Με το φως της Γραφής

Προσευχές και Απαντήσεις
praying_hands-2


Ο Ιάκωβος γράφει ότι «πολύ ισχύει η δέησις του δικαίου ενθέρμως γενομένη» και σαν παράδειγμα φέρνει τον προφήτη Ηλία που, αν και ήταν «άνθρωπος ομοιοπαθής με ημάς», ωστόσο «προσηυχήθη ενθέρμως να μη βρέξη· και δεν έβρεξεν επί της γης έτη τρία και μήνας εξ· και πάλιν προσηυχήθη, και ο ουρανός έδωκε βροχήν, και η γη εβλάστησε τον καρπόν αυτής» (Ιακ. 5/ε/16-18).

Ακολουθώντας την προτροπή του Ιάκωβου, όπως όμως την καταλαβαίνουν οι ίδιοι, πολλοί χριστιανοί ΖΗΛΕΥΟΥΝ αυτή την ικανότητα του Ηλία και επιζητούν να κάνουν το ίδιο.

Αλλά προκύπτουν μερικά ερωτήματα, που ΑΞΙΖΕΙ πάντα να έχουμε υπόψη μας: (1) Παίρνουν απάντηση όλες οι προσευχές των πιστών ανθρώπων; (2) Μια ``αρνητική απάντηση'' δεν είναι καλή απάντηση; (3) Όσοι δεν πήραν “θετική απάντηση” στις προσευχές τους δεν είναι πιστοί; (4) Εκείνοι που πήραν “θετική απάντηση” ήταν καλύτεροι χριστιανοί;

Δίνονται διάφορες απαντήσεις, στη συνέχεια θα εξετάσουμε να δούμε αν και κατά πόσον όλες αυτές είναι ΟΡΘΕΣ και ΒΙΒΛΙΚΕΣ.

1. Παίρνουν απάντηση όλες οι προσευχές των πιστών ανθρώπων;

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να ομολογήσουμε πως στην πραγματικότητα τις περισσότερες φορές οι απαντήσεις που παίρνουμε δεν είναι θετικές. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε έτοιμοι να ζητάμε από τον Θεό ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟ και ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ της ζωής, ακόμη και για τα πιο επουσιώδη θέματα. Ας δούμε δύο παραδείγματα:

(α) Είσαι στη στάση του λεωφορείου και παρακαλάς: ``Κύριε, ας έρθει αμέσως το λεωφορείο επειδή είμαι κουρασμένος'', όμως το λεωφορείο ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΜΕΣΩΣ, παρόλο που εσύ προσευχήθηκες. (β) Άλλη φορά όμως έχεις αργήσει να πας στον προορισμό σου και παρακαλάς: ``Κύριε ας καθυστερήσει το λεωφορείο για να προλάβω...'', όμως το λεωφορείο ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ παρόλο που εσύ προσευχήθηκες, και αναγκάζεσαι να περιμένεις το επόμενο... (Κάποιες φορές βέβαια συμπίπτει το δρομολόγιο να ταιριάξει με την επιθυμία σου, και τότε κάποιοι μιλούν για “απάντηση” στην προσευχή τους.)

Στο παράδειγμα αυτό, θα άξιζε ίσως να ρωτήσουμε τι θα έπρεπε να συμβεί αν ο Θεός είχε να απαντήσει σε δύο πιστούς που ενδιαφέρονται ταυτόχρονα για το ίδιο λεωφορείο, ο ένας όμως “βιάζεται” ενώ ο άλλος θέλει “να καθυστερήσει”; Ποιον από τους δύο θα έπρεπε να ικανοποιήσει ο Θεός;

Εμείς βέβαια, επειδή σκεπτόμαστε εγωκεντρικά, θα προτιμούσαμε να απαντήσει στη ΔΙΚΗ ΜΑΣ προσευχή. Θα ήταν όμως καλύτερο αν είμασταν πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο Θεός ΞΕΡΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ! Και επιπλέον να μάθουμε ότι ο Θεός δεν μας έδωσε το δώρο της προσευχής ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΕΣ ΜΑΣ!

 

«Πίστη δεν είναι το μαγικό ραβδί που μάς δίνει Ο,ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ, αλλά η δύναμη που μάς ικανώνει να ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ εκείνο που ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ ο Θεός!

 

2. Μια ``αρνητική απάντηση'' δεν είναι καλή;

ΚΑΛΗ απάντηση– στις προσευχές μας δεν είναι εκείνο που εμείς έχουμε διαλέξει αλλά ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ αποφασίσει για μας ο Θεός. Το αν ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ ή ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ ο Θεός, δεν εξαρτάται από το θετικό ή αρνητικό της απάντησης που θα λάβουμε, όπως δυστυχώς νομίζουν μερικοί.

Σαν καλός Πατέρας, ο Θεός δεν συνηθίζει ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΧΑΤΙΡΙΑ... Συνεπώς, οι απαντήσεις που θα αποφασίσει να μας δώσει, είναι πάντα ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΝΟΝΕΣ και στα πλαίσια της δικής Του ΠΑΝΣΟΦΙΑΣ και ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΙΑΣ. Επιπλέον, και το κυριότερο, δεν αποβλέπουν ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ αλλά στο ΑΙΩΝΙΟ συμφέρον μας.

Ας θυμηθούμε εδώ την ιστορία του Παύλου, ο οποίος, για τον σκόλοπα που τον βασάνιζε,  γράφει: «τρις παρεκάλεσα τον Κύριον, διά να απομακρυνθή απ’ εμού· και μοι είπεν, Αρκεί εις σε η χάρις μου· διότι η δύναμίς μου εν αδυναμία δεικνύεται τελεία. Με άκραν λοιπόν ευχαρίστησιν θέλω καυχηθή μάλλον εις τας αδυναμίας μου, διά να κατοικήση εν εμοί η δύναμις του Χριστού» (Β΄ Κορ. 12/ιβ/8-9).

Στα παραπάνω λόγια του ο Παύλος δεν εκφράζει κανένα παράπονο επειδή ο Θεός ΑΡΝΗΘΗΚΕ να ικανοποιήσει το αίτημά του. Μάλιστα, αντί να μουρμουρίζει, αποδέχεται αυτή τη βουλή του Κυρίου ως αφορμή ΚΑΥΧΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗΣ, και τούτο όχι χωρίς λόγο αλλά επειδή με αυτό τον τρόπο θα κατοικούσε μέσα του η δύναμη του Χριστού, κάτι στο οποίο ο Παύλος αναγνωρίζει μεγαλύτερη αξία και σημασία παρά την όποια ``θεραπεία'' ή ``απαλλαγή''.

3. Όσοι δεν πήραν “θετική απάντηση” δεν είναι πιστοί;

Συνεχίζοντας με το παράδειγμα του Παύλου, θα ήταν ανόητο αν λέγαμε ότι ο Απόστολος του Χριστού δεν πήρε εκείνο που ζήτησε επειδή τάχα ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΙΣΤΟΣ ή έστω “αρκετά” πιστός... Μάλλον είναι δικαιότερο αν πούμε ότι ο Παύλος, επειδή όντως ΗΤΑΝ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΠΙΣΤΟΣ γι’ αυτό και ΑΠΟΔΕΧΤΗΚΕ την εκλογή του Θεού.

Σε τελευταία ανάλυση, πιστός δεν είναι εκείνος που του γίνονται τα χατίρια αλλά εκείνος που –όπως ο Ιώβ– μπορεί να λέει: «Και αν με θανατόνει, εγώ θέλω ελπίζει εις αυτόν»  (Ιώβ 13/ιγ/15).

Πίστη δεν είναι το μαγικό ραβδί που μάς δίνει Ο,ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ, αλλά η δύναμη που μάς ικανώνει να ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ εκείνο που ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΓΙΑ ΜΑΣ ο Θεός!

4. Όσοι πήραν “θετική απάντηση” ήταν καλύτεροι χριστιανοί;

Δεν υπάρχει καμία σύνδεση. Υπήρξαν άνθρωποι –και μάλιστα πολλοί– που δεν έδειξαν ΚΑΜΙΑ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ για τα δώρα που έλαβαν από τον Θεό, όπως π.χ. οι εννέα από τους δέκα λεπρούς που θεραπεύτηκαν, για τους οποίους ο Ιησούς είπε, «Δεν εκαθαρίσθησαν οι δέκα; οι δε εννέα πού είναι; Δεν ευρέθησαν άλλοι να υποστρέψωσι διά να δοξάσωσι τον Θεόν;» (Λουκ. 17/ιζ/18).

Το γεγονός ότι στη ζωή κάποιου υπήρξε μια θεραπεία, μια καλή εξέλιξη στην εργασία του ή καλοπαντρεύτηκε το παιδί του κ.λπ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ότι αυτός είναι περισσότερο πιστός από τους άλλους. Όπως και, αντίθετα, το γεγονός ότι κάποιος ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ασθενής ή άνεργος κ.λπ., ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ότι είναι λιγότερο πιστός από τον προηγούμενο.

Στην εξέλιξη μιας υπόθεσης συμμετέχουν πολλοί παράγοντες, όπως:

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα.

Φως στο πρόβλημα που εξετάζουμε δίνει μια ιστορία από τη ζωή των Αποστόλων, όπου επίσης γίνεται αναφορά στην ιστορία του Ηλία, όταν κατέβασε φωτιά από τον ουρανό. Την βρίσκουμε στο Ευαγγέλιο του Λουκά (κεφ. 9/θ). Εκεί βλέπουμε τους μαθητές Ιωάννη και Ιάκωβο (όχι εκείνον που έγραψε την ομώνυμη Επιστολή) να έρχονται στον Χριστό για να ζητήσουν κάτι ΜΕΓΑΛΟ και ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ – κάτι που στο παρεθλόν είχε κάνει και ο προφήτης Ηλίας.

Σε μια από τις πορείες του Χριστού προς τα Ιεροσόλυμα, ο δρόμος τούς έφερε να περάσουν μέσα από τις πόλεις της Σαμάρειας και επειδή έπρεπε να φιλοξενηθούν εκεί, «απέστειλεν έμπροσθεν αυτού μηνυτάς, οίτινες πορευθέντες εισήλθον εις κώμην Σαμαρειτών, διά να κάμωσιν ετοιμασίαν εις αυτόν» (εδ. 52). Όμως οι Σαμαρείτες όταν άκουσαν ότι προορισμός του ήταν η Ιερουσαλήμ –και συνεπώς ο Ναός που εκείνοι δεν αναγνώριζαν– αρνήθηκαν να τους δεχτούν.

Αυτό θεωρήθηκε άδικο από τους μαθητές του Χριστού και έτσι οι Ιάκωβος και Ιωάννης, ρώτησαν τον Χριστό: «Κύριε, Θέλεις να είπωμεν να καταβή πυρ από του ουρανού, και να αφανίση αυτούς, καθώς και ο Ηλίας έκαμε;» (εδ. 54).

Εδώ παρατηρούμε δύο αξιέπαινες λεπτομέρειες: • Πιστεύουν ότι το ΜΠΟΡΟΥΝ. • Δεν το κάνουν ΧΩΡΙΣ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΖΗΤΗΣΟΥΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ. Εντούτοις, ενώ εμείς θα ήμασταν πρόθυμοι να θαυμάσουμε και να επαινέσουμε την ``πίστη'' τους, ο Χριστός είχε εντελώς διαφορετική γνώμη και «στραφείς επέπληξεν αυτούς, και είπε, Δεν εξεύρετε ποίου πνεύματος είσθε σεις· διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να απολέση ψυχάς ανθρώπων, αλλά να σώση» (εδ. 56).

Τι συμβαίνει εδώ; Δεν ήταν τούτη μια προσευχή; (Ήρθαν στον Χριστό... που απαντά!) Δεν ήταν προσευχή με πίστη και χωρίς δισταγμό; (Δεν αμφιβάλλουν ότι μπορούν να φέρουν φωτιά όπως το είχε κάνει και ο Ηλίας... και έλεγαν αλήθεια!) Δεν είχαν για κίνητρο ``τη δόξα του Θεού''; (Οι μαθητές ενδιαφέρονται για τη ΦΗΜΗ του Κυρίου...)

Όπως γράφει ο κλασικός σχολιαστής Mathew Henry: «Από μία άποψη οι άνθρωποι αυτοί ήταν αξιέπαινοι, γιατί, (1) Έδειξαν μεγάλη εμπιστοσύνη στη δύναμη που είχαν λάβει από τον Ιησού Χριστό. (2) Είχαν μεγάλο ζήλο για την τιμή του Κυρίου τους. Το θεώρησαν πολύ κακό για Εκείνον, που έκανε καλό οπουδήποτε βρέθηκε, να μην έχει εγκάρδια υποδοχή από μια ομάδα ασήμαντων Σαμαρειτών και να Του αρνηθούν να περάσει από τα μέρη τους.  (3) Αναγνώρισαν την κυριότητα και το θέλημα του Κυρίου τους. (4) Σεβάστηκαν τα παραδείγματα των προφητών πριν από αυτούς και ζήτησαν να κάνουν κάτι όπως ο Ηλίας.  Δεν θα το είχαν σκεφτεί εάν και ο Ηλίας δεν το είχε κάνει παλιά στους στρατιώτες που ήρθαν να τον πιάσουν (Β΄ Βασ. 1/α/10,12). Σ’ αυτό το προηγούμενο νόμισαν πως βρήκαν την εξουσιοδότησή τους.

»Όμως, ακόμη και αν υπήρξε κάτι σωστό στη σκέψη τους, το λάθος τους ήταν πολύ περισσότερο, διότι (1) Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ιησούς αντιμετώπισε τέτοια συμπεριφορά· ας θυμηθούμε τους κατοίκους της Ναζαρέτ που Τον έδιωξαν από την πόλη τους, και τους Γαδαρηνούς που του ζήτησαν να φύγει από την ακτή τους· όμως ο Ιησούς δεν ζήτησε ποτέ κάποια τιμωρία επάνω τους και αντιμετώπισε τον διωγμό με υπομονή.  (2) Αυτοί ήταν Σαμαρείτες, από τους οποίους δεν θα μπορούσαν να περιμένουν καλύτερα, όταν μάλιστα ίσως κάποιοι από αυτούς είχαν ακούσει ότι ο Χριστός είχε πει στους αποστόλους Του «εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθητε» (Ματθ. 10/ι/5) και, επομένως, δεν ήταν τόσο αδικαιολόγητο εκ μέρους τους, όπως θα ήταν από άλλους που ήξεραν περισσότερα για τον Χριστό και είχαν δεχτεί τόσα πολλά καλά από Αυτόν.  (3) Ίσως πάλι ήταν μόνο λίγοι από την πόλη εκείνοι που είχαν σχέση με το γεγονός και έστειλαν εκείνο το αγενές μήνυμα, και αντίθετα μπορεί να υπήρχαν στην πόλη πολλοί που ακούγοντας για τον Χριστό ίσως θα Τον ήθελαν κοντά τους και θα είχαν πάει για να Τον συναντήσουν και να Τον καλωσορίσουν. Θα ήταν δίκαιο λοιπόν να γίνει στάχτη η πόλη για την ανοησία μερικών; Θα κατάστρεφαν τον δίκαιο με τον κακό;»

Η περίπτωση του Ηλία ήταν διαφορετική.

Ο ίδιος σχολιαστής συνεχίζει: «Ο Ηλίας είχε σταλθεί για να δείξει την αξία του νόμου και την σημασία της παράβασής του, επίσης για να μαρτυρήσει σαν ένας τολμηρός κατακριτής ενάντια στην ειδωλολατρία και την κακία της αυλής του Αχαάβ. Ήταν λοιπόν ταιριαστό να επικυρώσει  την αποστολή του με τέτοιο τρόπο. Όμως στην περίπτωση των Αποστόλων ήταν η ώρα που έπρεπε να δειχτεί η χάρη, με την οποία δεν ταίριαζε καμία φοβερή επίδειξη θείας κρίσης. Όπως μάλιστα έγραψε ο Tillotson ακόμη κι αν ίσως έφερε στο νου τους τέτοιες σκέψεις το γεγονός ότι βρίσκονταν στη Σαμάρεια –και μάλιστα πολύ κοντά στο σημείο όπου ο Ηλίας έφερε φωτιά από τον ουρανό–, εντούτοις, αν και ο τόπος ήταν σχεδόν ίδιος, οι χρόνοι είχαν αλλάξει.»

Έτσι ο Χριστός δεν έκρινε ότι έπρεπε να συμφωνήσει με τη γνώμη και το αίτημα των μαθητών Του!!!  Σκοπός Του δεν ήταν να κάνει το δικό Του θέλημα –ούτε βέβαια το θέλημα των μαθητών Του– ΑΛΛΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ. Έτσι τους απαντά αρνητικά και τους εξηγεί: «Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να απολέση ψυχάς ανθρώπων, αλλά να σώση».

Πόσο εύκολα χρησιμοποιούμε με κακό τρόπο καλά παραδείγματα της ιστορίας, προσπαθώντας με αυτά να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας, ακόμη και όταν η περίπτωση την οποία αντιμετωπίζουμε δεν είναι παράλληλη!.. Στην ιστορία αυτή οι μαθητές προτίμησαν να διαλέξουν το παράδειγμα του Ηλία και όχι το παράδειγμα του ίδιου του Ιησού... Μήπως αυτό πρέπει να γεννήσει ερωτήματα και για τη δική μας συμπεριφορά;

Πρέπει λοιπόν να διαψεύσουμε όσα λέει ο Ιάκωβος στην περικοπή που διαβάσαμε στην αρχή; Κάθε άλλο! Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πού βρίσκεται η διαφορά!

Αν στραφούμε στη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης αναφορικά με τη διακοπή και την επάνοδο της βροχής –που βρίσκουμε στο βιβλίο Α΄ Βασιλέων, κεφάλαια 17-18/ιζ-ιη) διαπιστώνουμε πως όταν ο Ηλίας «προσηυχήθη ενθέρμως να μη βρέξη· και δεν έβρεξεν επί της γης έτη τρία και μήνας εξ· και πάλιν προσηυχήθη, και ο ουρανός έδωκε βροχήν, και η γη εβλάστησε τον καρπόν αυτής» (Ιακ. 5/ε/17-18), αυτό δεν έγινε από δική του πρωτοβουλία ή δύναμη, αλλά ύστερα από σχετικές οδηγίες του Θεού. Αν τούτο δεν φαίνεται άμεσα στην πρώτη περίπτωση –υπονοείται ωστόσο από τη δήλωση: «Ζη Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, έμπροσθεν του οποίου παρίσταμαι» (Α΄ Βασ. 17/ιζ/1)– την οποία έκανε πριν ανακοινώσει την απόφαση της ξηρασίας και αναγράφεται ξεκάθαρα στο τέλος της ιστορίας, όπου η ιερή διήγηση λέει: «Ήλθεν ο λόγος του Κυρίου προς τον Ηλίαν κατά το τρίτον έτος, λέγων, Ύπαγε, φανερώθητι εις τον Αχαάβ· και θέλω δώσει βροχήν επί το πρόσωπον της γης» (Α΄ Βασ. 18/ιη/1). Με άλλα λόγια, η προσευχή του Ηλία δεν ήταν παρά εκτέλεση συγκεκριμένης θείας εντολής, κι εκείνος δεν ήταν παρά ο ανθρώπινος εκτελεστής.

Αν ο Ηλίας ξεκινούσε να προσευχηθεί ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΛΑΒΕΙ ΕΝΤΟΛΗ από τον Θεό, πιστεύει κανείς ότι ο Θεός θα ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει την επιθυμία και απόφαση του δούλου Του; Κάθε άλλο! Μόνο μία περίπτωση θα μπορούσαμε να θυμηθούμε όπου ο Κύριος ``παρέβλεψε” τον παραπάνω κανόνα, τότε που ο Μωυσής αντί να μιλήσει στον βράχο για να δώσει νερό, τον χτύπησε με το ραβδί του. Όμως έτσι δεν άλλαζε το θέλημα του Θεού –που ήταν να δώσει νερό στο λαό– αλλά μόνο ο τρόπος... Για τούτο έδωσε μεν νερό ο Θεός, ωστόσο τιμώρησε τον Μωυσή για την ανυπακοή του... (Αριθμ. 20/κ/8-13).

Παράδειγμα από την ζωή της πρώτης Εκκλησίας

Η προηγούμενη ιστορία θυμίζει μιαν άλλη περίπτωση από την Καινή Διαθήκη, τότε που ο Πέτρος με τον Ιωάννη θεράπευσαν τον χωλό στην πύλη του Ναού (Πράξ. 3/γ/1-8).

Ο Λουκάς περιγράφει ότι ο Πέτρος και ο Ιωάννης πήγαιναν στο Ναό καθημερινάόπου μαζί με όλους τους πιστούς ήσαν «καθ’ ημέραν εμμένοντες ομοθυμαδόν εν τω ιερώ» (Πράξ. 2/β/46). Παράλληλα εξιστορεί ότι τον χωλό άνθρωπο που θεραπεύτηκε από τους Απόστολους, τον «έθετον καθ’ ημέραν προς την θύραν του ιερού την λεγομένην Ωραίαν, διά να ζητή ελεημοσύνην παρά των εισερχομένων εις το ιερόν» (Πράξ. 3/γ/2).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, ο Πέτρος και ο Ιωάννης συναντούσαν αυτόν τον ανάπηρο άνθρωπο σχεδόν κάθε μέρα και, προφανώς, το ίδιο συνέβαινε και με τον Κύριο Ιησού πριν από τη σταύρωσή Του. Ωστόσο καμία προηγούμενη φορά δεν προέβησαν στο θαύμα της θεραπείας του.

Εκείνο όμως το μεσημέρι, «κατά την ώραν της προσευχής, την εννάτην» κάτι άλλαξε ξαφνικά. Τώρα ο Πέτρος μαζί με τον Ιωάννη αισθάνονται την ανάγκη να κάνουν κάτι διαφορετικό και να βοηθήσουν αυτόν τον άνθρωπο να βρει την υγεία του. Έτσι δεν τον προσπερνούν ως συνήθως αλλά στέκονται και ο Πέτρος τού μιλά και ζητά να τους κοιτάξει· στη συνέχεια δε τον πιάνει από το χέρι και τον σηκώνει επάνω.

Τι ήταν εκείνο που εργάστηκε μέσα στον Πέτρο ώστε να εκτελέσει αυτό το θαύμα; Ο ίδιος εξήγησε ότι το θαύμα έγινε «διά του ονόματος του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου» (Πράξ. 4/δ/9) όμως δεν υπάρχει αμφιβολία πως ήταν η φωνή του Αγίου Πνεύματος μέσα στους Απόστολους που τους οδήγησε τι να πουν και τι να κάνουν εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.

Ύστερα από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε γιατί οι άγιοι άνθρωποι του Θεού ποτέ ΔΕΝ ΑΜΦΕΒΑΛΑΝ για την επιτυχία του θαύματος που επιχειρούσαν να κάνουν, και ποτέ δεν έφυγαν ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΙ επειδή εκείνο που ΖΗΤΗΣΑΝ δεν έγινε –κάτι που δυστυχώς συμβαίνει τις περισσότερες φορές σήμερα με διάφορους αυτόκλητους “θαυματοποιούς” ή “θεραπευτές”– κι αυτό συνέβαινε επειδή ΖΗΤΟΥΣΑΝ «ΕΝ ΤΩ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΟΥ», με άλλα λόγια δεν έκαναν ``του κεφαλιού τους'' αλλά ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

Κάποιοι θέτουν το ερώτημα του Ελισσαιέ: «Πού είναι Κύριος ο Θεός του Ηλία;» (Β΄ Βασ. 2/β/14) και περιμένουν να δουν τα ίδια θαύματα και να κάνουν τα ίδια κατορθώματα όπως ο αρχαίος Προφήτης. Αλλά μας έδωσε εμάς ο Θεός παρόμοια αποστολή;

Αντί λοιπόν να θέλουμε να μιμηθούμε εκείνα που ο Ηλίας έκανε, ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ πρώτα να ζούμε όπως εκείνος έζησε και να ενεργούμε όπως εκείνος ενεργούσε ΣΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΗ ΥΠΟΤΑΓΗ Στο θελημα ΤΟΥ ΘΕΟΥ όπως το διαβάζουμε και το μελετούμε μέσα στις Άγιες Γραφές και τότε, αναμφίβολα, η προσευχή μας θα έχει πάντοτε ``θετικές'' απαντήσεις. |

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ