Εξομολογήσεις Διαμαρτυρομένων (1)


Η σημερινή κατάσταση...


Στο προηγούμενο τεύχος παραθέσαμε “επισκοπικές εξομολογήσεις” για την κατάσταση της Ελλαδικής Εκκλησίας. Στο παρόν δημοσιεύουμε “εξομολογήσεις” εκπροσώπων της Εκκλησίας των Διαμαρτυρομένων.  Η υπόθεση θυμίζει το σχόλιο του Παύλου για την κατάσταση μεταξύ Ιουδαίων και Εθνικών, για να καταλήξει πως «δεν υπάρχει διαφορά, επειδή πάντες ήμαρτον». (Ρωμ. 3/γ/22).


 


Το παρακάτω κείμενο είναι επιλογή από το “κύκνειο άσμα” του Βασίλη Κατσάρκα, ιστορικού στελέχους των Ελευθέρων  Ευαγγελικών Εκκλησιών  
[*].  Όσα περιγράφονται εδώ αφορούν την κατάσταση προ 30ετίας. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα.

 

«Τι έχουμε να πούμε για τη σημερινή κατάσταση των Εκκλησιών μας (…) για την άλλη αποστολή της Εκκλησίας, δηλαδή της εσωτερικής της ζωής; Βρισκόμαστε στην αρμονική αλλά και με απλότητα λειτουργία που έχει καθοριστεί από τις Γραφές; (…)

Είναι ανάγκη με ειλικρίνεια και ευθύτητα καρδιάς μπροστά στον Θεό, αλλά και με ανησυχία να διερωτηθούμε: Γιατί εμείς, που καυχόμαστε ότι επιστρέψαμε στην αρχική αποστολική απλότητα, δεν δοκιμάζουμε αυτή την τόσο ζωντανή πραγματικότητα που είδαμε στον Λόγο του Θεού; Πώς απομακρυνθήκαμε από τη γραφική βάση, ώστε σήμερα σχεδόν σε όλες τις Εκκλησίες μας να μην υπάρχει ούτε καν εκείνο το οποίο οι παλαιότεροι από μας γνωρίσαμε ως το “ΜΑΘΗΜΑ” της Εκκλησίας, κατά το οποίο όσοι είχαν το χάρισμα του “Διδασκάλου” δίδασκαν, και τα μέλη συμμετείχαν όλα, χωρίς εξαίρεση; (Εφεσ. δ~ 11), Και εκείνος που είχε το χάρισμα του “Διδασκάλου” μετέδιδε (Ρωμ. α~ 11) και ΟΛΟΙ οικοδομούνταν. Τώρα όχι μόνο αυτό καταργήθηκε σχεδόν σε όλες τις Εκκλησίες μας, αλλά και όταν συμβεί κάποιος αδελφός, προικισμένος με το χάρισμα του “Διδασκάλου”, να θέλει να διδάξει αλήθειες του Λόγου του Θεού σε βάθος και έκταση, να εμποδίζεται να πραγματοποιήσει τους πόθους του, για λόγους που ανάγονται σε όσα γράφονται στην Εβρ. ε~ 11-14. Τα μέλη των Εκκλησιών μας έγιναν “νωθροί τας ακοάς” και δεν είναι δεκτικά “στερεάς τροφής”. Στην κατάσταση όμως αυτή και το κατάντημα του πληρώματος των Εκκλησιών μας, είναι πολύ σημαντικό να αναγνωριστεί ότι υπήρξαν και λειτούργησαν μερικοί καταλυτικοί παράγοντες, τους οποίους αν σταθούμε με ταπείνωση και ειλικρίνεια μπροστά στον Θεό, θα μπορέσουμε να επισημάνουμε.

Παρασυρθήκαμε σε μια παγίδα κι αντί να μείνουμε στην αρχική απλότητα με την οποία ξεκινήσαμε, από φόβο μήπως χαρακτηριστούμε ασυγχρόνιστοι, μετατρέψαμε ασυναίσθητα τους χώρους των συναθροίσεών μας αποκλειστικά σε αίθουσες διαλέξεων. Ενώ θα έπρεπε να προσέξουμε ότι με τον τρόπο αυτό αφαιρέθηκε σιγά σιγά το δικαίωμα συνεργίας όλων των μελών της Εκκλησίας, για την οικοδομή του σώματος και το πλήρωμα της Εκκλησίας οδηγήθηκε σε τέλεια αδράνεια, ενώ το δικαίωμα δράσης μονοπωλήθηκε μόνο από τον άμβωνα και τους χαρισματούχους. Στην βαθμιαία αλλά προοδευτική αυτή απομάκρυνση από το πρότυπο της Γραφής, όπως ήταν φυσικό, υπήρξε εξέλιξη και άρχισαν να μπαίνουν σε εφαρμογή ο ανθρώπινος προγραμματισμός, η μεθόδευση και ο εκ των προτέρων προσδιορισμός των πάντων. Τα περιοριστικά μέτρα σε βάρος της εν Χριστώ ελευθερίας αυξήθηκαν με τρόπο κρυφό και υπόγειο, όμως προοδευτικό, έτσι ώστε ασυναίσθητα περιπέσαμε στην ανθρώπινη τάξη, έχοντας απομακρυνθεί από την απλή τάξη της Γραφής. Τώρα μπήκαν κανόνες, ανθρώπινοι φραγμοί στην ελεύθερη λειτουργία του Αγίου Πνεύματος. Κι ενώ καυχόμαστε ότι πιστεύουμε στην ύπαρξη χαρισματικής Εκκλησίας, στην πραγματικότητα έχουμε σβήσει την κυριότητα και δράση του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία.

«[Δεν] υπάρχουν και [δεν] λειτουργούν Πρεσβυτέρια σύμφωνα με τις οδηγίες του Λόγου του Θεού. Πώς λοιπόν είναι δυνατό να καυχόμαστε για επιστροφή μας στο αποστολικό πρότυπο, όταν κι οι δύο κλάδοι της εσωτερικής ζωής και λειτουργίας της Εκκλησίας κουτσαίνουν;

(...) Κάθε φορά που λησμονούμε ότι δεν είμαστε παρά υπηρέτες και “αχρείοι δούλοι”, ασυναίσθητα παρεξηγούμε τα πράγματα και γινόμαστε ΔΕΣΠΟΤΕΣ.

Έτσι πολλοί από εκείνους που αναδείχθηκαν Πρεσβύτεροι στις Εκκλησίες μας, θεώρησαν την ιδιότητα του Πρεσβύτερου ως “ΑΞΙΩΜΑ” που τους έδινε κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στο ποίμνιο. Δημιουργήθηκε έτσι ένας στεγανός χώρος του Πρεσβυτερίου, απλησίαστος στα μέλη της Εκκλησίας. Οι λίγοι σιγά σιγά συγκέντρωσαν στα χέρια τους κάθε δραστηριότητα που κανονικά θα έπρεπε να έχουν τα υπόλοιπα μέλη της Εκκλησίας, αποκλείοντας από αυτά κάθε πνευματική συνεισφορά στην εσωτερική λειτουργία του Σώματος. Με τον τρόπο αυτό σβήστηκε η φλόγα του πολυτιμότερου προνομίου του πιστού, δηλαδή ο πόθος του να συμμετέχει στην αγωνία του έργου. (...)

Ι) Το  άγιο πλήρωμα της Εκκλησίας, έχοντας οδηγηθεί σε πνευματική αδράνεια, ονομάζεται πια με ένα μειωτικό όρο που δεν υπάρχει στην Καινή Διαθήκη, δηλαδή “Εκκλησίασμα”. Ύστερα απ’ αυτό, έγινε συνείδηση στα μέλη του Σώματος, δηλαδή της Εκκλησίας, ότι δεν έχουν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να “Εκκλησιάζονται” κάθε Κυριακή μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά τους. Ακριβώς όπως κάνουν οι ονομαζόμενοι χριστιανοί, οι οποίοι θεωρούν σαν θρησκευτικό τους καθήκον να παρακολουθούν κάθε Κυριακή “την θεία ακολουθία” στην Εκκλησία της εκλογής τους.

ΙΙ) Η λατρεία στην Τράπεζα του Κυρίου, έχοντας χάσει τη σημασία  και το περιεχόμενό της σύμφωνα με τη Γραφή, τείνει να θεωρηθεί σαν ένα θρησκευτικό καθήκον και σαν ένα απαραίτητο εξάρτημα για την συμπλήρωση του κύκλου των εκκλησιαστικών απασχολήσεων, το πρωί κάθε Κυριακής.

ΙΙΙ) Η ζηλευτή αυστηρότητα που υπήρχε άλλοτε για την αποδοχή νέων κοινωνών μελών, αντικαταστάθηκε από βιασύνη, που χαρακτηρίζει πολλούς από εκείνους που έχουν αυτή την ευθύνη, ώστε να κάνουν περισσότερα μέλη, επειδή είναι κυριευμένοι από την ψεύτικη ικανοποίηση ότι με τον τρόπο αυτό παρουσιάζουν καρποφορία του έργου της Εκκλησίας στην οποία είναι προϊστάμενοι.

Φτάσαμε ώστε τα πληρώματα των Εκκλησιών μας ν’ αποτελούνται από ένα “σύμμικτoν πλήθος” (Εξοδ. ιβ~ 38), το οποίο, όπως και στην ιστορία του λαού Ισραήλ (Αριθμ. ια~ 4-6), έτσι και τώρα, στη ζωή των πιο πολλών Εκκλησιών μας, αποτελεί εστία συνεχών ανωμαλιών, ζητημάτων και πράξεων, οι οποίες μολύνουν την Εκκλησία.

Το πιο χειρότερο από όλα αυτά είναι ότι ποτέ δεν γίνεται η ΚΑΘΑΡΣΗ που προστάζει ο Λόγος του Θεού.

IV) Εκείνοι που έχουν την ευθύνη να είναι Επίσκοποι στο ποίμνιο, παραβλέπουν την ύψιστη αλήθεια που υπάρχει στο Λόγο του Θεού, σχετικά με τη Λατρεία, καθώς και τις εξής σοβαρότατες θείες αποκαλύψεις για το ίδιο θέμα.

Τώρα οφείλουμε με συντριβή καρδιάς ν’ αναγνωρίσουμε ότι σε τίποτε δεν διαφέρουμε από τις υπόλοιπες Ευαγγελικές “συστηματικές” Εκκλησίες που υπάρχουν στη χώρα μας.  Δεν έχουμε πια το δικαίωμα να καυχόμαστε ότι οι Εκκλησίες μας κι οι λυτρωμένοι που τις αποτελούν, απολαμβάνουμε την “εν Χριστώ Ελευθερία”. Ούτε ότι ασκούμε κι ότι χαιρόμαστε απολαμβάνοντας τα προνόμια που απορρέουν από το γεγονός ότι είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, το οποίο είναι η ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Επειδή, ανεπαίσθητα, τα περισσότερα από αυτά μας αφαιρέθηκαν κι αντικαταστάθηκαν με υπαγωγή μας σε ανθρώπινα συστήματα, σε κανόνες, σε διατάξεις άγραφες μεν, που όμως έγιναν καθεστώς, σε τύπους, σε προγραμματισμούς και σε πολλές άλλες ανθρώπινες μεθοδεύσεις. Το σοβαρότερο όμως από όλα αυτά είναι ότι θέσαμε εντελώς στην άκρη και σβήσαμε το Άγιο Πνεύμα, καταργώντας μέσα στις Εκκλησίες μας την αναγνώριση της δικής Του κυριότητας. Επειδή τη θέση Του μέσα στην Εκκλησία όπως και τη δική Του δραστηριότητα την αναλάβαμε εμείς οι άνθρωποι.

Δίκαια, πια έχει ολοκληρωτική εφαρμογή και για τις δικές μας Εκκλησίες ο Λόγος του Θεού από την Αποκάλυψη γ~ 15-17, όπως και για τους περισσότερους από εμάς το χωρίο Α~ Κορ. ιε~ 34: “Τινές εξ ημών έχομεν αγνωσίαν Θεού”. Πόσο λυπηρό είναι ότι ξεχάσαμε ότι οφείλουμε “να λατρεύωμεν τον Κύριον ευαρέστως, με σέβας και ευλάβειαν, διότι ο Θεός ημών είναι πυρ καταναλύσκον” (Εβρ. ιβ~ 28-29).»


[*] Βασ. Κατσάρκα, «Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ», Αθήνα 1976.  Επειδή ο συγγραφέας χρησιμοποιούσε αυστηρή καθαρεύουσα, έγινε προσαρμογή της γλώσσας. |

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ