Διδάγματα για εργάτες του Θεού

«Ουχί μόνον το Ευαγγέλιον...»


(Α' ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ 2/β/8)

 

Στο τέλος του ακαδημαϊκού έτους κληθήκαμε να παραβρεθούμε στην τελετή αποφοίτησης της «Ελληνικής Βιβλικής Σχολής», στο Πικέρμι Αττικής. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία που δόθηκε με την ευκαιρία από τον αιδ. κ. Νικ. Τσιανικλίδη, ποιμένα της Α' Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Αθηνών. Το δημοσιεύουμε όχι μόνο για την πρωτοτυπία του αλλά και επειδή επικεντρώνεται στην πρακτική όψη του κηρύγματος που, δυστυχώς, σπάνια διδάσκεται και σπανιότερα εφαρμόζεται στις μέρες μας. Το κάνουμε με την ευχή και ελπίδα ο Θεός να το χρησιμοποιήσει για να μας κάνει ανθρώπους της πράξης, όχι μόνο των λόγων. |


Το κήρυγμα και η διακονία του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού είναι ο μοναδικός και κύριος σκοπός της Χριστιανικής Εκκλησίας στον κόσμο αυτό. Αυτή την εντολή άφησε ο Χριστός στους μαθητές Του και στην Εκκλησία Του λίγο πριν φύγει από τον κόσμο. «Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το Ευαγγέλιον εις πάσαν την κτίσιν».

Το κήρυγμα και η διακονία του Ευαγγελίου προσφέρουν το μεγαλύτερο αγαθό που έχει ανάγκη ο άνθρωπος. Παρόλα αυτά το Ευαγγέλιο έχει εχθρούς και το κήρυγμα και η διακονία του εγείρουν διωγμούς και αντιθέσεις από εκείνους στους οποίους προσφέρονται.

Αναρωτιέται κανείς γιατί συμβαίνει αυτό το παράδοξο. Πάντοτε ο άνθρωπος δέχεται με χαρά και ευχαρίστηση κάθε τι καλό που του προσφέρεται δωρεάν. Γιατί στην περίπτωση του Ευαγγελίου η αντίδρασή του είναι εχθρική;

Το κήρυγμα και η διακονία του Ευαγγελίου είναι δύσκολα σ’ αυτούς που τα διακονούν και εχθρικά στους αποδέκτες τους εξαιτίας κάποιων χαρακτηριστικών.

1. Το κήρυγμα του Ευαγγελίου περιέχει ένα μείγμα αντίθετων μηνυμάτων. Μας μιλά για αιώνιες ουράνιες ευλογίες, αλλά και αιώνιες κρίσεις. Μας μιλά για αιώνια ζωή, αλλά και για κόλαση και αιώνιο θάνατο. Μας μιλά για σωτηρία, αλλά και για κρίση. Μας μιλά για έναν Θεό αγάπης και ελέους, αλλά ταυτόχρονα και για έναν Θεό – δίκαιο κριτή.

2. Το Ευαγγέλιο έχει απαιτήσεις από τους εργάτες και τους διακόνους του. Απαιτεί θυσίες. Ο διάκονος του Ευαγγελίου δεν διακονεί το Ευαγγέλιο μόνο με λόγια, αλλά και με τη ζωή του. Το Ευαγγέλιο μιλά για έναν παντοδύναμο Θεό, που ενεργεί θαυμαστά στη ζωή των ανθρώπων, ωστόσο οι υπηρέτες του πάσχουν, διώκονται, θανατώνονται, χωρίς την άμεση προστατευτική επέμβαση του Θεού.

3. Ένα ακόμη πρόβλημα που έχει ο εργάτης του Ευαγγελίου στη διακονία του, είναι η προσπάθειά του να το προσαρμόσει στον άνθρωπο και τις ανάγκες του, στην εποχή του, χωρίς ωστόσο να το αλλοιώσει, να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτε απ’ αυτό. Το Ευαγγέλιο όμως δεν ανταποκρίνεται πάντα στις επιθυμίες του ανθρώπου, στις ανάγκες του, στα ενδιαφέροντά του. Πολλές φορές μάλιστα έρχεται σε αντίθεση με τις αξίες που ο άνθρωπος καλείται να θυσιάσει προκειμένου να το δεχτεί.

4. Τέλος, το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού έχει τον μεγαλύτερο εχθρό που το πολεμά, τον Διάβολο, ο οποίος επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις εναντίον του. Ο Διάβολος δεν χρησιμοποιεί όμως μόνον τους δικούς του οπαδούς αλλά και τους οπαδούς του Χριστού, στους οποίους φέρνει διωγμούς, αντιθέσεις, πολέμους, μισαλλοδοξία. Το Ευαγγέλιο της ειρήνη, έγινε αφορμή για τους πιο σκληρούς πολέμους και εχθρότητες. Το Ευαγγέλιο της αγάπης και της συμφιλίωσης, γίνεται πολλές φορές η αιτία μίσους και διαχωρισμών μεταξύ των ανθρώπων.

Αυτή είναι η φύση του Ευαγγελίου και εμείς καλούμαστε να το κηρύξουμε, να το υπηρετήσουμε και να το προσφέρουμε στον κόσμο μας ανόθευτο, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς να προσθέσουμε ή να αφαιρέσουμε απ’ αυτό τίποτα.

Το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε, σαν Εκκλησία του Χριστού και διάκονοι του Ευαγγελίου, είναι πώς μπορούμε να κάνουμε ένα τόσο δύσκολο έργο, που ενώ απαιτεί τόσα πολλά από εμάς που το προσφέρουμε, έχει τόσους εχθρούς και συναντά τόσες αντιθέσεις από εκείνους στους οποίους το προσφέρουμε;

Σ’ αυτό το σοβαρό ερώτημα ο Λόγος του Θεού με τα λόγια του απόστολου Παύλου μάς δίνει την απάντηση. Μας αποκαλύπτει ένα μυστικό που κάνει το κήρυγμα του Ευαγγελίου αλλά και την αποδοχή του από τον άνθρωπο, ευλογημένο και αποδεκτό. Το μυστικό αυτό εκφράζεται με μια απλή φράση που τη συναντούμε στην Α' Θεσσαλονικείς 2/β/8: «Ευχαριστούμεθα να μεταδώσωμεν ουχί μόνον το ευαγγέλιον αλλά και τας ψυχάς ημών». Όταν προσφέρουμε το Ευαγγέλιο του Χριστού μαζί με τις ψυχές μας, τότε το ευαγγέλιο γίνεται «δύναμις Θεού προς σωτηρίαν». Οι εχθροί του Ευαγγελίου στέκονται μπροστά σ’ αυτό και στους υπηρέτες του με δέος και ευλάβεια. Το πολεμούν αλλά και το θαυμάζουν.

Αν και ο Θεός μάς παραγγέλλει να μη προσθέσουμε ή αφαιρέσουμε τίποτε από το Ευαγγέλιο, ωστόσο καλούμαστε εμείς οι διάκονοί του, η Εκκλησία του Χριστού, να προσθέσουμε στη διακονία του Ευαγγελίου κάτι δικό μας. Τις ψυχές μας!

Τι σημαίνει «να δώσουμε τις ψυχές μας»; Γιατί το Ευαγγέλιο χρειάζεται τις ψυχές μας; Τι σημαίνει στην περίπτωση αυτή «ψυχή»; Αυτά είναι μερικά σοβαρά ερωτήματα που πρέπει να απασχολούν όλους εμάς που ανήκουμε στην Χριστιανική Εκκλησία και που ο σκοπός μας είναι να διακονήσουμε το Ευαγγέλιο της χάρης και του ελέους του Θεού.

Προσφορά της ψυχής μας στη διακονία του Ευαγγελίου σημαίνει ότι πρέπει εμείς πρώτα να εκτιμήσουμε το ευαγγέλιο και το περιεχόμενό του. Πρέπει εμείς πρώτα να έχουμε λάβει την ευλογία και το έργο του Ευαγγελίου στη δική μας ζωή. Το Ευαγγέλιο είναι ο εμπνευστής και ο οδηγός της ζωής μας. Το Ευαγγέλιο δεν είναι μόνο λόγια αλλά είναι ο Ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Αυτός θα πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή μου. Όταν, λοιπόν, δίνω το Ευαγγέλιο, δίνω αυτό που έχω μέσα μου και όταν Αυτόν έχω μέσα μου, προσφέρω τον Ιησού Χριστό.

Ψυχή εδώ σημαίνει κάτι πρακτικό. Κάτι που μπορεί ο άνθρωπος να το δει. Κάτι που μπορεί να το αγγίξει με τις αισθήσεις του. Αυτή είναι η φύση του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού. Είναι το Ευαγγέλιο της ενσάρκωσης. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, η αγάπη και το έλεος του Θεού ενσαρκώθηκαν, πήραν σάρκα και οστά. Η έκφραση της αγάπης, του ελέους και της χάρης του Θεού, συνοδεύεται πάντοτε με την ενσάρκωση. Η ψυχή του Θεού, ο Ίδιος ο Θεός ήταν μέσα στον Ιησού Χριστό – «ο Λόγος έγεινε σαρξ, και κατώκησε μεταξύ ημών» (Ιωάν. 1/α/14). Ο Θεός έδωσε την ψυχή Του μαζί με το Ευαγγέλιο που είναι ο Λόγος Του. Αυτός ο Λόγος έγινε σαρξ.

Η διακονία του Ευαγγελίου, λοιπόν, απαιτεί να βάλουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό το έργο με έναν πρακτικό τρόπο. Δεν χρειάζονται μόνον λόγια, απαιτείται και η ψυχή μας. Αυτή την αλήθεια θέλει να μας διδάξει ο απόστολος Ιάκωβος όταν λέει: «Εάν αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι, και στερώνται της καθημερινής τροφής, και είπη τις εξ υμών προς αυτούς, ‘Υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε’, και δεν δώσητε εις αυτούς τα αναγκαία του σώματος, τι το όφελος;» (Ιακ. 2/β/15-16)). Δίνοντας σ’ αυτούς τα αναγκαία, τους δίνουμε την ψυχή μας.

Όταν λέμε σε κάποιον πεινασμένο «Ο Θεός σε αγαπά», όταν λέμε σε κάποιον γυμνό «Ο Θεός σε αγαπά», όταν λέμε σε κάποιον άστεγο «Ο Θεός σε αγαπά», ας δώσουμε το μήνυμα του Ευαγγελίου με σάρκα και οστά. Ας βοηθήσουμε αυτόν τον άνθρωπο να γνωρίσει τι θα πει αγάπη του Θεού, τι θα πει έλεος και χάρη του Θεού, ώστε να το καταλάβει ο πεινασμένος και ο γυμνός και ο άστεγος αλλά και κάθε αμαρτωλός που χρειάζεται τη συγχώρηση και τη σωτηρία του Θεού.

Η λέξη «ψυχή» στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει και κάτι ακόμα. Μαρτυρά τη θέση που έχει το Ευαγγέλιο στη ζωή μας, πόση σπουδαιότητα δίνουμε εμείς στο έργο του Ευαγγελίου και πόσο αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη του ανθρώπου για το Ευαγγέλιο.

Την αξία του Ευαγγελίου δεν την ξέρει ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να εκτιμήσει το δώρο της χάρης του Θεού που του προσφέρει το Ευαγγέλιο, τον Ιησού Χριστό. Οι άνθρωποι δεν θα χάσουν το χρόνο τους για το Ευαγγέλιο, δεν θα το εκτιμήσουν, δεν θα ενδιαφερθούν γι’ αυτό. Εμείς πρέπει να τους δείξουμε με έναν πρακτικό τρόπο την σπουδαιότητα του Ευαγγελίου για τη ζωή τους. Αυτό όμως μπορούμε να το κάνουμε μόνο αν εμείς είμαστε έτοιμοι, όπως ο Χριστός, να δώσουμε την ψυχή μας για το Ευαγγέλιο και γι’ αυτούς για τους οποίους ο Χριστός πέθανε.

Οι Ευαγγελιστές μάς διηγούνται ότι ο Ιησούς Χριστός έκλαψε δύο φορές. Τη μια φορά ήταν στο νεκροταφείο που ήταν θαμμένος ο φίλος Του ο Λάζαρος, την άλλη φορά ενώ προχωρούσε προς τον σταυρό Του, βλέποντας την πόλη της Ιερουσαλήμ. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, εκείνο που προκάλεσε τα δάκρυα του Ιησού Χριστού δεν ήταν η λύπη για τον φίλο Του τον Λάζαρο, ούτε το επικείμενο μαρτύριό Του. Στην πρώτη περίπτωση ο Ευαγγελιστής διηγείται ότι ο Χριστός είδε τους Ιουδαίους, που ο καθένας τους πήγαινε κλαίγοντας επάνω στον τάφο κάποιου αγαπημένου του προσώπου. Βλέποντας την αθλιότητα, το φόβο και τον πόνο που προκαλεί ο θάνατος στη ζωή των ανθρώπων, έκλαψε γι’ αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους, που στέκονταν με φόβο και τρόμο μπροστά στον εχθρό τους, τον θάνατο. Γι’ αυτούς έκλαψε ο Χριστός. Στην δεύτερη περίπτωση ο Χριστός έκλαψε βλέποντας την πόλη της Ιερουσαλήμ, τον λαό της Ιερουσαλήμ που δεν είχε δεχτεί το Ευαγγέλιο της σωτηρίας του Θεού εν Χριστώ Ιησού. Έκλαψε για την κατάντια τους. Μ’ εκείνα τα δάκρυα ο Χριστός έδωσε την ψυχή Του. Αυτός είναι ένας πρακτικός τρόπος, ένας τρόπος που μπορεί να τον καταλάβει ο άνθρωπος.

Τελειώνοντας θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα περιστατικό που συνέβη πριν από αρκετά χρόνια, όταν εργαζόμουν σαν πνευματικός σύμβουλος στις φυλακές της Πενσυλβανίας στην Αμερική.

Μια κυρία ήρθε και ζήτησε την άδεια να διακονήσει κάποιους φυλακισμένους. Όταν την ρώτησα τι θα ήθελε να κάνει, μου είπε ότι ήθελε να τους μιλήσει για τον Ιησού Χριστό και την σωτηρία που Εκείνος προσφέρει. Την κάλεσα να έρθει στο γραφείο μου και έφερα έναν φυλακισμένο από το κελί του για να του μιλήσει. Έπειτα από δυο-τρία λεπτά είδα αυτόν τον νέο να φεύγει από το γραφείο και την κυρία αυτή να στέκεται έξω από την πόρτα και να κλαίει. Νόμισα ότι ο νεαρός την είχε κακοποιήσει και τον κάλεσα να γυρίσει πίσω μαζί μου. Πήγαμε κοντά στην κυρία αυτή και την ρώτησα: «Γιατί κλαις, τι σού έκανε;» Εκείνη μου απάντησε: «Ω, τίποτα. Ήταν πολύ ευγενικός και καλός μαζί μου». «Τότε γιατί κλαις;» τη ρώτησα. Κι’ εκείνη, μπροστά στον φυλακισμένο μου απάντησε: «Όταν ο νέος αυτός άκουσε ότι θέλω να του μιλήσω για τον Ιησού Χριστό και την σωτηρία που προσφέρει αυτός, εκείνος ευγενικά με ευχαρίστησε και μου είπε ότι δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό και έφυγε. Να, γιατί κλαίω. Γιατί αρνήθηκε να ακούσει για τον Ιησού Χριστό». Ο νέος εκείνος τότε της είπε: «Κυρία μου, αυτό μετράει τόσο πολύ για σένα ώστε να κλαις;» Εκείνη του απάντησε: «Ναι, παιδί μου». Τότε ο νεαρός της είπε: «Αν αυτό σημαίνει τόσο πολλά για σένα ώστε να κλαις, έλα μίλησέ μου και πες μου για τον Χριστό». Η κυρία αυτή συνέχισε να έρχεται για αρκετές εβδομάδες και να μιλά σ’ αυτόν τον νέο και σε δύο άλλους που αυτός έφερε μαζί του. Τρεις φυλακισμένοι πίστεψαν στον Ιησού Χριστό και αυτό χάρη σ’ αυτή τη γυναίκα που δεν τους έδωσε μόνο το Ευαγγέλιο αλλά και την ψυχή της. Να τι θα πει να δώσουμε «ουχί μόνον το ευαγγέλιον αλλά και τις ψυχές μας».

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ