Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

Στο σκοτάδι των θρησκειών του κόσμου

Τα απόκρυφα
και η παγίδα...

Πολύς ο λόγος τον τελευταίο καιρό για το απόκρυφο και ψευδεπίγραφο «Ευαγγέλιο του “Ιούδα”», που με τόση μαεστρία φρόντισαν κάποιοι να εκμεταλλευτούν για να κερδίσουν πολλά εκατομμύρια.

Για τους σκοτεινούς ανθρώπους, που μόνο τους θεό έχουν τον Μαμωνά και μπορούν να κάνουν τα πάντα για να υπηρετήσουν την πλεονεξία τους ακολουθώντας την αρχαία οδό του ψευδοπροφήτη Βαλαάμ, δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε εδώ.

Πρέπει ωστόσο να ομολογήσουμε ότι στο δρόμο αυτό έχουν βαδίσει όχι λίγοι χριστιανοί (ή μάλλον χριστεπώνυμοι), που ήδη από τους πρώτους μ.Χ. αιώνες φρόντισαν να εισάγουν στην εκκλησιαστική φιλολογία διάφορα στοιχεία από απόκρυφα ή ψευδεπίγραφα κείμενα, προκειμένου να υπηρετήσουν τις προσωπικές ή εθνικιστικές τους αποκλίσεις από την απλή και ανόθευτη αλήθεια του Χριστού.

Για του λόγου το αληθές αντιγράφουμε εδώ από το βιβλίο «Οι Πατέρες και Συγγραφείς της Αρχαίας Εκκλησίας» του Ακαδημαϊκού και Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Μπαλάνου, το σχετικό κεφάλαιο με τίτλο «Απόκρυφος Φιλολογία»:

 

 

 

ΑΠΟΚΡΥΦΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ

«Επειδή εις τα βιβλία της Καινής Διαθήκης υπάρχουν πολλά τα κενά, όσον αφορά εις τον βίον και την δράσιν του Σωτήρος και των αποστόλων, πολλοί επεχείρησαν να συμπληρώσουν τα κενά ταύτα διά προϊόντων της ιδίας των φαντασίας. Ούτοι ή ήσαν αιρετικοί, επιζητούντες με την νόθευσιν γνησίων αποστολικών συγγραμμάτων, και υπό ψευδές όνομα προσωπικότητος ορθοδόξου, να διαδώσουν ιδίας αιρετικάς κακοδοξίας, ή ήσαν ορθόδοξοι, επιζητούντες διά νοθεύσεως γνησίων αποστολικών έργων ή και διά συγγραφής ιδίων έργων, υπό το όνομα ορθοδόξου προσωπικότητος, να πολεμήσουν αιρετικάς κακοδοξίας. Τοιουτοτρόπως εγεννήθη η απόκρυφος φιλολογία, από του τέλους του πρώτου ή των άρχων του δευτέρου αιώνος. (Εκ των απείρου πλήθους αποκρύφων και νόθων της Αγίας Γραφής, τινά μεν είναι νοθεύσεις βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, πλείστα δε της Καινής, των οποίων ολίγα περιεσώθησαν μέχρις ημών ολόκληρα ή και εις αποσπάσματα μόνον. Τα απόκρυφα ταύτα, ως επί το πολύ, πλήρη μυθωδών διηγήσεων και περιπετειών ανιστόρητων, μαρτυρούν διά της αντιθέσεώς των προς την απλότητα και σοβαρότητα των κανονικών υπέρ της αληθείας των τελευταίων τούτων και του ψεύδους των άλλων.

Καίτοι αι απόκρυφοι αύται βίβλοι απεκρούοντο υπό της Εκκλησίας, εν τούτοις τινές των ειδήσεων των, διαδοθείσαι εις τους ορθοδόξους κύκλους, καθιερώθησαν, οιονεί ως παραδόσεις, και τίνες επέδρασαν εις την διαμόρφωσιν της λατρείας και της εκκλησιαστικής τέχνης. (Τοιουτοτρόπως λ.χ. εις την «Βίβλον Ιακώβ» αναφέρονται το πρώτον τα ονόματα των γονέων της Παρθένου Μαρίας, Ιωακείμ και Άννης, και οι αδελφόθεοι χαρακτηρίζονται ως τέκνα του Ιωσήφ εκ προτέρας συζύγου του.[*] Πόσον φαντασιώδεις ειδήσεις παρέχουν τα απόκρυφα ταύτα ευαγγέλια μαρτυρεί μεταξύ άλλων το υπό τον τίτλον «Θωμά Ισραηλίτου φιλοσόφου, τα εις τα παιδικά του Κυρίου» γραφέν πιθανώτερον κατά τον πέμπτον αιώνα, όπου, διά να δειχθή η εκ παιδικής ηλικίας παντοδυναμία του Σωτήρος, παρίσταται ούτος ζωοποιήσας δώδεκα στρουθία, τα όποια παίζων έπλασεν εκ πηλού, και θανατώσας συνομήλικόν του ο οποίος προσέκρουσεν εις τον ώμον του.

Εδώ υπάγεται και η πλαστή αλληλογραφία του τοπάρχου Εδέσσης Αβγάρου μετά του Σωτήρος. Κατά την αλληλογραφίαν ταύτην ο Άβγαρος έγραψε παρακαλών τον Ιησούν να μεταβή εις Έδεσσαν, διά να τον θεραπεύση από δεινήν ασθένειαν. Ο Ιησούς απαντών του γράφει, ότι, μη περατώσας την αποστολήν του προς τους Εβραίους, αδυνατεί, να υπάγη, αλλ’ υπόσχεται μετά την ανάληψιν να στείλη ένα των μαθητών του, να τον θεραπεύση και να τον διδάξη. Η αλληλογραφία αυτή είναι αναντιρρήτως νόθος, όχι μόνον διότι επιστολή του Σωτήρος σωζόμενη θα κατείχε την πρώτην θέσιν εις τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, αλλά και διότι ο Χριστιανισμός εις την Έδεσσαν δεν εισήχθη προ των μέσων του δευτέρου αιώνος.

Εκτός των αποκρύφων ευαγγελίων, διεσώθησαν πλείσται απόκρυφοι Πράξεις, Επιστολαί και Αποκαλύψεις. Επειδή δε αι απόκρυφοι ιδίως Πράξεις των αποστόλων, λόγω της μυθιστορηματικής αυτών χροιάς, εύρισκαν μεγάλην διάδοσιν όχι μόνον μεταξύ των αιρετικών άλλα και μεταξύ των ορθοδόξων, ενίοτε εκρίνετο σκόπιμον υπό ορθοδόξων τινών η επί το ορθοδοξότερον διασκευή αυτών και τοιουτοτρόπως από του πέμπτου αιώνος προέκυψαν ορθόδοξοι διασκευαί αποκρύφων Πράξεων, καθόσον κατενοείτο, ότι θα ήτο ματαία η απόπειρα εξαφανίσεως αυτών.

Εκ των αποκρύφων πράξεων μεγάλην διάδοσιν είχαν προ πάντων αι μυθιστορηματικαί «Πράξεις Παύλου και Θέκλης», του τρίτου ή τετάρτου αιώνος, πλήρως διασωθείσαι μέχρις ημών. Η υπόθεσης των Πράξεων τούτων δύναται να συνοψισθεί ως εξής: Ελθών ο Παύλος εις το Ικόνιον εκήρυττεν εις τον οίκον του Οσησιφόρου περί παρθενίας^ η νεάνις Θέκλα, εκ παρακειμένου δωματίου ακούσασα τους λόγους του Παύλου, τόσον ενεθουσιάσθη, ώστε, αν και μεμνηστευμένη, δεν ήθελε να έλθει εις γάμου κοινωνίαν. Ο μνηστήρ της, Θάμυρις ονομαζόμενος, έφερε τον Παύλον προ του ανθυπάτου, κατηγορών αυτόν, ότι «αγάμους ποιεί τας παρθένους». Ο Παύλος εφυλακίσθη, και η Θέκλα, δωροδοκήσασα τους δεσμοφύλακας, εισήλθεν εις την φυλακήν, και, «καθίσασα παρά τους πόδας του Παύλου, ήκουε τα μεγαλεία του Θεού». Όταν τούτο ανεκαλύφθη, κατά διαταγήν του ανθυπάτου, ο μεν Παύλος εμαστιγώθη και εξωρίσθη, η δε Θέκλα κατεδικάσθη να ριφθή εις την πυράν, αλλά κατά θείαν ευδοκίαν η πυρά δεν την ήγγισε^ σωθείσα εξήλθεν από την πόλιν, οπότε συνηντήθη με τον Παύλον, με τον οποίον επήγε εις Αντιόχειαν. Μετά πολλάς περιπετείας ήλθεν εις Ρώμην, όπου έμαθε τον θάνατον του Παύλου και όπου μετά αρκετά έτη και αύτη απέθανεν εις ηλικίαν 90 ετών. Η παράδοσις αυτή περί της Θέκλας εύρε ταχέως γενικήν διάδοσιν εις την Εκκλησίαν, όθεν από του τρίτου αιώνος τιμάται εις τας 24 Σεπτεμβρίου η μνήμη της, ως «πρωτομάρτυρος και ισαποστόλου».

Εκ των απόκρυφων Αποκαλύψεων άξια ιδίας μνείας είναι η πλήρης μυθωδών διηγήσεων Αποκάλυψις του Παύλου, όπου ούτος φανερώνει τα μυστήρια τα οποία είδεν ανυψωθείς μέχρι τρίτου ουρανού. Η Αποκάλυψις αύτη ήτο κατά τον μεσαίωνα πολύ διαδεδομένον λαϊκόν ανάγνωσμα.»


------------------------------------
Έκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1961. Σελ. 22-23.

 

 

Από τα σημεία του κειμένου που επίτηδες μαυρίσαμε, γίνεται φανερή Η ΠΑΓΙΔΑ στην οποία έπεσαν ανά τους αιώνες διάφοροι "καλοπροαίρετοι", πλην όμως επικίνδυνοι χριστιανοί. Συνεπώς, τους "ασκούς του Αιόλου" εν προκειμένω δεν τους άνοιξε πρώτος ο Νταν Μπράουν και οι συν αυτώ αλλά διάφοροι κληρικοί και εκκλησιαστικοί "δάσκαλοι", οι οποίοι παρέβλεψαν την συμβουλή ΜΗΝ ΠΡΟΣΘΕΣΕΙΣ... Και επιχείρησαν "να συμπληρώσουν τα κενά" των ιερών Γραφών.

Οι άνθρωποι αυτοί πρόσθεσαν στη χριστιανική φιλολογία κάθε είδους παραμύθια –αρχίζοντας από απόκρυφα και ψευδεπίγραφα "ευαγγέλια, πράξεις, αποκαλύψεις" κ.λπ., και συνεχίζοντας με βίους αγίων και διηγήσεις φανταστικών θαυμάτων– που νόθευσαν το άγιο και αγνό Ευαγγέλιο, «το λογικόν άδολον γάλα» (Α~ Πέτρ. 2/β/2).

Έτσι μπήκε στην εκκλησία και η Μαριολατρία, που εξύψωσε την Μητέρα του Κυρίου πάνω από τους άλλους χριστιανούς, και μάλιστα αποκαλείται «θεοτόκος» και «θεογεννήτωρ» [**] και ως η «μετά Θεόν θεός τα δευτερεία της Τριάδος έχουσα...».

Είναι τούτη η ουσιαστική απόπειρα προσθήκης θηλυκού στοιχείου στη χριστιανική θεότητα, κάτι για το οποίο τόσο πολύ μιλούν τα διάφορα βιβλία που τον τελευταίο καιρό κυκλοφορούν –και κόπτεται η θρησκεία της Νέας Εποχής– προσπαθώντας να προβάλλουν την Μαρία Μαγδαληνή ως κάτι παραπάνω από απλή μαθήτρια του Χριστού. |

[*] Βλέπε «Τ», Δεκ. 1986.

[**] Υπάρχει φερώνυμη Μονή στην Αττική.

Το ουσιαστικό «γεννήτωρ» από το ρήμα "γεννάω", σημαίνει τεκνοποιώ, φέρνω στη ζωή. Στα ελληνικά της Αγίας Γραφής και της εκκλησιαστικής λογοτεχνίας αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στον αρσενικό γονέα. Ο πατέρας “γεννά” και η μητέρα "τίκτει", από όπου και τα τόκος και τοκετός. Συνεπώς Πατέρας του Ιησού Χριστού ήταν ΜΟΝΟΝ ο Θεός. Το “θεογεννήτωρ” αναφορικά με την παρθένο Μαρία είναι συνεπώς μέγα λάθος, αφού σε καμία περίπτωση δεν “γέννησε” εκείνη τον Κύριο Ιησού αλλά μόνο Τον “έτεκε”. Ιδού ένα απλό παράδειγμα του πώς δημιουργούνται οι αιρέσεις.|

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ