Ερωτήσεις Αναγνωστών
«Ελάβετε Πνεύμα Άγιον;»
Ευχαριστούμε τον αγαπητό αναγνώστη που είχε την καλοσύνη να μας στείλει την παρακάτω επιστολή, και στην οποία ευχαρίστως απαντούμε. Επισημαίνεται ότι στο φως της Γραφής λύνονται όλες οι απορίες, μόνο που χρειάζεται να προσέχουμε ΟΛΗ ΤΗ ΓΡΑΦΗ και μάλιστα το συμφραζόμενο της κάθε περικοπής που εξετάζεται, και όχι μόνο κάποιο μεμονωμένο εδάφιο.
Αγαπητέ «Τ»
Θα ήθελα να αναφερθώ στο άρθρο «Η επαγγελία του Πατρός» του τεύχους 174 (Μάιος-Ιούνιος 2003, σελ. 25-27). Η εκκλησία που ανήκω είναι από εκείνες που, όπως γράφει ο αρθρογράφος σας, διδάσκουν ότι ο πιστός «πρέπει να ζητά με επιμονή και μακρόχρονη υπομονή για να του δώσει ο Θεός το Άγιο Πνεύμα». Αυτό το στηρίζουν σε ένα λόγο του αποστόλου Παύλου (ο οποίος περιέργως απουσιάζει από το γεμάτο με εδάφια άρθρο σας), όπου ρωτάει, «Ελάβετε Πνεύμα Άγιον αφού επιστεύσατε;» (Πράξ. 19/ιθ/1-6).
Θα ήθελα να μάθω πώς ο αρθρογράφος σας ερμηνεύει το παραπάνω χωρίο και τα γεγονότα που επακολούθησαν. Σας ευχαριστώ. Ε.Π. – Αθήνα
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ
Το ζήτημα που θέτετε, δηλαδή η ερμηνεία του χωρίου Πράξ. 19/ιθ/1-6, δεν αποτελεί πρόβλημα ούτε έρχεται σε αντίθεση με όσα γράφονται στο κρινόμενο άρθρο.
Η περικοπή στην οποία ανήκει το χωρίο που επικαλείστε, έχει ως εξής:
« [1] Ενώ δε ο Απολλώς ήτο εν Κορίνθω, ο Παύλος αφού επέρασε τα ανωτερικά μέρη ήλθεν εις Έφεσον· και ευρών τινάς μαθητάς, [2] είπε προς αυτούς· Ελάβετε Πνεύμα Άγιον αφού επιστεύσατε; οι δε είπον προς αυτόν· Αλλ’ ουδέ αν υπάρχη Πνεύμα Άγιον ηκούσαμεν. [3] Και είπε προς αυτούς· Εις τι λοιπόν εβαπτίσθητε; Οι δε είπον· Εις το βάπτισμα του Ιωάννου. [4] Και είπεν ο Παύλος· Ο Ιωάννης μεν εβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, λέγων προς τον λαόν να πιστεύσωσιν εις τον ερχόμενον μετ’ αυτόν, τουτέστιν εις τον Χριστόν Ιησούν. [5] Ακούσαντες δε εβαπτίσθησαν εις το όνομα του Κυρίου Ιησού. 6Και αφού ο Παύλος επέθηκεν επ’ αυτών τας χείρας, ήλθε το Πνεύμα το Άγιον επ’ αυτούς, και ελάλουν γλώσσας και προεφήτευον».
Από όσα γράφετε στην επιστολή σας, είναι φανερό ότι έχετε κι εσείς παρασυρθεί σε λάθος συμπέρασμα εξαιτίας της λέξης «αφού», που υπάρχει στο χωρίο 2, το οποίο και επικαλείστε.
Είναι καλό, λοιπόν, να πληροφορηθείτε ότι το χωρίο αυτό στο αρχαίο κείμενο έχει ως εξής: «είπε προς αυτούς^ ει Πνεύμα Άγιον ελάβετε πιστεύσαντες; οι δε προς αυτόν^ αλλ’ ουδέ ει Πνεύμα Άγιόν εστιν ηκούσαμεν».
Πολλοί έχουν κάνει το ίδιο λάθος, επειδή δίνουν προσοχή στο «αφού» το οποίο εκλαμβάνουν να σημαίνει «από τότε που». Όμως αυτό δεν είναι σωστό για τους εξής λόγους:
1. Στο αρχαίο κείμενο δεν υπάρχει η λέξη «αφού», παρά μόνο η μετοχή «πιστεύσαντες».
2. «Πιστεύσαντες» στο σημείο αυτό δεν σημαίνει «από τότε που πιστέψατε», αλλά «όπως θα έπρεπε αν έχετε πιστέψει», «εφόσον λέτε ότι έχετε πιστέψει», «τότε που πιστέψατε» ή «όταν πιστέψατε».
Παρακαλούμε να προσέξετε τον πίνακα για να δείτε πώς αποδίδουν το ίδιο χωρίο όλες οι νεότερες μεταφράσεις, και ύστερα να βγάλετε τα συμπεράσματά σας.
Κείμενο
ει πνεύμα άγιον ελάβετε πιστεύσαντες;
Βέλας
Ελάβετε Πνεύμα Άγιον, όταν επιστέψατε;
ΝΔΜ
Όταν πιστέψατε, λάβατε το Άγιο Πνεύμα;
Δεληκωστόπουλος
Λάβατε το Άγιο Πνεύμα όταν πιστέψατε;
Τρεμπέλας
Ελάβετε τα έκτακτα χαρίσματα του Άγίου Πνεύματος, όταν επιστεύσατε;
Φίλος
Λάβατε Πνεύμα Άγιο όταν πιστέψατε;
Βίβλος
Άραγε Πνεύμα Άγιο λάβατε όταν πιστέψατε;
Όπως βλέπετε, όλοι ομόφωνα μεταφράζουν το «πιστεύσαντες» όχι «αφού επιστεύσατε» αλλά ΟΤΑΝ ΠΙΣΤΕΨΑΤΕ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Βάμβας έκανε λάθος, απλά το «αφού» είχε διαφορετική σημασία στη γλώσσα που έγραψε εκείνος από ό,τι στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα. Με κάποια ελευθεριότητα εμείς θα αποδίδαμε το ερώτημα του Παύλου περίπου με τούτα τα λόγια: «Αγαπητοί λέτε ότι πιστέψατε, λάβατε λοιπόν Άγιο Πνεύμα τότε που πιστέψατε; Τι στιγμή που πιστέψατε και εν συνεχεία στη ζωή σας;» Διότι δεν ξεχνούμε ότι ο πιστός πρέπει συνεχώς να ΠΛΗΡΟΥΤΑΙ με Άγιο Πνεύμα.
Είναι προφανές ότι, παρ’ όλο που οι άνθρωποι αυτοί ισχυρίζονταν ότι είναι «μαθηταί», ο Παύλος για κάποιο λόγο διατηρούσε επιφυλάξεις και έτσι τους κάνει τούτο το διερευνητικό ερώτημα. Αυτό συμφωνεί απόλυτα με τις θέσεις που παρουσίασε ο «Τ», καθώς αποδεικνύει ότι για τον Παύλο το να έχει κάποιος πιστέψει και το να έχει λάβει Άγιο Πνεύμα θεωρούνται πράγματα αξεχώριστα. Στην πραγματικότητα είναι σαν να λέει: Αν υποστηρίζετε ότι έχετε πιστέψει, τότε θα πρέπει να έχετε λάβει και Άγιο Πνεύμα.
Όπως όμως καλά είχε καταλάβει ο Παύλος, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν ενημερωθεί σωστά για όλο το έργο του Ιησού Χριστού, ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΠΙΣΤΕΨΕΙ στο ολοκληρωμένο Ευαγγέλιο και γι’ αυτό με ειλικρίνεια ομολογούν πως όχι μόνο δεν είχαν λάβει Άγιο Πνεύμα, μα ούτε καν γνώριζαν αν υπάρχει.
Εδώ τίθεται και ένα επιπλέον ερώτημα: Εφόσον αυτοί οι άνθρωποι είχαν λάβει το βάπτισμα του Ιωάννη [δεν αναφέρεται από ποιον και πότε βαπτίστηκαν^ ίσως αυτό έγινε από τον Απολλώ, που ήταν «γινώσκων μόνον το βάπτισμα του Ιωάννου» (Πράξ. 18/ιη/25)], πώς λένε ότι δεν γνώριζαν καν για την ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος; Όλοι οι Εβραίοι από την Παλαιά Διαθήκη γνώριζαν την ύπαρξη και λειτουργία του Αγίου Πνεύματος, που αναφέρεται ήδη από το 2ο εδάφιο της Γένεσης. Επίσης ο Ιωάννης κήρυττε ότι Εκείνος που θα ερχόταν μετά από αυτόν, «αυτός θέλει σας βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Ματθ. 3/γ/11).
Συνεπώς απαντώντας με τη φράση τους αυτή στο ερώτημα του Παύλου αν έλαβαν Άγιο Πνεύμα, δεν ομολογούν τέλεια άγνοια για την ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος, αλλά μάλλον άγνοια ότι το Άγιο Πνεύμα είχε ήδη δοθεί ως κάτι που μπορούσαν να λαβαίνουν οι πιστοί, γεγονός που όπως γνωρίζουμε πραγματοποιήθηκε μόνο μετά την ανάσταση του Κυρίου, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.
Διαπιστώνοντας, λοιπόν, ο Παύλος από τα παραπάνω, ότι απέναντί του δεν είχε μαθητές του Χριστού αλλά μόνο μαθητές του Ιωάννη, που δεν είχαν πληροφορηθεί για την ολοκλήρωση του έργου του Χριστού, άρχισε να τους ενημερώνει και να εξηγεί ότι το βάπτισμα του Ιωάννη ήταν μόνο «βάπτισμα μετανοίας», που καλούσε το λαό να μετανοήσει για τις αμαρτίες του και να ετοιμαστεί για να πιστέψει/εμπιστευθεί σ’ Εκείνον που θα ερχόταν μετά τον Ιωάννη, «τουτέστιν εις τον Χριστόν Ιησούν».
Αν οι άνθρωποι αυτοί ήταν πιστοί στον Ιησού Χριστό, δεν θα υπήρχε ανάγκη να τους λέει ο Παύλος αυτά τα πράγματα, που κανονικά θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουν εφόσον είχαν γίνει μαθητές του Χριστού. Η συνέχεια της διήγησης επιβεβαιώνει ότι αυτοί οι άνθρωποι μέχρι τότε ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, διότι «ακούσαντες εβαπτίσθησαν εις το όνομα του Κυρίου Ιησού». Δηλαδή έμαθαν ότι εκείνο που είχαν ακούσει από τον Ιωάννη και το περίμεναν ως αναμενόμενο, είχε ήδη εκπληρωθεί στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, το πίστεψαν και με τη νέα τους βάπτιση, αυτή τη φορά «εις το όνομα του Κυρίου Ιησού» εντάχθηκαν στην Εκκλησία.
Ύστερα από όλα αυτά και σε επικύρωση της αληθινής τους ένταξης στο σώμα του Χριστού, ο Παύλος έβαλε επάνω τους τα χέρια του και τότε «ήλθε το Πνεύμα το Άγιον επ’ αυτούς, και ελάλουν γλώσσας και προεφήτευον», όπως έγινε και για τους Ιουδαίους στην Πεντηκοστή και για τους Εθνικούς στο σπίτι του Κορνήλιου (Πράξ. 2/β, 10/ι).
Αυτή είναι η απλή και ξεκάθαρη θέση της Αγίας Γραφής στο ερώτημα του αγαπητού αναγνώστη. Έτσι είναι τα πράγματα και όχι όπως λένε εκείνοι που πιστεύουν ότι δήθεν μπορεί να υπάρχουν χριστιανοί σε “ενδιάμεση κατάσταση”, δηλαδή χωρίς Άγιο Πνεύμα. |
ΣΗΜ. «Τ» – Με τα παραπάνω ανατρέπεται και η θέση όσων πιστεύουν ότι «χρειάζεται χρόνος» για να γίνει κάποιος χριστιανός. Οπωσδήποτε το ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣχριστιανός είναι υπόθεση που χρειάζεται καθημερινό σταυρό και αγώνα, όμως το ΝΑ ΓΙΝΕΙΣχριστιανός είναι αποκλειστικά ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, που ο αμαρτωλός καλείται να δεχτεί και να εμπιστευθεί (πιστεύσει). Όπως είναι άλλο πράγμα το να γεννηθεί κάποιος και το αν τελικά θα επιβιώσει, έτσι είναι άλλο πράγμα το να «αναγεννηθεί» κάποιος και το αν θα μείνει «πιστός μέχρι τέλους». Αυτό διδάσκει η Γραφή και σ’ αυτό ας μένουμε!