Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

Χρειάζεται υπεράσπιση
η πίστη μας;

 

τα τελευταία χρόνια σκληρός πόλεμος έχει ξεσπάσει ενάντια σε ό,τι αφορά είτε την προσωπικότητα, το χαρακτήρα και το έργο του Ιησού, είτε την αξιοπιστία της Παλαιάς Διαθήκης και του “θεού των Εβραίων”.

Αυτό το φαινόμενο δεν είναι εφεύρεση της δικής μας εποχής. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες της χριστιανικής εκκλησίας οι εχθροί της αλήθειας επιχείρησαν να αλλοιώσουν τις πηγές και να θολώσουν τα νερά με διάφορους βλάσφημους μύθους αλλά και με ψευδεπίγραφα κείμενα, με τα οποία προσπαθούσαν είτε να μειώσουν το πρόσωπο και το έργο του Σωτήρα μας, είτε κατασκευάζοντας κάλπικα “ντοκουμέντα” και επιπρόσθετα δήθεν “βιβλικά κείμενα” για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς ή τις αιρέσεις τους.

Στους μετέπειτα αιώνες και μάλιστα του μεσαίωνα, η πλειοψηφία των κατ’ όνομα “χριστιανών”, κατάφεραν να νοθεύσουν τις αλήθειες του Ευαγγελίου με διάφορα σκοταδιστικά και παγανιστικά στοιχεία που μετέφεραν, “εκχριστιανισμένα” πλέον, από τις εθνικές θρησκείες που προέρχονταν.

Τέλος λυσσώδης αντίχριστη και αντιβιβλική εκστρατεία εκδηλώθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου, μάλιστα από ανθρώπους δήθεν της εκκλησίας και της θεολογίας, όταν μεγάλα πανεπιστήμια της Ευρώπης –επηρεασμένα από μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης και του δήθεν “διαφωτισμού”– έθεσαν υπό αμφισβήτηση κάθε ιερό και όσιο, προετοιμάζοντας συνάμα τις ακρότητες του κομουνισμού και του εθνικοσοσιαλισμού/ναζισμού.

Με αυτές τις αφορμές, από την πλευρά των πιστών εκδηλώθηκε και συνεχίζει να εκδηλώνεται αντίστοιχη απολογητική προσπάθεια, με κυκλοφορία βιβλίων και λοιπών μέσων, που προσπαθούν να ανασκευάσουν τα ψεύδη της αντίπαλης παράταξης.

Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν με βάση αυτά που βλέπουν ή ακούνε αλλά με την καρδιά τους.

 

Αλλά πώς αντιδρούσαν ο Χριστός και οι Απόστολοι σε ανάλογες περιπτώσεις; Ποια πορεία ακολούθησε η μετέπειτα εκκλησία και τι προτρεπόμαστε να κάνουμε εμείς σήμερα;

Η πρακτική του Χριστού

Είναι γεγονός ότι ο Ιησούς «περιήρχετο όλην την Γαλιλαίαν, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύττων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν ασθένειαν μεταξύ του λαού», όμως αυτό δεν το έκανε για να ελκύσει τους ανθρώπους να Τον ακολουθήσουν, αλλά μόνο σε εκπλήρωση αρχαίων προφητειών, για όσους είχαν μάτια να δουν και διάθεση να προσέξουν την ταυτότητα και την αποστολή Του. Σπάνια ασχολήθηκε με όσα έλεγαν εναντίον Του οι διάφοροι, και ήταν αφοσιωμένος στην εκπλήρωση του σχεδίου που «η βουλή και πρόγνωση του Θεού» είχε ετοιμάσει «προ καταβολής κόσμου».

Στην απορία του Βαπτιστή, «Συ είσαι ο ερχόμενος, ή άλλον προσδοκώμεν;» δεν έκανε το “αυτονόητο” –να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του ελευθερώνοντας τον φυλακισμένο Ιωάννη με κάποιο θαύμα Του, όπως π.χ. έγινε αργότερα με τον Πέτρο– αλλά απάντησε: «Υπάγετε και απαγγείλατε προς τον Ιωάννην όσα ακούετε και βλέπετε· τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται και κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται και πτωχοί ευαγγελίζονται· και μακάριος είναι όστις δεν σκανδαλισθή εν εμοί».

Ούτε λειτουργούσε μία κινητή μονάδα θαυμάτων –όπως δυστυχώς κάνουν κάποιοι σύγχρονοι ακραίοι Πεντηκοστιανοί/Χαρισματικοί, ούτε ίδρυσε καταστήματα θαυματουργίας, όπου να πηγαίνουν οι “χρείαν έχοντες”, όπως τα μεταγενέστερα μοναστήρια και άλλα προσκυνήματα.

Αντίθετα από κάθε διαφημιστική πολιτική, ο Χριστός «δεν έκαμεν [στην πατρίδα Του] πολλά θαύματα διά την απιστίαν αυτών». Αν το κίνητρο της θαυματοποιίας Του ήταν να τους πείσει, εκεί θα έπρεπε να κάνει ακόμη περισσότερα, ώστε να κάμψει τη δυσπιστία τους και, τρόπον τινά, να τους αναγκάσει να πιστέψουν. Και όταν διαπίστωσε ότι οι όχλοι Τον ακολουθούσαν από στείρα περιέργεια ή για να επωφεληθούν από τα θαύματά Του, τους είπε: «Αληθώς, αληθώς σας λέγω, με ζητείτε, ουχί διότι είδετε θαύματα, αλλά διότι εφάγετε εκ των άρτων και εχορτάσθητε», και τους πρότρεψε να εργάζονται «διά την τροφήν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον».

Ο Ιησούς δεν ενδιαφερόταν να αναπτύξει μια ανύπαρκτη πίστη αλλά για την πίστη που προϋπήρχε. Εκείνο που ζητούσε από αυτούς που ευεργέτησε θαυματουργικά ήταν το «Εάν δύνασαι να πιστεύσης, πάντα είναι δυνατά εις τον πιστεύοντα». Δεν τους είπε, “Κοιτάξτε τι εγώ μπορώ να κάνω ώστε να πιστέψετε” αλλά η ευεργεσία Του ερχόταν ως αμοιβή της πίστης που ήδη είχαν μέσα τους, γι’ αυτό και συνήθως έλεγε: «Η πίστις σου σε έσωσεν». Έτσι δεν είχε πρόβλημα να αφήσει αθεράπευτους τους πολλούς από το μεγάλο πλήθος που «κατέκειτο» στις στοές της κολυμβήθρας Βηθεσδά αλλά πέρασε ανάμεσά τους για να θεραπεύσει έναν μόνο από αυτούς.

Θεωρούσε ουσιαστικά αδύνατη την προσέγγιση του ανθρώπου στον Θεό χωρίς άνωθεν αποκάλυψη και καλή πρόθεση εκ μέρους του ανθρώπου. «Πώς δύνασθε σεις να πιστεύσητε, οίτινες λαμβάνετε δόξαν ο εις παρά του άλλου, και δεν ζητείτε την δόξαν την παρά του μόνου Θεού;» έλεγε.

Ούτε καν τους σαρκικούς αδελφούς Του δεν ενδιαφέρθηκε να πείσει ο Κύριος, όταν εκείνοι Τον προκάλεσαν: «Μετάβηθι εντεύθεν και ύπαγε εις την Ιουδαίαν, διά να ίδωσι και οι μαθηταί σου τα έργα σου, τα οποία κάμνεις», για να προσθέσει ο Ευαγγελιστής ότι «ουδέ οι αδελφοί αυτού επίστευον εις αυτόν». Ο Χριστός περίμενε να έρθει «ο καιρός ο ιδικός Του» γνωρίζοντας και έχοντας φανερώσει την πεποίθησή Του πως, «Εγώ εάν υψωθώ εκ της γης, θέλω ελκύσει πάντας προς εμαυτόν».

Η πρακτική των Αποστόλων

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου, ούτε οι απόστολοι έκαναν προσπάθειες για να “αποδείξουν” τη μαρτυρία τους. Τα θαύματα που πραγματοποιήθηκαν από αυτούς –και θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως το ισχυρότερο μέσο επιβεβαίωσης της αλήθειας των λόγων τους και του κύρους της αποστολής τους– μάλλον περιστασιακά έγιναν και όχι ως αυτοσκοπός.

Αν και ο Παύλος βεβαιώνει ότι ο ίδιος έκανε πολλά θαύματα «προς υπακοήν των εθνών λόγω και έργω, με δύναμιν σημείων και τεράτων, με δύναμιν του Πνεύματος του Θεού», εντούτοις δεν ήταν αυτό το “σύστημα” της μαρτυρίας του. Γι’ αυτό όταν βρέθηκε απέναντι στους δύσπιστους Αθηναίους, δεν έκανε κανένα θαύμα για να αποδείξει την αλήθεια του κηρύγματός του.

Άλλοτε τα θαύματα είχαν κάποιο θετικό αποτέλεσμα και άλλοτε όχι. Στην περίπτωση της θεραπείας του χωλού στο Ναό από τους Πέτρο και Ιωάννη, πολλοί πίστεψαν στον Χριστό, όμως στην θεραπεία του χωλού στα Λύστρα, οι άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να δοξάσουν τους δικούς τους θεούς και απρόθυμοι να πιστέψουν στον Χριστό που ο Παύλος κήρυττε. Και ο εξορκισμός του δαίμονα στους Φιλίππους μάλλον διωγμό και φυλάκιση προκάλεσε^ ούτε η απελευθέρωση της κοπέλας ούτε ο σεισμός που έγινε το μεσονύκτιο έφεραν μαζικές μεταστροφές στον Χριστό.

Ο απόστολος Πέτρος συμβούλευε τους μαθητές του «εστέ πάντοτε έτοιμοι εις απολογίαν μετά πραότητος και φόβου προς πάντα τον ζητούντα από σας λόγον περί της ελπίδος της εν υμίν». Και ο απόστολος Παύλος συμβούλευε τον Τιμόθεο, «την παρακαταθήκην φύλαξον, αποστρεφόμενος τας βεβήλους ματαιολογίας και τας αντιλογίας της ψευδωνύμου γνώσεως». Η προσπάθεια, λοιπόν, δεν είναι να πείσουμε τους άλλους αλλά να τους γνωστοποιούμε την ελπίδα μας και να αποφεύγουμε την ματαιολογία και αντιλογία.

Μετά τους Απόστολους

Όμως σε αντίθεση με το παράδειγμα του Κυρίου και των Αποστόλων, ήδη από τους πρώτους αιώνες της εκκλησιαστικής ιστορίας παρουσιάστηκαν οι γνωστοί “απολογητές”, που κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες για να πείσουν τον κόσμο ότι η χριστιανική διδαχή ήταν αξιόπιστη και αληθινή. Άνθρωποι μεγαλωμένοι μέσα στην εθνική κουλτούρα, αντιμετώπισαν το θέμα της πίστης σαν μια ακόμη φιλοσοφική ή πολιτική θεωρία που χρειαζόταν την βοήθεια της ανθρώπινης ρητορικής και λογικής.

Το παράδειγμά τους ακολούθησαν σε όλες τις γενεές διάφοροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και ειδικοί επιστήμονες, επιχειρώντας και τότε και σήμερα να υπερασπιστούν τα πιστεύω τους απέναντι στις διάφορες αμφισβητήσεις.

Τους βλέπουμε –χωρίς αμφιβολία καλοπροαίρετα– να παρασύρονται σε ατέρμονους αγώνες, προσπαθώντας να απαντήσουν σε κάθε νέο “φρούτο” που θ’ ανακαλύψει η απιστία και, αντί να διαθέτουν απερίσπαστοι το δυναμικό τους στο κήρυγμα της αλήθειας, συχνά σπαταλούνται σε ανώφελες διαμάχες, αν και ξέρουν ότι ο Χριστός έχει νικήσει διά παντός και η Εκκλησία δεν έχει να φοβηθεί καμία επίθεση του Πονηρού αφού «πύλαι άδου δεν θέλουσιν ισχύσει κατ’ αυτής».

Το χειρότερο απ’ όλα, όμως, είναι ότι πολλοί από αυτούς ενώ προσπαθούν να αποδείξουν π.χ. την αξιοπιστία της Αγίας Γραφής, δεν μοιάζει να ενδιαφέρονται με τον ίδιο ζήλο για να εφαρμόσουν στη ζωή τους τα διδάγματά της, δείχνοντας μια ασυνέπεια που από μόνη της είναι αρκετή για να γκρεμίσει ό,τι με τους άλλους τρόπους ίσως κατάφεραν να οικοδομήσουν.

Τι διδάσκει η Βίβλος

Εκτός από την Επιστολή προς Εβραίους –που κατά κάποιον τρόπο “απαντά” στους ιουδαΐζοντες χριστιανούς, οι οποίοι προσπαθούσαν να επιβαρύνουν τη χριστιανική πίστη με λευιτικούς νόμους– κανένα άλλο αποστολικό γραπτό δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται “να απαντήσει”, “να καταρρίψει” και “να αποστομώσει” τα επιχειρήματα των εναντίων.

Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και στην Επιστολή προς Ρωμαίους, ακολουθείται η πάγια γραμμή της Βίβλου. Καθώς η Αγία Γραφή είναι βιβλίο πνευματικό και έργο θείας αποκάλυψης, αρκείται να προβάλλει θέσεις. Δεν συζητά αλλά διδάσκει και το κάνει με αυθεντία. Δεν προσπαθεί να πείσει λογικά ή επιστημονικά, επειδή στην πεπερασμένη γνώση του ανθρώπου αντιπαραθέτει την υπέρτατη σοφία του Θεού και εκθέτει τις θέσεις της –είτε πληροφορίες είτε απαιτήσεις είτε απαγορεύσεις– συνοδεύοντάς τες από το εκφρασμένο ή εννοούμενο «τάδε λέγει Κύριος» ή κατά «προσταγήν του Κυρίου».

Εξ αρχής η Βίβλος θεωρεί τον άνθρωπο «εσκοτισμένον την διάνοιαν» και συνεπώς ανίκανο να αντιληφθεί και να συλλάβει τις θείες αλήθειες. Ο Παύλος δηλώνει ότι «ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού· διότι είναι μωρία εις αυτόν, και δεν δύναται να γνωρίση αυτά, διότι πνευματικώς ανακρίνονται». Εξηγεί στους Κορίνθιους ότι δεν προσπάθησε να τους πλησιάσει «με διδακτούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με διδακτούς του Πνεύματος του Αγίου», επειδή είχε συνείδηση ότι έπρεπε να συγκριθούν «τα πνευματικά προς τα πνευματικά». Αντί λοιπόν να επικαλεσθεί την μόρφωση και τη ρητορική του δεινότητα, θυμίζει ότι «ο λόγος μου και το κήρυγμά μου δεν εγίνοντο με καταπειστικούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με απόδειξιν Πνεύματος και δυνάμεως».

Η πρώτιστη, λοιπόν, έκκληση προς τον άνθρωπο είναι να παραδεχθεί ότι είναι «νεκρός» και χρειάζεται να «ζωοποιηθεί» γι’ αυτό και το βιβλικό παράγγελμα είναι: «Σηκώθητι ο κοιμώμενος και ανάστηθι εκ των νεκρών, και θέλει σε φωτίσει ο Χριστός».

Δεν είναι τα πειστήρια που λείπουν από τη σύγχρονη χριστιανοσύνη^
εκείνο που απουσιάζει είναι η αγνή και συνεπής ζωή της αγάπης.

 

Ο Κύριος γνώριζε ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν με βάση αυτά που βλέπουν ή ακούνε αλλά με την καρδιά τους. Κατηγόρησε τις πόλεις όπου έζησε, λέγοντας: «Ουαί εις σε, Χοραζίν, ουαί εις σε, Βηθσαϊδά· διότι εάν εν τη Τύρω και Σιδώνι ήθελον γείνει τα θαύματα τα γενόμενα εν τω μέσω υμών, προ πολλού ήθελον μετανοήσει», που σημαίνει ότι τα θαύματα που είδαν οι άνθρωποι αν και ικανά να πείσουν άλλους, γνωστούς για την κακότητά τους, δεν μπόρεσαν να μετατρέψουν τη διάθεση της καρδιάς των Ιουδαίων και να επιβάλλουν πίστη στον Μεσσία.

Ο απόστολος Ιωάννης, γνωρίζοντας όλα αυτά, προς το τέλος του Ευαγγελίου του, γράφει ότι «και άλλα πολλά θαύματα έκαμεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, τα οποία δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω· ταύτα δε εγράφησαν διά να πιστεύσητε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντες να έχητε ζωήν εν τω ονόματι αυτού».

Από τα λόγια του βγαίνουν τα εξής συμπεράσματα: (α) Ότι τα λίγα που έγραψε τα θεωρούσε αρκετά για όποιον θα ήθελε να πιστέψει. (β) Ότι δεν επρόκειτο να γίνονται συνεχώς θαύματα, για να πείθονται οι δύσπιστοι υποψήφιοι χριστιανοί – διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να καταγραφούν τα παλαιά. (γ) Δεν έχει αξία αν κάποιος δει λίγα ή πολλά θαύματα. Μάλλον δε γι’ αυτό ακριβώς στο αμέσως προηγούμενο εδάφιο καταχωρεί το λόγο που ο Χριστός απηύθυνε στον Θωμά: «Μακάριοι όσοι δεν είδον και επίστευσαν».

Τι κάνουμε σήμερα;

Αν ο Χριστός ήθελε “να αποστομώσει” τους αντιπάλους Του με χειροπιαστές αποδείξεις, μπορούσε να το κάνει με πολλούς τρόπους. Θα μπορούσε για παράδειγμα, ύστερα από την ανάσταση, να παρουσιαστεί στους αρχιερείς και τον Πιλάτο ή να κάνει κάποιο αδιαμφισβήτητο θαυματουργικό σημείο χωρίς να αφήσει το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας.[*] Όμως το απέφυγε επειδή προφανώς είχε τους λόγους Του. Ενώ στους μαθητές Του «εφανέρωσεν εαυτόν ζώντα μετά το πάθος αυτού διά πολλών τεκμηρίων», αρνήθηκε να κάνει το ίδιο στους αντιπάλους Του.

------------------------------------
[*] Κάτι τέτοιο επιχείρησαν να οργανώσουν κάποιοι μεταγενέστεροι ηγέτες της εκκλησίας, κατασκευάζοντας και προβάλλοντας διάφορα δήθεν “θαύματα”, όπως π.χ. εκείνο του “Αγίου Φωτός” που τάχα πηγάζει από τον δήθεν τάφο του Χριστού.

Η βιβλική πίστη λειτουργεί εντελώς διαφορετικά. Η πλειοψηφία του λαού που είδε τα θαύματα του Χριστού, Τον απέρριψε. Εκείνο που χρειάζεται ο άνθρωπος να καταλάβει, είναι η αξιοθρήνητη κατάστασή του και ότι υπάρχει έξοδος από αυτήν^ υπάρχει αληθινή ζωή και ένας Σωτήρας που μπορεί να του την εξασφαλίσει.

Οι περισσότεροι άνθρωποι πίστεψαν χωρίς ποτέ να έχουν την ευκαιρία –ούτε και την ανάγκη– να ψάξουν για αποδείξεις. Το μήνυμα του Ευαγγελίου έλαμψε μέσα στο σκοτάδι τους και από τότε είναι μακάριοι, επειδή «ήταν τυφλοί και ανέβλεψαν». Η αξία του Ευαγγελίου δεν συνίσταται στο ότι μορφώνει τους ανθρώπους αλλά στο ότι τους ΜΕΤΑμορφώνει.

Χωρίς αμφιβολία πολλοί είναι εκείνοι που υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν την ύπαρξη και την παντοδυναμία του Θεού κάτω από την πίεση λογικών και επιστημονικών επιχειρημάτων. Με άλλα λόγια, αναγκάστηκαν να παραδεχτούν την πραγματικότητα ακόμη και παρά τη θέλησή τους. Αυτή η γνώση όμως δεν τους έκανε μακάριους.

Σε τελευταία ανάλυση όλοι όσοι δέχτηκαν το δώρο της αιώνιας ζωής, το έκαναν επειδή γεύθηκαν και είδαν ότι «αγαθός ο Κύριος» και έγιναν μακάριοι όπως «μακάριος ο άνθρωπος ο ελπίζων επ’ αυτόν». Εν τέλει, δε, ας μη λησμονούμε ότι η σωτηρία του ανθρώπου «δεν είναι του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού» |

Από συνεργάτη

 

------------------------------------
Ματθ. 4/δ/23, Πράξ. 2/β/23, Α~ Πέτρ. 1/α/20, Λουκ. 7/ζ/20-22, Ματθ. 13/ιγ/58, Ιωάν. 6/ς/26-27, Μάρκ. 9/θ/23, Λουκ. 18/ιη/42, Ιωάν. 5/ε/2, 5/ε/44, 7/ζ/3-5, 12/ιβ/32, Ρωμ. 115/ιε/18, Ματθ. 16/ις/18, Ησ. 1/α/24, Α~ Κορ. 7/ζ/25, Εφεσ. 4/δ/18, Α~ Κορ. 2/β/4,13-14, Εφεσ. 5/ε/14, Ματθ. 11/ια/21, Ιωάν. 20/κ/29-30, Ιωάν. 9/θ/18, Α~ Πέτρ. 3/γ/15, Β~ Τιμ. 1/α/14, Α~ Πέτρ. 2/β/3, Ψαλμ. 34/λδ/8, Ρωμ. 9/θ/18.

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ