Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

 

  Αναστάσιμες Ευλογίες  

Το μνήμα

του Ζωοδότου...

 

 

Οξύμωρη ακούγεται η φράση του τίτλου μας, που προέρχεται από τη βυζαντινή υμνολογία της Ανάστασης. (Βλέπε πλαίσιο).

 

Αι μυροφόροι γυναίκες όρθρου βαθέως
επιστάσαι προς το μνήμα του Ζωοδότου,
εύρον άγγελον επί τον λίθον καθήμενον,
και αυτός προσφθεγξάμενος,
αυταίς, ούτως έλεγε:

“Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;
Τι θρηνείτε τον άφθαρτον ως εν φθορά;
Απελθούσαι κηρύξατε, τοις αυτού μαθηταίς.”

 

Σε κάποιο ψυχρό μνήμα πήγαιναν εκείνο το πρωί οι γυναίκες με τα μύρα για να βρουν το σώμα του Ιησού Χριστού. Το μνήμα αυτό μπορεί μεν να ήταν «νέον, εις το οποίον ουδείς έτι είχε τεθή» (Ιωάν. 19/ιθ/41), μπορεί να ήταν λατομημένο για άνθρωπο πλούσιο (Ματθ. 27/κζ/60, Ησ. 53/νγ/9), μπορεί να ήταν “τόπος αναπαύσεως” –όπως το λέμε εύηχα–, δεν έπαυε ωστόσο να είναι ένα μνημα, προοριζόμενο και αυτό σύντομα να είναι γεμάτο «οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας» (Ματθ. 23/κγ/27). Όμως όχι, επειδή αυτό το μνήμα είχε μια τεράστια διαφορά, που δεν προερχόταν από τη φύση τη δική του αλλά από Εκείνον που προσωρινά φιλοξένησε.

Οπως εξήγησε ο Πέτρος την ημέρα της Πεντηκοστής, ο Ιησούς «δεν ήτο δυνατόν να κρατήται υπ' αυτού» επειδή αυτόν «ο Θεός ανέστησε, λύσας τας ωδίνας του θανάτου» (Πράξ. 2/β/24). Αυτό βέβαια δεν έγινε χωρίς λόγο αλλά ακολούθησε προαιώνιο σχέδιο του Θεού. Όπως εξήγησε ο Παύλος στη συναγωγή των Ιουδαίων στη Θεσσαλονίκη, «έπρεπε να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή εκ νεκρών» (Πράξ. 17/ιζ/3, Λουκ. 24/κδ/26), επειδή ο Χριστός «παρεδόθη διά τας αμαρτίας ημών και ανέστη διά την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. 4/δ/25). Με άλλα λόγια ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να πεθάνει επειδή ήμασταν αμαρτωλοί και έπρεπε να αναστηθεί επειδή με τη θυσία Του γίναμε δίκαιοι.

Έτσι ο Κύριος Ιησούς από φορτωμένος τις αμαρτίες μας θνητός Αμνός του Θεού, μετατράπηκε τώρα σε Ζωοδότη. Ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, «έγεινεν εις ψυχήν ζώσαν» αλλά ο έσχατος Αδάμ, ο Κύριος Ιησούς «εις πνεύμα ζωοποιούν» (Α~ Κορ. 15/ιε/45) και για τούτο η Γραφή λέει ότι «καθώς ο Πατήρ εγείρει τους νεκρούς και ζωοποιεί, ούτω και ο Υιός ούστινας θέλει ζωοποιεί» (Ιωάν. 5/ε/21).

«Επί το μνήμα του Ζωοδότου», λοιπόν, ήρθαν οι μυροφόρες γυναίκες για να περιποιηθούν το “νεκρό σώμα” του Δάσκαλου, αλλά Εκείνος που έψαχναν να βρουν δεν ήταν πλέον ένα απλό νεκρό σώμα αλλά ο Ζωοδότης, η ίδια Η ΖΩΗ!

Μιλώντας για τον εαυτό Του πριν από λίγο καιρό είχε πει, «Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή» (Ιωάν. 11/ια/25). Άλλο όμως τι Εκείνος έλεγε, και άλλο τι οι ακροατές Του –ακόμη και οι μαθητές– καταλάβαιναν.

Ήρθαν λοιπόν οι μυροφόρες για να βρουν ένα ανήμπορο νεκρό σώμα και να του προσφέρουν ό,τι τελευταίο μπορούσε άνθρωπος να προσφέρει... τα μοιρολόγια τους και τα αρώματά τους.

Αντί όμως να προσφέρουν οι ίδιες, σύμφωνα με το αρχικό τους πρόγραμμα, ΕΛΑΒΑΝ εκείνο που –ο μέχρι προ ολίγου νεκρός Κύριος– είχε ετοιμάσει για να τους χαρίσει: (α) ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ μαζί με (β) ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.

Αν ο Χριστός δεν είχε αναστηθεί, όλο το έργο Του θα ήταν “μάταιο”^ το ίδιο και η διδασκαλία Του. Κυρίως, δεν θα είχε καμιά αξία και ωφέλεια στους ανθρώπους. Τι μπορείς να περιμένεις από έναν νεκρό;

Τώρα όμως «ο Χριστός ανέστη (εγήγερται) εκ νεκρών, έγεινεν απαρχή των κεκοιμημένων» (Α~ Κορ. 16/ιε/20). Το θαύμα δεν έμεινε μόνο σ’ Εκείνον^ η χάρη του απλώνεται και σ’ εμάς, επειδή «πρώτος αναστάς εκ νεκρών μέλλει να κηρύξη φως εις τον λαόν και εις τα έθνη» (Πράξ. 26/κς/23).

Εφτασε μέχρι εμάς το κήρυγμα τούτο. Το ακούσαμε, το δοκιμάσαμε και το ζούμε καθημερινά. Το ζούμε την ώρα της προσευχής και την ώρα της εργασίας, την ώρα της χαράς και την ώρα του πόνου, την ώρα του πένθους και την ώρα της ελπίδας. Χαράζουμε στα μνήματα των αγαπητών μας, «Ο πιστευων εις εμε, και αν αποθανη, θελει ζησει», και περιμένουμε με ακλόνητη βεβαιότητα το πρωί της ανάστασης, όταν «οι αποθανόντες εν Χριστώ θέλουσιν αναστηθή πρώτον» (Α~ Θεσ. 4/δ/16).

Τότε θα εκπληρωθούν οι λόγοι οι προφητικοί, «Θέλει καταπίει τον θάνατον εν νίκη· και Κύριος ο Θεός θέλει σπογγίσει τα δάκρυα από πάντων των προσώπων» (Ησ. 25/κε/8, Α~ Κορ. 15/ιε/54) και «οι συνετοί θέλουσιν εκλάμψει ως η λαμπρότης του στερεώματος» (Δαν. 12/ιβ/3).

Και όλα τούτα χάρη στον μόνο που μπορεί να λέει: «έγεινα νεκρός, και ιδού, είμαι ζων εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν, και έχω τα κλειδία του άδου και του θανάτου» (Αποκ. 1/α/18). ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! |

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ