Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους


Σκέψεις για τις Ελεύσεις του Χριστού


«Εγώ ήλθον»
και «πάλιν έρχομαι»

 

Καθώς έχουν περάσει πια οι συναισθηματικές "εξάρσεις" των χριστουγεννιάτικων ημερών –τόσο χρήσιμων για τους ανθρώπους που εμπορεύονται και την αγορά και την κοσμική χριστιανική θρησκεία–, ας κάνουμε μια ψύχραιμη αναδρομή στο γεγονός της Γέννησης του Χριστού, για το οποίο «πλήθος στρατιάς ουρανίου» ύμνησε τον Θεό (Λουκ. 2/β/13).

Αν και οι άνθρωποι προσπάθησαν στα διάφορα απόκρυφα ευαγγέλια, να "καλύψουν" με φαντασίες και πλαστογραφίες τους το κενό, είναι ενδιαφέρον –όσο και αταίριαστο με την ανθρώπινη σκέψη– ότι η Αγία Γραφή και μάλιστα η Καινή Διαθήκη λέει ελάχιστα για τη Γέννηση του Χριστού. Μόνο λίγα λόγια παρατίθενται στα Ευαγγέλια Ματθαίου και Λουκά, σαν αφήγηση στο ιστορικό γεγονός, και κάποια χωρία στο θεολογικό νόημά της, όπως π.χ. το Γαλάτας 4/δ/4.

Εντούτοις, και παρά την σχετική σιωπή των ιερών κειμένων που διαπιστώνουμε, ο ονομαζόμενος "χριστιανικός" κόσμος και η κοσμική εκκλησία δίνουν αντιστρόφως μεγάλη σημασία σ’ αυτό το γεγονός, σε βαθμό που τουλάχιστον κατά τους δύο τελευταίους μήνες του χρόνου να κυριαρχεί σε κάθε μορφή της ζωής, κυρίως όμως της αγοράς.

Το χειρότερο είναι ότι όλος αυτός ο κόσμος που δήθεν γιορτάζει Χριστούγεννα, ελάχιστα ή και καθόλου ενδιαφέρεται για το Παιδί του οποίου την γέννηση, υποτίθεται, ότι τιμούν μ’ αυτή την εορτή, και ακόμη λιγότερο για την "συνέχεια" της ζωής Του.

Στην ουσία το κέντρο ενδιαφέροντός τους είναι εγωκεντρικό και ανθρωποκεντρικό, αφού εκείνο που κυρίως απασχολεί είναι μάλλον το περιεχόμενο και η αξία του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού ή ρεβεγιόν και τα σχετικά μ’ αυτά.

Αλλά οι Γραφές, αν και λακωνικές σε ό,τι αφορά τα "Χριστούγεννα", δεν είναι εντελώς σιωπηλές^ αρκούνται απλώς και περιορίζονται στο ελάχιστο που ήταν απαραίτητο να καταγραφεί και, προσπερνώντας με αξιοσημείωτη ταχύτητα τα πρώτα 30 χρόνια της ζωής του Κυρίου, μεταφέρονται γρήγορα στα 3 τελευταία χρόνια, τότε που ο Ιησούς φανερώθηκε και έδρασε ως ο Μεσσίας του Ισραήλ, και εκεί δίνουν όλη τους την προσοχή.

Σημειωτέο ότι για τα γεγονότα της Σταύρωσης του Κυρίου παρατίθενται πάρα πολλές λεπτομέρειες που καλύπτουν ολόκληρα κεφάλαια, τόσο περιγραφικά όσο και από θεολογική σκοπιά. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη 10 από τα 21 συνολικά κεφάλαια καλύπτουν την διήγηση της εβδομάδας των Παθών του Κυρίου. Το ίδιο συμβαίνει στο Ευαγγέλιο του Μάρκου, όπου διατίθενται 6 από τα 16 κεφάλαια. Φαίνεται, λοιπόν, πως το ενδιαφέρον σημείο δεν είναι εκείνο της Γέννησης του Χριστού αλλά ο σκοπός και το έργο που ήρθε να επιτελέσει και μάλιστα ο τρόπος που το έφερε σε πέρας.

Και ο Κύριός μας αναφέρθηκε στο γεγονός της πρώτης Του έλευσης στη γη, όχι όμως παρελθοντολογικά αλλά σαν αφορμή για να μιλήσει για το παρόν και το μέλλον, με άλλα λόγια για το αποτέλεσμα εκείνης της έλευσης. Τρεις φορές τουλάχιστον αναφέρθηκε στο γεγονός της πρώτης Του έλευσης σ’ αυτόν τον κόσμο που ως προαιώνιος Λόγος δημιούργησε μαζί με τον Πατέρα Του, τονίζοντας συνάμα πτυχές της αποστολής Του.

Ο απόστολος Παύλος, επίσης, θα αναφερθεί συνοπτικά στο γεγονός της Γέννησης, τονίζοντας τον σκοπό της: «Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και υπετάγη εις τον νόμον, διά να εξαγοράση τους υπό νόμον, διά να λάβωμεν την υιοθεσίαν» (Γαλ. 4/δ/4-5).

 

Για την Πρώτη Έλευση

Ας δούμε από κοντά με την πρέπουσα προσοχή αυτές τις σχετικές δηλώσεις του Κυρίου (οι περισσότερες από τις οποίες είναι στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη), για να μάθουμε και να ωφεληθούμε από αυτές.

 

• «ΕΓΩ ΗΛΘΟΝ εν τω ονόματι του Πατρός μου» (Ιωάν. 5/ε/43). Τα λόγια αυτά εκφράζουν την αρχή της αποστολής Του, ότι δηλαδή τα έργα Του μαρτυρούσαν ότι στάλθηκε από τον Πατέρα (εδ. 36).

Αν και ο Ιωάννης εκ των υστέρων εξηγεί με θεία έμπνευση ότι ο Ιησούς ήταν ο προαιώνιος Υιός και Λόγος του Θεού, μέσω του οποίου έγιναν τα πάντα «και χωρίς αυτού δεν έγεινεν ουδέ εν, το οποίον έγεινεν» (1/α/3), όταν ήρθε ο κατάλληλος καιρός –«το πλήρωμα του χρόνου»– ο Κύριος ήρθε σ’ αυτή τη γη όχι για να διαφημίσει την προσωπική Του μεγαλειότητα αλλά για να υπηρετήσει το μέγα έργο της σωτηρίας των αμαρτωλών. Αν και ήταν ικανός να θαυματουργεί, αν και μπορούσε να αντιμετωπίσει με αγγελικές δυνάμεις τους εχθρούς Του (Ματθ. 26/κς/53), δεν θέλησε ποτέ να πειράξει τον Θεό (Ματθ. 4/δ/7) κάνοντας οτιδήποτε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Πατέρα.

Ούτε προς στιγμή δεν φρόντισε να προβάλει ή να δοξάσει τον εαυτό Του. «Δόξαν παρά ανθρώπων δεν λαμβάνω», είπε στους Ιουδαίους (Ιωάν. 5/ε/41) και αντίθετα έδωσε όλη την δόξα στον Πατέρα Του. Λίγο πριν το τέλος της επίγειας ζωής Του δήλωσε: «Πάτερ, εγώ σε εδόξασα επί της γης, το έργον ετελείωσα, το οποίον μοι έδωκας διά να κάμω» (Ιωάν. 17/ιζ/4) και στο τέλος πάνω από τον σταυρό διακήρυξε το «Τετέλεσται» (19/ιθ/30).

 

• «ΕΓΩ ΗΛΘΟΝ διά να έχωσι ζωήν» (Ιωάν. 10/ι/10). Τα λόγια αυτά αποκαλύπτουν το σκοπό για τον οποίο ήρθε. Θα μπορούσε να υπάρχει κάποιο ανώτερο κίνητρο; Ο ίδιος ο Υιός του Θεού ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να δώσει αιώνια ζωή στους αμαρτωλούς, που ήταν νεκροί για τις παραβάσεις και αμαρτίες. Η ανυπολόγιστη αγάπη Του φανερώνεται στο έργο που ανέλαβε: «Εγώ είμαι ο ποιμήν ο καλός. Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού βάλλει υπέρ των προβάτων» (10/ι/11). Πέθανε πρόθυμα ως αντικαταστάτης των αμαρτωλών και αναστήθηκε από τους νεκρούς. Όσοι ακούνε τη φωνή Του και πιστεύουν σ’ Αυτόν, γίνονται πρόβατά Του, λαβαίνουν την αιώνια ζωή που τους μεταδίδει και Τον ακολουθούν. Λέει: «Αληθώς, αληθώς σας λέγω ότι έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι νεκροί θέλουσιν ακούσει την φωνήν του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες θέλουσι ζήσει» (5/ε/25). Εσείς έχετε ακούσει τη φωνή Του και έχετε λάβει την αιώνια ζωή;

 

• «ΕΓΩ ΗΛΘΟΝ φως εις τον κόσμον, διά να μη μείνη εν τω σκότει πας ο πιστεύων εις εμέ» (12/ιβ/46). Τα λόγια αυτά περιγράφουν την δυσάρεστη πραγματικότητα μέσα στην οποία ζουν οι αμαρτωλοί –«εν τω σκότει»– και διακηρύττουν το μέσο με το οποίο παραλαμβάνονται οι αιώνιες ευλογίες. Η φράση «πας ο πιστεύων εις εμέ» Τον κάνει διαθέσιμο σε όλους. Πιστεύω σ’ Αυτόν σημαίνει μετανοώ για τις αμαρτίες μου ενώπιον του Θεού και εμπιστεύομαι στο θάνατο του Ιησού, του Σωτήρα, ως τέλεια εξόφληση για εκείνες τις αμαρτίες.

Ο απόστολος Παύλος θα εξηγήσει ότι μας ελευθέρωσε από την εξουσία του σκότους (Κολ. 1/α/13) και μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου που μας καθιστούσε υποκείμενους στο θάνατο (Γαλ. 3/γ/3). Το μόνο που αναμένεται από εμάς είναι η πίστη, η εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον. Ο τρόπος για να γλιτώσουμε παντοτινά από την αιώνια μαυρίλα είναι να δεχτούμε το φως της αλήθειας που υπάρχει σ’ Αυτόν και αποκαλύπτεται στον πολύτιμο λόγο Του.

 

• «ΗΛΘΕΝ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ τρώγων και πίνων, και λέγουσιν· Ιδού, άνθρωπος φάγος και οινοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών» (Ματθ. 11/ια/19, Λουκ. 7/ζ/33). Ο Χριστός μας δεν ήρθε σ' αυτό τον κόσμο για να συστήσει ένα ακόμη μοναχικό/καλογερικό τάγμα από τα οποία πολλά ήδη υπήρχαν σε άλλες προϋπάρχουσες θρησκείες (Βουδισμό κ.λπ.). Δεν ήρθε να επιβάλει κοσμικής προέλευσης δόγματα «τα οποία έχουσι φαινόμενον μόνον σοφίας εις εθελοθρησκείαν και ταπεινοφροσύνην και σκληραγωγίαν του σώματος, εις ουδεμίαν τιμήν έχοντα την ευχαρίστησιν της σαρκός» (Κολ. 2/β/20-23). Δεν ήταν ο εκφραστής της απομονωμένης ζωής του Βαπτιστή Ιωάννη ούτε μας ζήτησε να γίνουμε μιμητές εκείνου. Αντίθετα έζησε μέσα στον κόσμο όπως εκείνοι, τρώγοντας και πίνοντας ΜΑΖΙ με τους συνανθρώπους Του, «καθ' ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτίας» (Εβρ. 4/δ/15).

 

Ομως υπάρχουν και κάποια πράγματα για τα οποία ΔΕΝ ΗΛΘΕΝ ο Χριστός^ αυτά δεν ήταν μέρος της αποστολής Του. Ας δούμε μερικά:

 

• «Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΕΝ ΗΛΘΕ να απολέση ψυχάς ανθρώπων, αλλά να σώση» (Λουκ. 9/θ/56). Στο χωρίο αυτό ο Κύριός μας εξηγεί μια πραγματικότητα που ελάχιστα έχει γίνει κατανοητή από τους εκκλησιαστικούς ανθρώπους και τους οπαδούς τους.

Πολλοί σήμερα με τα φοβιστικά κηρύγματα που κάνουν από τους άμβωνες και τα έντυπά τους, μιλώντας συνεχώς για κόλαση και βάσανα, για απειλές και τρομοκρατία, παρουσιάζουν τον Θεό και τον Υιό Του να χαίρονται όταν βλέπουν ανθρώπους να βασανίζονται επειδή δεν φρόντισαν να ενταχθούν στο δικό τους θρησκευτικό σύστημα ή έκαναν κάποια επουσιώδη ηθική ή θρησκευτική παράβαση, και φορτώνουν έτσι ενοχές δημιουργώντας προϋποθέσεις για εξαρτήσεις από συστήματα ή πρόσωπα.

Αντίθετα ο Κύριος εξηγεί πως η δική Του πρόθεση δεν ήταν και δεν είναι να καταστρέψει, αλλά ΝΑ ΣΩΣΕΙ. Αποκαλυπτικό εν προκειμένω είναι το γεγονός ότι ενώ σε όλους σχεδόν είναι γνωστό το χωρίο Ιωάν. 3/γ/16, από τη συνομιλία του Χριστού με τον Νικόδημο, ελάχιστοι γνωρίζουν ή προσέχουν καν το αμέσως επόμενο χωρίο 17, όπου ο Κύριος βεβαιώνει σχετικά με την αποστολή Του ότι «δεν [Τον] απέστειλεν ο Θεός εις τον κόσμον διά να κρίνη τον κόσμον, αλλά διά να σωθή ο κόσμος δι' αυτού».

Συμπληρωματικά με τα παραπάνω ο απόστολος Παύλος θα τονίσει με ιδιαίτερη έμφαση: «Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΛΘΕΝ εις τον κόσμον διά να σώση τους αμαρτωλούς, των οποίων πρώτος είμαι εγώ» (Α~ Τιμ. 1/α/15). Και είναι σημαντικό να προσέξουμε πως τούτο το λόγο ο Απόστολος του Χριστού τον χαρακτηρίζει, όχι αναίτια, «πιστό και πάσης αποδοχής άξιο».

 

• «Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΕΝ ΗΛΘΕ διά να υπηρετηθή, αλλά διά να υπηρετήση και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20/κ/28, Μάρκ. 10/ι/45). Τα θρησκευτικά συστήματα ανά τους αιώνες, δυστυχώς, διαμόρφωσαν τρόπους και μεθόδους που θα εξασφάλιζαν οικονομικές και άλλες υπηρεσίες προς τους λειτουργούς τους. Εδώ ανήκουν τα διάφορα "τυχηρά" των κληρικών αλλά και οι "προσφορές" που δέχονται διάφοροι Διαμαρτυρόμενοι "εργάτες, ευαγγελιστές, ιεραπόστολοι" κ.λπ.

Χωρίς να είναι πρόθεσή μας να ανατρέψουμε την αλήθεια ότι «δεν θέλεις εμφράξει το στόμα βοός αλωνίζοντος· και, άξιος είναι ο εργάτης του μισθού αυτού» (Α~ Τιμ. 5/ε/18), δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι πολλοί είναι εκείνοι που νομίζοντας «την ευσέβειαν ότι είναι πλουτισμός» (Α~ Τιμ. 6/ς/5), έχουν μετατρέψει τη διακονία τους σε πηγή πλούτου εις βάρος ακόμη και φτωχών αδελφών. Είναι εκείνοι που αντί να υπηρετούν (πρακτικά και άμεσα) υποθηκεύουν τους οπαδούς τους για να ζουν οι ίδιοι πλουσιοπάροχα και προκλητικά.

 

Μελλοντικές προεκτάσεις

Η Πρώτη Έλευση του Κυρίου στον κόσμο μας, δημιούργησε τις προϋποθέσεις και για την Δεύτερη Έλευσή Του. «ΠΑΛΙΝ ΕΡΧΟΜΑΙ και θέλω σας παραλάβει προς εμαυτόν, διά να είσθε και σεις, όπου είμαι εγώ» (Ιωάν. 14/ιδ/3).

Τούτη τη Δεύτερη Έλευση με λαχτάρα περιμένουν όλοι οι άνθρωποι^ αφενός οι πιστοί, πληροφορημένοι από το λόγο του Θεού, και αφετέρου «οι λοιποί των ανθρώπων». Αυτό εξήγησε ο Ιάκωβος με βάση τον προφήτη Αμώς, που γράφει: «Μετά ταύτα θέλω επιστρέψει και θέλω ανοικοδομήσει την σκηνήν του Δαβίδ την πεπτωκυίαν, και τα κατηδαφισμένα αυτής θέλω ανοικοδομήσει και θέλω ανορθώσει αυτήν, διά να εκζητήσωσι τον Κύριον οι λοιποί των ανθρώπων, και πάντα τα έθνη, επί τα οποία καλείται το όνομά μου, λέγει Κύριος ο ποιών ταύτα πάντα» (Πράξ. 15/ιε/17).

Τούτη η Δεύτερη Έλευση είναι η «μακαρία ελπίδα» (Τίτ. 2/β/13) που αγκαλιάζουν όλοι οι πιστοί, ακόμη και εκείνοι της Παλαιάς Διαθήκης, αφού και ο Αβραάμ και όλοι οι ήρωες της πίστης απέβλεπαν στην πόλη που έχει μόνιμα θεμέλια, «της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός» (Εβρ. 11/ια/10,16).

Ο Κύριος, συνεπώς, δεν μίλησε μόνο σχετικά με την εξουσία Του και τον σκοπό Του, καθώς και για τις ευλογίες της πρώτης παρουσίας Του, που έγινε πριν από πολλά χρόνια, αλλά επίσης τόνισε ότι, «Πάλιν έρχομαι». Αυτή η υπόσχεση, που έκανε στους δικούς Του πριν από το σταυρό, πλησιάζει στον καιρό της εκπλήρωσής της.

Ο Κύριος θα έρθει να ιδρύσει και να κυβερνήσει την Βασιλεία του Θεού, μια βασιλεία που Του δόθηκε από τον Πατέρα και είναι βασιλεία που «δεν έχει τέλος» (Λουκ. 1/α/33), «ασάλευτη» (Εβρ. 12/ιβ/28), «αμίαντη και αμάραντη» (Α~ Πέτρ. 1/α/4), στην οποία προσκαλεί και εμάς ο Θεός (Α~ Θεσ. 2/β/12).

Αυτή τη βασιλεία ο Χριστός θέλει να την μοιραστεί με τους πιστούς. Είπε στους μαθητές Του, «Εγώ ετοιμάζω εις εσάς βασιλείαν, ως ο Πατήρ μου ητοίμασεν εις εμέ» (Λουκ. 22/κβ/29) κι αυτή είναι μερίδα όλων των πιστών που έγιναν «τέκνα και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού» (Ρωμ. 8/η/17). Είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό το λαμπρό γεγονός, που μπορεί να πραγματοποιηθεί ανά πάσα στιγμή; Αν όχι, ας Τον δεχτούμε ΤΩΡΑ με απλή πίστη, πριν δοθεί τέλος στην ευκαιρία της σωτηρίας.

Κάποιοι γιορτάζουν την Πρώτη Έλευση του Χριστού –όπως δεν προβλέπεται από τη Βίβλο και για αιώνες δεν γνώριζαν και δεν έπρατταν οι πρώτοι χριστιανοί– αναπολώντας στιγμές και σκηνές του παρελθόντος. Εμείς ας γιορτάζουμε προσδοκώντας την Δεύτερη Έλευσή Του, που θα πλημμυρίσει με φως όχι μόνο την προσωπική πνευματική μας ζωή, αλλά και όλο το σύμπαν. |

Από Συνεργάτη

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ