κλπ. εκφράζει την ενότητα στην πίστη!
Οι εκκλησίες της Μ. Ασίας συνέχισαν για αρκετό χρόνο να εορτάζουν το Πάσχα την 14η ημέρα του μηνός Νισάν, όμως ο Μ. Κωνσταντίνος απευθύνθηκε με τα εξής λόγια κατά την Α~ Οικουμενική Σύνοδο στους επισκόπους, αναφερόμενος στην αλλαγή ημερομηνίας της εορτής του Πάσχα: «Επιθυμούμε να μην έχουμε τίποτε το κοινό με αυτόν τον τόσο μισητό λαό, γιατί ο Λυτρωτής καθόρισε για μας άλλο δρόμο». Έτσι η Σύνοδος μεταξύ άλλων καθόρισε ώστε η ημέρα του Πάσχα να εορτάζεται ύστερα από την εαρινή ισημερία σε ημερομηνία διαφορετική από εκείνη που το εόρταζαν οι Ιουδαίοι.
Έκτοτε πολλοί άλλοι αντιιουδαϊκοί Κανόνες και αποφάσεις προστέθηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία, από τους οποίους με βάση το βιβλίο «Πηδάλιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφέρουμε τους κυριότερους σε μετάφραση στη Δημοτική.[2]
Των Αγίων Αποστόλων (ψευδεπίγραφο):Κανόνας Ζ΄: «Αν κάποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος επιτελέσει την άγια ημέρα του Πάσχα πριν από την εαρινή (ανοιξιάτικη) ισημερία μαζί με τους Ιουδαίους, να καθαιρείται».
Κανόνας ΞΕ΄: «Αν κάποιος κληρικός ή λαϊκός εισέλθει σε συναγωγή Ιουδαίων ή αιρετικών, για να προσευχηθεί, και να καθαιρείται και να αφορίζεται».
Κανόνας Ο΄: «Αν κάποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος ή οποιοσδήποτε του καταλόγου των Κληρικών νηστεύει μαζί με τους Ιουδαίους ή εορτάζει μαζί τους ή δέχεται από αυτούς φαγητά και ποτά της εορτής τους, είτε τα άζυμα είτε κάτι παρόμοιο, να καθαιρείται, και αν είναι λαϊκός, να αφορίζεται».
Κανόνας ΟΑ΄: «Αν κάποιος Χριστιανός μεταφέρει λάδι σε ναό ειδωλολατρών ή σε συναγωγή Ιουδαίων κατά τις εορτές τους ή ανάψει λύχνους, να αφορίζεται».
Της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου:
Κανόνας ΙΑ΄: «Κανένας από εκείνους που συγκαταλέγονται στο ιερατικό τάγμα ή λαϊκός να μην τρώει τα άζυμα από τους Ιουδαίους, ούτε να γίνεται φίλος με αυτούς, ή όταν είναι ασθενής, να τους προσκαλεί και να λαμβάνει θεραπεία από αυτούς, ούτε σε δημόσια λουτρά να μην λούζεται καθόλου μαζί τους. Και αν κάποιος επιχειρήσει να πράξει αυτό, αν είναι κληρικός, να καθαιρείται, αν είναι λαϊκός, να αφορίζεται».
Της Συνόδου Αντιοχείας (τοπικής):
Κανόνας Α΄: «Όλοι όσοι τολμούν να καταλύουν τον Κανόνα της άγιας και μεγάλης Συνόδου, που συγκροτήθηκε στη Νίκαια, στην παρουσία του ευσεβούς και Θεοφιλέστατου Βασιλιά Κωνσταντίνου σχετικά με την άγια εορτή του Πάσχα, να είναι ακοινώνητοι και απόβλητοι από την Εκκλησία αν επιμένουν να αντιλέγουν σ’ εκείνα που μας έχουν δοθεί καλώς, και αυτά λέγονται για τους λαϊκούς. Αν όμως κάποιος από τους προεστούς της Εκκλησίας, Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος τολμήσει, μετά τον κανόνα αυτόν, να διαφέρει και να επιτελεί το Πάσχα μαζί με τους Ιουδαίους, για να προκαλέσει διαστροφή των λαών και ταραχή των Εκκλησιών, η άγια Σύνοδος από τώρα ήδη αυτόν τον έκρινε ξένο ως προς την Εκκλησία, όχι μόνον εξαιτίας της δικής του αμαρτίας, αλλά και επειδή έγινε αίτιος πολλής διαφθοράς και διαστροφής. Και τέτοιους (η Σύνοδος) όχι μόνον τους καθαιρεί από το να λειτουργούν, αλλά και εκείνους που τολμούν να έχουν κοινωνία μαζί τους μετά την καθαίρεσή τους. Και όσοι καθαιρέθηκαν να αποστερούνται την εξωτερική τιμή, στην οποία μετέχει ο άγιος Κανόνας και το Ιερατείο του Θεού».
Της Συνόδου Λαοδικείας (τοπικής):
Κανόνας ΚΘ΄: «Οι Χριστιανοί δεν πρέπει να ιουδαΐζουν και να σχολάζουν το Σάββατο, αλλά να εργάζονται κατ’ αυτήν την ημέρα, και να προτιμούν την Κυριακή, αν βέβαια δύνανται, για να σχολάζουν ως Χριστιανοί, και αν βρεθούν ιουδαϊστές (ιουδαΐζοντες), ας είναι ανάθεμα από το Χριστό».
Κανόνας ΛΖ΄: «Δεν πρέπει να λαβαίνουμε τα (εορτινά δώρα) που στέλνουν οι Ιουδαίοι ή οι αιρετικοί μήτε να εορτάζουμε μαζί τους».
Κανόνας ΛΗ΄: «Δεν πρέπει να λαβαίνουμε άζυμα από τους Ιουδαίους ή να έχουμε κοινωνία στις ασέβειές τους».
Τα παραπάνω "θεσμικά" κείμενα ηχούν λιγότερο ρατσιστικά από εκείνα του Λούθηρου, όμως άλλα κείμενα, όπως π.χ. συμβαίνει με πολλούς ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας, όπου οι Ιουδαίοι/Εβραίοι χαρακτηρίζονται με τα χειρότερα επίθετα, δεν είναι τόσο "ευγενικά". Ίσως γι' αυτά γράψουμε σε άλλη ευκαιρία. Το παράξενο σ’ όλους αυτούς τους κανόνες είναι ότι αφορίζονται οι Χριστιανοί που πηγαίνουν στην ιουδαϊκή συναγωγή ή όσοι τηρούσαν το Σάββατο, τις εορτές, τα ήθη και τα έθιμα του Μωσαϊκού Νόμου, τα οποία εντούτοις τηρούσαν στη ζωή τους και ο Ιησούς και οι Απόστολοι, που πήγαιναν στην εβραϊκή συναγωγή για να προσευχηθούν, να ακούσουν τις ιερές Γραφές και να κηρύξουν όταν τους έδιναν την ευκαιρία.
Τα όσα αναφέρει ο απόστολος Παύλος κατά των ιουδαϊκών εθίμων και του Νόμου (π.χ. Γαλ. 2/β/21 Κολ. 2/β/16-17 κ.ά.) ήταν για να απελευθερώσει τους Χριστιανούς εξ εθνικών από το να εφαρμόζουν το Νόμο με νομικίστικη νοοτροπία αυτοδικαίωσης, προκειμένου να σωθούν, όπως επέμεναν κάποιοι ιουδαΐζοντες χριστιανοί (Πράξ. 15/ιε/1, Γαλ. 2/β/11-14) και δεν είχε σκοπό να καταργήσει την εφαρμογή των εντολών του μωσαϊκού νόμου από τους Ιουδαίους Χριστιανούς. Η σωτηρία βασίζεται, μέσω της πίστης, μόνο στο εξιλαστήριο έργο του Χριστού πάνω στο σταυρό^ αυτό ισχύει και για τους Ιουδαίους και για τους Εθνικούς. Αλλά ο ίδιος ο Παύλος εφάρμοζε το Νόμο στην προσωπική του ζωή. Επέτρεψε την περιτομή του Τιμόθεου, που είχε Έλληνα πατέρα αλλά Ιουδαία μητέρα (Πράξ. 16/ις/3).[3] Έκανε ευχή Ναζηραίου (Πράξ. 18/ιη/18), κάτι που βασιζόταν στο Αριθ. 6/ς/2,5,9,18. Η επιθυμία του να βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, για να εορτάσει την Πεντηκοστή (Πράξ. 20/κ/16, βλ. και Α΄ Κορ. 16/ις/8), βασιζόταν στο Δευτ. 16/ις/16. Επίσης το κούρεμα των μαλλιών του και η θυσία που βλέπουμε στο Πράξ. 21/κα/17-26, –κάτι που του σύστησαν οι άλλοι απόστολοι να κάνει, για να αποφευχθούν οι κατηγορίες ότι περιφρονούσε το Νόμο–, δείχνουν ότι ο Παύλος όπως και όλοι οι άλλοι απόστολοι δεν ήταν αντίθετοι στην εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου. Απλά δεν τις θεωρούσαν σωτηριακές ούτε ήθελαν να τις επιβάλλουν στους Εθνικούς.
Το παράδοξο είναι ότι ενώ για την πρώτη Εκκλησία, που αποτελούνταν αποκλειστικά από Ιουδαίους, το μεγάλο πρόβλημα ήταν αν οι Εθνικοί ως Εθνικοί μπορούν να γίνουν δεκτοί στην Εκκλησία του Χριστού, χωρίς να γίνουν προσήλυτοι Ιουδαίοι, από κάποιο σημείο και μετά το πρόβλημα αντιστράφηκε και οι Εθνικοί Χριστιανοί άρχισαν να αμφισβητούν το γεγονός ότι ένας Ιουδαίος ως Ιουδαίος μπορεί να γίνει Χριστιανός. Ξέχασαν τα λόγια του Αποστόλου των Εθνών, που έλεγε: «Έγινα στους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος, για να κερδίσω Ιουδαίους» (Α΄ Κορ. 9/θ/20).
------------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:1. Ειρηναίου, Επιστολή προς Βίκτωρα, ΒΕΠ 5, 173.
2. «Πηδάλιον της Νοητής Νηός της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής των Ορθοδόξων Εκκλησίας». Εκδόσεις «Αστήρ». Σελίδες 8, 84, 96, 97, 227, 406, 431, 435.
3. Σύμφωνα με το ιουδαϊκό έθιμο Ιουδαίοι θεωρούνται όσοι έχουν Ιουδαία μητέρα.