Παρουσίαση Βιβλίου
Όταν οι “χριστιανοί” δεν διδάσκονται
από την ιστορία
Οι πόλεμοι του Οπίου
Από τις πιο σκοτεινές στιγμές στην ιστορία του χριστιανισμού χαρακτηρίζονται οι δύο «Πόλεμοι του Οπίου», που έκανε η Βρετανία σε βάρος του λαού τής Κίνας τον 19ο αιώνα, κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον το το εικονιζόμενο βιβλίο που πρόσφατα κυκλοφόρησε –το συνιστούμε στους φιλίστορες αναγνώστες μας[*]– καθώς δείχνει τις αναλογίες με τα σημερινά γεγονότα στη Μέση Ανατολή, το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών, καθώς επίσης και την εμπλοκή που μπορεί να έχουν σε όλα αυτά άνθρωποι της θρησκείας. [Αναδημοσιεύουμε μεγάλο μέρος από τον Επίλογο. Τα έντονα γράμματα δικά μας] |
«Οι Πόλεμοι του Οπίου έγιναν, κατά μείζονα λόγο, για χάρη του εμπορίου του οπίου και των Βρετανών βιομηχάνων, και η επιτυχία της Βρετανίας είχε δραματικά αποτελέσματα. Τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του Δεύτερου Πολέμου, η Βρετανία κάλυπτε τα επτά όγδοα των συνολικών εισαγωγών της Κίνας που είχε ηττηθεί, τα οποία είχαν αξία πάνω από 100.000 λίρες ετησίως. Οι εισαγωγές οπίου αυξήθηκαν από 58.000 κιβώτια το 1859 σε 105.000 το 1879. Τα υφαντουργικά προϊόντα του Μάντσεστερ, τα οποία οι Κινέζοι είχαν απορρίψει ως κατώτερα από αυτά της κινεζικής παραγωγής, τετραπλασίασαν τις εξαγωγές τους από 113.000.000 γιάρδες το 1856 σε 448.000.000, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα.
Παρ’ όλο που η Συνθήκη του Tianjin προέβλεπε τη de facto νομιμοποίηση του οπίου, καθορίζοντας το ποσό με το οποίο η Κίνα θα μπορούσε να το φορολογήσει, η Αυτοκρατορική Αυλή εξακολουθούσε να αντιμάχεται την εισαγωγή του ναρκωτικού, αυξάνοντας τους δασμούς του, με την ελπίδα ότι το ακριβότερο όπιο θα γινόταν λιγότερο δημοφιλές. Όταν οι Κινέζοι αύξησαν το φόρο από τριάντα σε πενήντα ταέλ ανά κιβώτιο, οι Ευρωπαίοι εισαγωγείς στην Κίνα είδαν τα κέρδη τους να κινδυνεύουν με εξαφάνιση και προσέφυγαν στον Λόρδο Granville, Πρόεδρο του Ανακτοβουλίου όταν ήταν Πρωθυπουργός ο Λόρδος Palmerston. Η Φιλελεύθερη κυβέρνηση κατάργησε με απόφαση της την αύξηση φόρου.
Το 1870, ο Sir Wilfred Lawson εισήγαγε πρόταση στη Βουλή των Κοινοτήτων, με την οποία καταδικαζόταν η εμπορική διακίνηση του οπίου, αλλά, ενώ τα έσοδα του Υπουργείου Οικονομικών από αυτή τη δραστηριότητα πριν από τον πόλεμο αποτελούσαν το 1/18 των εισπρακτέων φόρων, τώρα είχαν φτάσει στο τεράστιο 1/7. Απλώς, υπήρχε μεγάλο οικονομικό όφελος από το ναρκωτικό, και η πρόταση Lawson απορρίφθηκε με ψήφους 151 προς 47. Ο προερχόμενος από αυτό το αισχρό εμπόριο πλούτος είχε διαφθείρει το έθνος σε τέτοιο βαθμό, ώστε κατά τη διάρκεια της δημόσιας συζήτησης της πρότασης Lawson, o William Gladstone, ο οποίος τριάντα χρόνια νωρίτερα είχε καταδικάσει τα ολέθρια αποτελέσματα του εμπορίου με ευγλωττία, η οποία λίγο έλειψε να ανατρέψει την κυβέρνηση, τώρα υπερασπιζόταν το εμπόριο και τα έσοδα που απέφερε στη Βρετανία και τις Ινδίες, με έναν εύγλωττο λόγο του στην κάτω Βουλή.
Η κινεζική κυβέρνηση εξακολουθούσε να εκλιπαρεί τη Βρετανία να σταματήσει τις εισαγωγές οπίου στην Κίνα. Το 1869, ο βουλευτής Sir Rutherford Alcock έλαβε μια επιστολή απόγνωσης από τον Zongli Yamen, τον Υπουργό Εξωτερικών της Κίνας, που έλεγε: «Ο Κινέζος έμπορος εφοδιάζει τη χώρα σας με το θαυμάσιο τσάι του και το μετάξι του, παρέχοντας της με αυτά όφελος. Αλλά ο Άγγλος έμπορος δηλητηριάζει την Κίνα με το απαίσιο όπιο. Τέτοια συμπεριφορά είναι άδικη. Ποιος μπορεί να τη δικαιολογήσει; Οι πάντες μιλούν για τον πλούτο και τη γενναιοδωρία της Αγγλίας. Πώς είναι τότε δυνατόν η χώρα αυτή να έχει ενδοιασμούς για την εξάλειψη ενός αναγνωρισμένου κακού;» Ακόμη καλύτερα, οι Κινέζοι πρότειναν οι Βρετανοί να αντικαταστήσουν την καλλιέργεια του οπίου στις Ινδίες με βαμβάκι και δημητριακά.
Κινέζοι πολεμιστές αντιμάχονται τις δυνάμεις
της Μ. Βρετανίας με τα πρωτόγονα όπλα τους...
Οι εξαχρειωμένοι Κινέζοι, τελικώς, δέχθηκαν την αμφίβολη σοφία του ρητού: «Εάν δεν μπορείς να τους πολεμήσεις, τότε πήγαινε μαζί τους». Το 1871, ο Sir Rutherford Alcock, στον οποίο το εμπόριο προκαλούσε φρίκη, προέβλεψε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι στο τέλος, οι βρετανικές εισαγωγές θα υποκατασταθούν από την τοπική κινεζική παραγωγή: «Υπάρχει μεγάλη και διαρκώς αυξανόμενη καλλιέργεια παπαρούνας στην Κίνα. Η κινεζική κυβέρνηση εξετάζει σοβαρά –εφόσον δεν μπόρεσε να έλθει σε συμφωνία με τη βρετανική κυβέρνηση– τη χωρίς περιορισμό καλλιέργεια στην Κίνα, και την παραγωγή οπίου σε πολύ χαμηλότερη τιμή».
Η προειδοποίηση του Alcock έφθασε πολύ αργά. Αν και μετά το 1868 το εγχώριο όπιο θεωρούνταν κατώτερο του εισαγόμενου, γύρω στα 1880 οι εισαγωγές μειώθηκαν (πριν τελικά φθάσουν στο ελάχιστο το 1905). Εγκαταλείποντας την ηθική του αποστροφή, ο Alcock πρότεινε να πλημμυρίσουν την αγορά της Κίνας με ινδικό όπιο, ώστε η κατακόρυφη πτώση της τιμής να διώξει από την αγορά τους γηγενείς καλλιεργητές. Αυτή ήταν μια φεουδαρχική οικονομική πολιτική, που εφαρμοζόταν εναντίον αγροτικών επιχειρήσεων εν τη γενέσει.
Κινέζοι καπνιστές οπίου που τους προμήθευαν
Άγγλοι, Αμερικανοί και άλλοι δυτικοί "χριστιανοί"...
Παρά τις εκκλήσεις για απαγόρευση στη Βρετανία και την Κίνα, εντός και εκτός κυβέρνησης, η κατανάλωση οπίου έφθασε στα ύψη κατά τα τέλη του αιώνα. Το 1888, οι Times στο Λονδίνο σίγουρα υπερεκτιμούσαν ότι το εβδομήντα τοις εκατό των ενηλίκων ανδρών στην Κίνα ήταν οπιομανείς, αλλά η αύξηση της κατανάλωσης –και του εθισμού– ήταν επικίνδυνα ξεκάθαρη. Δύο χρόνια αργότερα, εξουθενωμένη από τις άσκοπες διαμαρτυρίες, η κινεζική κυβέρνηση εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια επιβολής απαγόρευσης και πάταξης. Ο έφηβος Αυτοκράτορας Guangxu, ο οποίος βρισκόταν υπό τον έλεγχο της χήρας Αυτοκράτειρας Cixi, ανακάλεσε όλους τους απαγορευτικούς νόμους για την καλλιέργεια και νομιμοποίησε το εμπόριο. Αλλά το δηλητήριο, είτε είναι εγχώριο είτε εισαγόμενο, δεν παύει να είναι δηλητήριο, και το 1906 η κινεζική κυβέρνηση άλλαξε κατεύθυνση και απαγόρευσε την πώληση του ναρκωτικού. Το Αυτοκρατορικό Διάταγμα, εντούτοις, περιείχε έναν παράξενο απαλλακτικό όρο, που έδειχνε πόσο βαθιά είχε ριζώσει το ναρκωτικό στην Κίνα. Ο εθισμός έφθανε στις υψηλότερες κοινωνικές βαθμίδες. Χρήστες μεγαλύτεροι των εξήντα ετών εξαιρούνταν για έναν ιδιαίτερο λόγο: η χήρα Αυτοκράτειρα Cixi ήταν η ίδια εθισμένη στο όπιο.
Κατ’ απαίτηση της κινεζικής κυβέρνησης και κατόπιν πιέσεων από τη Βρετανική Εταιρεία για την Εξάλειψη του Εμπορίου του Οπίου, η βρετανική κυβέρνηση έδωσε εντολές στην αποικία της στο Χονγκ Κονγκ να σταματήσουν οι εμπορικές συναλλαγές ακόμη και με εγχώριο όπιο. Όπως ο Martin Booth έγραψε θαυμάσια στο βιβλίο του Όπιο το 1996: η συμφωνία του Χονγκ Κονγκ «έθεσε επισήμως τέλος στο φοβερό εμπόριο, από το οποίο η Βρετανία είχε κερδίσει τεράστια εισοδήματα –χωρίς να αναφερθεί και το ίδιο το Χονγκ Κονγκ που επρόκειτο να γίνει η πλέον επιτυχής, προσοδοφόρα και ακμάζουσα αποικία της– δηλητηριάζοντας μεγάλο μέρος του κινεζικού πληθυσμού». (...)
Οι μεγάλες δυνάμεις μοιράζονται την κινέζικη "πίτα"...
(Γελοιογραφία της εποχής)
Η καλλιέργεια και χρήση του οπίου ανθούσε στην Κίνα του Ch’iang Kai-shek, κατά τις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Ο Ch’iang χρησιμοποιούσε τα έσοδα από τη φορολογία του οπίου για να χρηματοδοτεί το καθεστώς του και το στρατό. Κατά την εποχή της ιαπωνικής εισβολής το 1937, σαράντα εκατομμύρια Κινέζοι, το δέκα τοις εκατό του πληθυσμού, ήταν εθισμένοι στη χρήση του ναρκωτικού. Το υπό βρετανικό έλεγχο Χονγκ Κονγκ παρουσίαζε ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα. Υπολογιζόταν ότι ποσοστό τριάντα τοις εκατό του πληθυσμού της αποικίας ήταν κάτω από την εξάρτηση του οπίου. Οι Ιάπωνες κατακτητές ενθάρρυναν την κατανάλωση οπίου περισσότερο για πολιτικούς, παρά για οικονομικούς λόγους: ένας πληθυσμός υπό την επήρεια ναρκωτικών ήταν πιο πειθήνιος.
Μέσα σε ένα χρόνο, με την άνοδο των Κομουνιστών το 1949, η κυβέρνηση του Μάο κήρυξε εκτός νόμου όλα τα ναρκωτικά, την καλλιέργεια τους, τη χρήση και την πώληση. Και ο Μάο εφάρμοσε με πυγμή την απαγόρευση. Οι έμποροι εκτελούνταν με συνοπτική διαδικασία. Οι πιο τυχεροί από αυτούς στέλνονταν στα γκουλάγκ της Κίνας προς “αναμόρφωση”, η οποία συμπεριελάμβανε και ασιτία. Οι χρήστες τύγχαναν πιο ανθρωπιστικής συμπεριφοράς και αποτοξινώνονταν σε κλινικές, που ήταν πρόδρομοι της πρόσφατης εφαρμογής της επανένταξης από τις ΗΠΑ, αντί να φυλακισθούν. Αλλά οι υπότροποι δεν συγχωρούνταν και είτε εκτελούνταν είτε στέλνονταν σε στρατόπεδα εργασίας, που συχνά ήταν ένας τρόπος πιο αργής εκτέλεσης. Το 1960, το καθεστώς ανακοίνωσε, δικαιολογώντας κάπως τα προηγούμενα μέτρα του, ότι η εξάρτηση από το όπιο είχε πάψει να υφίσταται στην Κίνα. (...)» |
[*] W. Travis Hanes III, Ph. D. και Frank Sanello
«ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΟΥ ΟΠΙΟΥ – Η ΕΞΑΡΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ»
Εκδόσεις Γκοβόστη, σελ. 416, Αθήνα 2004.