Θέματα “πίστης”




Τι “πιστεύουν” οι Έλληνες;

 

Αποσπάσματα από άρθρο λειτουργού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, όπου καταγράφονται τα συμπεράσματά του από επαφές που είχε με Ορθόδοξους και Ρωμαιοκαθολικούς νέους ενόψει του μικτού γάμου τους. Επελέγησαν τα τμήματα που απαντούν στο ερώτημα του τίτλου μας και υπογραμμίστηκαν τα πιο ενδιαφέροντα σημεία.[*]

Τι εννοούν οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι Έλληνες όταν λένε «πιστεύω», είναι ένα μεγάλο ερώτημα με δύσκολη απάντηση.

Δεν έχω συναντήσει κανέναν Έλληνα που να πει ότι είναι άθεος, πράγμα που δεν είναι σπάνιο με τους ξένους. Στον τόπο μας όλοι πιστεύουν.

Η δήλωση «πιστεύω» σημαίνει δεν είμαι αντίθετος στη θρησκεία, δεν την απορρίπτω, επικαλούμαι ορισμένες φορές το Θεό, κάνω το σταυρό μου, θα πω κάποιες προσευχές, αν βρεθώ σε εκκλησία ή θα ανάψω ένα κερί. Αντιλαμβάνομαι σιγά σιγά όλο και καλύτερα ότι η πίστη για τον μέσο Έλληνα ορθόδοξο και, από μίμηση σήμερα, όλο περισσότερο και για τον καθολικό, είναι κάτι αντίστοιχο του πατριωτισμού. Όπως είναι καλό να αγαπάς την πατρίδα σου, γιατί είναι μέρος του δικού σου κόσμου και της δικής σου παράδοσης, είναι καλό να σέβεσαι τη θρησκεία, γιατί αποτελεί μέρος του πολιτιστικού μας πλούτου. Επίσης είναι ένα στήριγμα σε αντίξοες περιστάσεις, όταν χρειάζεται να επικαλεστούμε το Θεό για κάποια βοήθεια έστω κι αν η αποτελεσματικότητα παραμένει άγνωστη. Σπανιότερα, σε περιστάσεις δύσκολες, αρρώστιας ή πόνου ή πένθους υπάρχει μια πιο βαθιά και επίμονη επίκληση του Θεού ή μια αναζήτηση της παρουσίας του μέσα στη ζωή μας. Όχι σπάνια, η θρησκευτικότητα αυτή εκδηλώνεται κυρίως με ευλάβειες προς τον άγιο Εφραίμ, την Παναγία της Τήνου, τον τάδε άγιο ή αγία, με τη χάρη και τα θαύματά του.

Θυμάμαι μια χαρακτηριστική συνομιλία με κάποια κοπέλα. Προσπαθούσα να τη ρωτήσω τι σημαίνει για αυτήν η πίστη στο Θεό. Τη ρώτησα αν αντιμετώπισε ποτέ διλήμματα σχετικά με την πίστη, αν σε κάποια γεγονότα που έζησε πήρε κάποια απόφαση υπέρ της πίστης στο Θεό στη ζωή της. Μου απάντησε: «δεν σας καταλαβαίνω, δεν έχω ξανακούσει για την πίστη σα δίλημμα». Της απαντάω: «δεν το έχετε ακούσει γιατί δεν έχετε μεγάλη σχέση με την ορθόδοξη Εκκλησία». Μου λέει: «κάνετε λάθος. Έχω πανεπιστημιακή μόρφωση, είμαι κοντά στα τριάντα, όλη η οικογένεια μου και εγώ είμαστε κοντά στην Εκκλησία, δεν είμαστε άσχετοι, αλλά για την πίστη σαν δίλημμα και σαν απόφαση πρώτη φορά ακούω».

Μια πίστη όμως σαν πολιτιστικό κληροδότημα, που αγνοεί την απόφαση και το δίλημμα, είναι έξω από το σύγχρονο πολιτισμό, την νοοτροπία αλλά και τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είναι νοητό ένας νέος άνθρωπος να πιστεύει σήμερα απροβλημάτιστα. Αλλά ακόμη πιο βασικά, η πίστη σαν αποδοχή της πολιτιστικής κληρονομιάς ή σαν μέσον για τη στήριξη της κοινωνίας και του έθνους είναι ακόμη πίστη;

Στο θέμα αυτό προκύπτει μείζον πρόβλημα. Αυτό που οι μελλόνυμφοι συνήθως εννοούν λέγοντας «πιστεύω» είναι έξω από τη βιβλική και εβραιοχριστιανική παράδοση. Η βιβλική πίστη, έτσι όπως μπορούμε να τη δούμε για παράδειγμα στον Αβραάμ, τον πατέρα των πιστών, είναι πριν απ‘ όλα Διαθήκη και Συνθήκη. Μια προσωπική δηλαδή δέσμευση και υπόσχεση αφοσίωσης του πιστού προς το Θεό του και του Θεού προς τον πιστό του. Είναι αναχώρηση, μετάνοια και μεταστροφή, από το δρόμο το δικό μου στο δρόμο του Θεού, από τους τρόπους τους δικούς μου στους τρόπους που ο Θεός μού αποκαλύπτει και μού διδάσκει. Είναι επίσης θεμέλιο και κορυφή κάθε άλλης αξίας. Στη θυσία του Ισαάκ, ο Θεός ρωτάει τον Αβραάμ, «Τι είναι για σένα πιο σημαντικό, ο μοναχογιός σου ή εγώ;». «Εσύ» απαντά ο Αβραάμ. Στην πίστη του Αβραάμ και των άλλων μετά από αυτόν, ο Θεός δεν χρησιμεύει σε κάτι άλλο. Ο Αβραάμ αγαπά τον Θεό γι‘ Αυτόν τον ίδιο. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του μονοθεϊσμού. Ο Θεός στηρίζει και σώζει κάθε άλλο αγαθό, αλλά δεν είναι το μέσον για να εξασφαλίσω τα συμφέροντα μου, την υγεία μου, το καλό της πόλης ή την ασφάλεια της πατρίδας. Η ελληνορωμαϊκή θεία λατρεία αποβλέπει στην προστασία του κράτους και της πόλης. Αυτό είναι το τελικό ζητούμενο. Η βιβλική πίστη αποβλέπει στον ίδιο το Θεό ως το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο.

Όταν πιστεύω στο Θεό και συγχρόνως πιστεύω γιατί είναι καλό να τιμάμε τις παραδόσεις της πατρίδας μας, και επίσης γιατί χωρίς θεό η κοινωνία δεν στέκει, ούτε έχει μέλλον και όλα αυτά πάνε μαζί, είναι αδιαχώριστα και ομοούσια, τότε υπάρχει πρόβλημα. Δεν μπορεί λοιπόν να μην μας απασχολήσει σε βάθος το ερώτημα τι είδους πίστη και τι είδους θρησκευτικότητα εκφράζουν οι άνθρωποι που λέγονται χριστιανοί. Τι είδους πίστη η Εκκλησία μεταδίδει στο σύγχρονο άνθρωπο και στις νεότερες γενιές.

Αυτό που είναι εμφανές είναι η παταγώδης αποτυχία της χριστιανικής παιδείας και διαπαιδαγώγησης. Στους πιο πολλούς ορθοδόξους δεν υπάρχει ιδιαίτερη χριστιανική διαπαιδαγώγηση. Αυτοί που ακολούθησαν κάποια κατήχηση είναι ελάχιστοι. Δεν συνάντησα κανέναν που να αναφερθεί στα θρησκευτικά του σχολείου σαν κάτι που να τον έβαλε στο δρόμο της πίστης. Οι καθολικοί σταμάτησαν στην κατήχηση των δέκα ετών. Έκαναν την πρώτη κοινωνία και το χρίσμα και μετά τέλος. Ορισμένοι συνέχισαν και σε κάποιες ομάδες εφήβων. Αυτοί που συνέχισαν να είναι στελέχη στην Εκκλησία είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Υπάρχει ρήξη στη συνέχεια της μετάδοσης αξιών και νοήματος από γενιά σε γενιά. Φοβάμαι ότι τρέφουμε πολλές αυταπάτες σχετικά με κατηχητικό έργο της Εκκλησίας. (...)

Η θρησκευτική πρακτική είναι γενικά ισχνή και περιστασιακή. Πλην όμως δίνουν σημασία στο θρησκευτικό συναίσθημα που έχουν και το ταυτίζουν με την πίστη. Επιμένω στο ερώτημα «πέρα από τη δική σας γνώμη, κατά τη γνώμη της Εκκλησίας σας, πώς νομίζετε ότι αυτή κρίνει τη θρησκευτικότητα σας;» Αυτό οδηγεί στη σκέψη ότι «με τα κριτήρια της Εκκλησίας μου δεν είμαι και τόσο εν τάξει». Στην αυθόρμητη νοοτροπία των νέων ανθρώπων οι κανόνες της Εκκλησίας δεν τους αφορούν και δεν της αναγνωρίζουν το δικαίωμα να απαιτήσει από αυτούς μια συγκεκριμένη πίστη ή μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αυτή η στάση είναι πιο έντονη στους ορθόδοξους, οι οποίοι πιο ελεύθερα παίρνουν από την Εκκλησία αυτό που τους ενδιαφέρει και αφήνουν ό,τι δεν τους αρέσει. Παραδοσιακά, όταν οι καθολικοί έλεγαν ότι πιστεύουν, εννοούσαν ότι ανήκαν στην Εκκλησία, συμμετείχαν στην πίστη της, στις θέσεις της, στη λατρεία της. Αυτό σήμερα φθίνει. (...)

Μια συχνή διαπίστωση είναι ότι οι ορθόδοξοι έχουν εξαιρετικά αρνητική γνώμη για την Εκκλησία τους. Ιεροσύνη ως επάγγελμα, φιλοχρηματία, αδιαφορία για τον κόσμο, αναζήτηση κοινωνικών πρωτοκαθεδριών, προσκόλληση σε κοσμικά και πολιτικά συμφέροντα είναι όσα συνήθως της προσάπτουν. Θεωρούν τους ιερείς τους δυσπρόσιτους και απόμακρους. Οι καθολικοί είναι σαφώς λιγότερο αρνητικοί. Έχουν μεγαλύτερη οικειότητα με την Εκκλησία τους. Συνήθως αναγνωρίζουν την κοινωνική προσφορά της, αν και, όπως διαπιστώνω, έχουν ελλιπέστατη εικόνα της καθολικής Εκκλησίας στο σύνολό της.

Σχετικά με τη Βίβλο, οι γνώσεις είναι το πολύ εγκυκλοπαιδικές. Έχω πάρει αναρίθμητες φορές ως παράδειγμα τη θεραπεία του λεπρού που ο Ιησούς αγγίζει (Μτ 8) για να δείξω πώς το Ευαγγέλιο μάς φωτίζει και μας διδάσκει, να εξηγήσω ότι πρέπει να καταλάβουμε και να νιώσουμε τα πρόσωπα και τη συμπεριφορά τους: ο λεπρός με φόβο, τόλμη και πίστη πλησιάζει τον Ιησού μέσα σε κόσμο και του λέει με όλο το βάρος της κατάστασης του: «αν θέλεις μπορείς να με καθαρίσεις». Μετά, μεταφέρουμε το ερώτημα σε μας: εγώ έχω ποτέ μιλήσει έτσι στο Θεό; Θα μπορούσα να πω τέτοια λόγια; Μου αποκαλύπτουν μια άγνωστη σε μένα στάση; Ο Ιησούς αγγίζει το λεπρό και του μιλά. Με έχει αγγίξει κατά κάποιο τρόπο ο Χριστός; Θα ήθελα να με αγγίξει; Θα το δεχόμουν; Του το ζητάω;

Πολλές φορές έχω εντυπωσιαστεί από την ευαισθησία και την ανάπτυξη που δίνουν ορισμένοι σε τέτοια ερεθίσματα. Βλέπουν την ουσία της μαρτυρίας και ξεδιπλώνουν αυτήν την αλήθεια βλέποντας πολλές πτυχές. Είναι ορισμένοι που θα μπορούσαν να εξελιχθούν με άλματα στο δρόμο της πίστης. Αλλά για τους περισσότερους είναι η πρώτη φορά που κάνουν μια συζήτηση για το Θεό και την πίστη με βάση το Ευαγγέλιο. Τι δυνατότητες και ευκαιρίες τους προσφέρθηκαν γι’ αυτό; Σε ορισμένους προσφέρθηκαν και τις αγνόησαν, στους περισσότερους δεν προσφέρθηκαν ποτέ.

Η εξομολόγηση είναι μια καλή ευκαιρία να μιλήσουμε για την μετάνοια και τη συγγνώμη σε ανθρώπινο και θρησκευτικό επίπεδο. Για πολλούς ορθοδόξους, η εξομολόγηση είναι κάτι για το οποίο έχουν ακουστά, για τη συντριπτική πλειονότητα των καθολικών μια παιδική ανάμνηση.

Η προσευχή, κατά τους ίδιους, δεν θέτει πρόβλημα. Απευθύνονται εύκολα στο Θεό. Ιδίως οι γυναίκες. Το περιεχόμενο όμως είναι ένα άλλο ερώτημα. Συνήθως πρόκειται για δεήσεις και απλά αιτήματα. Έντονα σε καταστάσεις οδυνηρές. Η απογοήτευση από ένα Θεό που δεν εισακούει δεν είναι σπάνια.

Δεν είναι εύκολη η επικοινωνία. Συχνά ορισμένοι μένουν επιφυλακτικοί, ακούνε χωρίς να συμβάλλουν πραγματικά σε συζήτηση. Άλλοι έχουν αρνητική αίσθηση για την Εκκλησία και προφανώς δεν έχουν διάθεση να την αλλάξουν. Ορισμένοι αποφεύγουν ευγενικά κάθε συζήτηση. Ό,τι κι αν πω, «ναι συμφωνώ» είναι η απάντηση. Κι αν προσπαθώ να διορθώσω πράγματα που μόλις είπαν, «ναι συμφωνώ» παραμένει η απάντηση. Και από συμφωνία σε συμφωνία ο συνομιλητής μένει απρόσιτος. (...) |



[*] Θ. Κοντίδη, «Οι μικτοί γάμοι μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων στην Αθήνα». (Περιοδικό «Σύγχρονα Βήματα», Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2003, σελ. 129-146.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ