Γράμματα καρδιάς;

 

Νομίζω πως βιάστηκες!

 


Η Βίβλος γράφει πως η ανθρώπινη καρδιά είναι
«απατηλή υπέρ πάντα, και σφόδρα διεφθαρμένη^ τις δύναται να γνωρίση αυτήν;» (Ιερ. 17/ιζ/9). Αυτό ήρθε στο νου μας όταν με επίτιτλο «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΡΔΙΑΣ» διαβάσαμε τα όσα έγραψε ο εκδότης του περιοδικού «Πνευματικά» με τίτλο «Αγαπητέ μου αδελφέ, Νομίζω πως βιάστηκες!» (Ιούλιος-Αύγουστος 2002, σελ. 51). Σ’ αυτό του το κείμενο παραπονιέται επειδή κάποιος (στην πραγματικότητα είναι πολλοί) έφυγε από την εκκλησία όπου ο ίδιος διαφεντεύει, και προσπαθεί να τον πείσει πως δεν έκανε καλά. Επειδή όμως ξέρουμε πολλούς που θα ήθελαν να του απαντήσουν αλλά δεν το κάνουν για διάφορους λόγους, αποφασίσαμε –ακόμη και με κίνδυνο να παρεξηγηθούμε– να δημοσιεύσουμε εδώ μια “ΑΠΑΝΤΗΣΗ”. Αυτό όχι επειδή υπάρχουν πολλές ελπίδες διόρθωσης, αλλά τουλάχιστον για να ακουστεί επιτέλους μια φωνή, έστω κι αν είναι «Φωνή βοώντος εν τη ερήμω»...

 


Περιοδικό
"Πνευματικά"
7-8/2002
Περιοδικό
"Πνευματικά"
9-10/1998

Αγαπητέ εκδότη, γράφεις ήδη στην αρχή του κειμένου σου, κάτι που δε μπορεί και δεν πρέπει να μείνει απαρατήρητο. Αναφέρεις: «Δε λέω, ευθύνες υπάρχουν και λάθη πολλά κάνουμε όλοι ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΣ ΕΓΩ –το συναισθάνομαι εν Κυρίω– αλλά παρ’ όλα αυτά...». Ύστερα απ’ αυτό θα περίμενε κανείς –αφού ΕΣΥ ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΝΕΙΣ ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΕΧΕΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ– πριν ν’ ασχοληθείς με τους άλλους, ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ ΣΥΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΣΟΥ ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ αντρίκια, συγκεκριμένα και όχι γενικά και αόριστα. Όπως όμως κάνεις πάντοτε, τούτο το λησμονείς εντελώς και στη συνέχεια, στις τρεις σελίδες του «γράμματός» σου, αφήνεις μόνο να ξεσπάσει ένας χείμαρρος παρατηρήσεων και υποδείξεων με τις οποίες προσπαθείς να φορτώσεις με ΕΝΟΧΕΣ «τον αδελφό» που βρήκε το κουράγιο να διαχωρίσει τη θέση του από εσένα που με τα τόσα σου ΛΑΘΗ εκ των πραγμάτων αποδεικνύεσαι ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΣ τόσο για να οδηγείς όσο και για να ελέγχεις τους άλλους...

Με κατηγορείς ότι αντέδρασα «εν θερμώ», αλλά πότε στάθηκες κοντά μου για να δεις πώς άντεξα τόσον καιρό –τόσα χρόνια– να ζω κάτω από την νομικίστικη νοοτροπία που με λόγια και με έργα διασπείρεις γύρω σου; Πότε με πλησίασες για να με ενθαρρύνεις στην πορεία μου, πότε μου έδωσες το χέρι για να περπατήσουμε πλάι πλάι; ΠΟΤΕ! Το μόνο που ξέρεις είναι να προβάλλεις τον εαυτό σου και να κατακρίνεις ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ...

Έτσι, μαζί με τον “συμπρεσβύτερό” σου, προσπαθήσατε –και εν πολλοίς καταφέρατε– να δημιουργήσετε ένα κλίμα ψυχολογικής βίας, πνευματικής κατάθλιψης, διανοητικής καταπίεσης και φαρισαϊσμού.

Πολλά είναι τα σημεία της επιστολής σου που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής και ανάλυσης. Το κυριότερο όμως, και το πιο φανερό, είναι πως ΕΞ ΙΔΙΩΝ ΚΡΙΝΕΙΣ ΤΑ ΑΛΛΟΤΡΙΑ.

Γράφεις, λοιπόν, ότι «Μετά το ξανασκεφτόμαστε, βλέπουμε και άλλες πτυχές που δεν μπορούσαμε να τις δούμε πριν και αλλάζουμε γνώμη και μετανιώνουμε. Αλλά δεν μπορούμε να τα μαζέψουμε ούτε να τα πάρουμε πίσω όσα είπαμε ή όσα κάναμε. Είναι βλέπεις και ο εγωισμός στη μέση...».

Πολύ αληθινό τούτο το τελευταίο, καθώς το έχεις αποδείξει αρκετές φορές στη ζωή σου.Όμως εγώ θα περίμενα από εσένα, που θέλεις να είσαι ο ποιμένας μου, ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ και να πάρεις πίσω και να μαζέψεις τα λάθη σου – να προσπαθήσεις τουλάχιστον, και να μην είναι ο εγωισμός «ο μεγάλος εχθρός και τύραννός» σου. Εκτός και αν όσα γράφεις αφορούν μόνο τους απέναντι και ποτέ εσένα...

Με ρωτάς με τι μάτια είδα και με τι κριτήρια έκρινα, αλλά δεν εξηγείς με τι μάτια βλέπεις και κρίνεις εσύ. Με ρωτάς μήπως με τις ενέργειές μου βγω «έξω από το θέλημα του Κυρίου», μήπως φτάσω «εναντίον Του», μήπως «χάσω τα δώρα της αγάπης Του». Εσύ όμως έκανες ποτέ τις ίδιες ερωτήσεις στον εαυτό σου; Μήπως όταν άφησες την μικρή εκκλησία όπου μιλούσες “σε 20 άτομα” για να μπορείς να μιλάς “σε 200”, αυτό ήταν η οδηγία του Θεού; Μήπως, αφού όπως γράφεις “συναισθάνεσαι εν Κυρίω» ότι  ΠΡΩΤΟΣ ΕΣΥ κάνεις λάθη, έφτασε η ώρα να σκεφτείς αν βρίσκεσαι μέσα ή «έξω από το θέλημά Του για σένα»;

Γράφεις «Πιστεύω ότι δε ρώτησες τον Κύριο». Τι σε κάνει να το πιστεύεις; Ήσουν πλάι μου όταν προσευχήθηκα, ή είπε σ’ εσένα ο Κύριος εκείνο που δεν μου είπε εμένα; Από πότε ο Θεός της Καινής Διαθήκης μιλάει μέσω μέντιουμ; Κι ακόμη, ποια είναι τα πειστήρια ότι αυτός ο άλλος θα πρέπει να είσαι ειδικά ΕΣΥ;

Μου ζητάς να σκεφτώ «τι θα γίνει η σχέση μου με τον Κύριο, πόσο και αν θα προοδεύσω, αν θα έχω τον καρπό του Πνεύματος στη ζωή μου». Μα γι’ αυτό ακριβώς έφυγα αγαπητέ εκδότη. Γιατί ο Κύριος με καλούσε σε σχέση μαζί Του και ΟΧΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ. Για να προοδεύσω, επειδή κοντά σου μόνο πληγές και ταπεινώσεις δοκίμασα. Επειδή, επιτέλους, πρέπει –είναι ανάγκη– να πάψω να αγοράζω τη σωτηρία μου με έργα ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΣΟΥ ΕΠΙΛΟΓΗΣ. Τέλος, εκεί που είμαι τώρα, με δέχτηκαν άλλοι ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, που ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΟΥΣ.

Ακόμη, ξεχνάς πως ένα μεγάλο μέρος εκείνων που σήμερα απαρτίζουν την εκκλησία ΣΟΥ, είναι δυσαρεστημένοι από άλλες εκκλησίες; Εσείς όμως τους καλοδεχτήκατα και μάλιστα τους μοιράσατε και οφίτσια. Γιατί δεν τους στείλατε πίσω; Γιατί δεν τους ρωτήσατε μήπως βιάστηκαν;

Και για το άλλο σου ερώτημα, αν έχω κατέβει, αν έχω χαμηλώσει, σε πληροφορώ ότι χρειάστηκε πολύ ταπείνωση για να παραδεχτώ πως κοντά σου πήγαν χαμένα τόσα χρόνια, ακολουθούσα λάθος δρόμο και λάθος ποιμένα... Όσον αφορά την απαίτησή σου «να ζητήσω συγνώμη», ο λαός λέει την παροιμία: «Δεν φτάνει που μας έδειραν, μας πήραν και το βόδι». Είναι τούτο θράσος ή τύφλωση; ΔΩΣΕ ΚΑΠΟΤΕ  ΕΣΥ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ!

Στο τέλος γράφεις: «Είναι εύκολο να λες και να διακηρύττεις ότι είσαι καλά, είσαι σε καλό δρόμο, όμως μήπως θα ‘πρεπε να περιμένουμε αυτά όλα να τα πει ο ίδιος ο Κύριός μας...» Μα σε όλο σου το γράμμα δεν κάνεις τίποτε άλλο παρά να λες ότι ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ είναι όλα τα καλά και όλες οι ευλογίες και να με κατηγορείς που έφυγα... Ποιος από τους δυο μας πρέπει να ταπεινωθεί; Ποιος από τους δυο μας πρέπει να αναθεωρήσει το περπάτημά του;

Και πριν κλείσω την απάντησή μου, θα ήθελα να σε ρωτήσω: Εσύ δεν έγραψες στο έντυπό σου πως ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ...; (“Πνευματικά” 9-10/1998, σελ. 20-24)  Εσύ δεν έγραψες πως «Η λύση για όλα αυτά είναι μόνο μία. ΝΑ ΑΔΕΙΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ, να φύγουν, να πάνε στον κόσμο όπου ανήκουν (...)». Εσύ έβγαλες τόσους και τόσους άξιους μόνο για να φύγουν, απλά και μόνο επειδή δεν ήταν πρόθυμοι να γίνουν τυφλοί σου οπαδοί. Εσύ έγραψες: «Οι υπόλοιποι είναι πηγή μόλυνσης, είναι αυτοί που θα φέρουν μέσα στην εκκλησία και κοσμικότητα και συμβιβασμό και “διδασκαλίες δαιμονίων”...».

Εσύ έγραψες: «Θα μείνουμε λίγοι, μα θα είμαστε άγιοι! Θα μείνουμε λίγοι, μα θα είμαστε καθαροί! Θα μείνουμε λίγοι, μα θα είμαστε δυνατοί, καρποφόροι! Θα μείνουμε λίγοι, μα θα είμαστε διαλεκτοί!» Γιατί λοιπόν διαμαρτύρεσαι τώρα που πραγματοποιείται το πρώτο μέρος του οραματισμού σου – ΝΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΛΙΓΟΙ; Δικαιούμαι άραγε να ρωτήσω αν ρώτησες τον Κύριο όταν τα έγραφες αυτά; Μήπως κατά βάθος δεν πίστεψες ποτέ πως ίσως τελικά μείνεις μόνος σου “ΟΜΩΣ ΔΙΑΛΕΧΤΟΣ”;

Θα κλείσω, λοιπόν, το γράμμα μου με τα δικά σου λόγια: Όταν γράφεις,  «σε προτρέπω να μη βιάζεσαι, είναι επικίνδυνο».

Υ π ο γ ρ α φ ή

Ένας που τόλμησε να υπακούσει τη φωνή του Κυρίου, όταν του είπε:
«Διά τούτο `εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αποχωρίσθητε’, και μη εγγίσητε ακάθαρτον’^ και `εγώ θέλω σας δεχθή, και θέλω είσθαι Πατήρ σας, και σεις θέλετε είσθαι υιοί μου και θυγατέρες’, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Β~ Κορ. 6/ς/17-18).


Υ.Γ. Μπορούσα να γράψω πολλά ακόμη, όπως και ονόματα, περιορίζομαι όμως όπως κι εσύ, σε τρεις σελίδες... (Όλες οι υπογραμμίσεις στα κείμενά σου από εμένα).

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ