|
Από την ιστορία των ιερών κειμένων |
|
Είχε πάντα η Γραφή εδάφια;
|
Σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας μύρια όσα βοηθήματα, λεξικά, ευρετήρια λέξεων, χάρτες, υπομνήματα κ.ά., που διευκολύνουν την αξιοποίηση του βιβλικού κειμένου, κανένα από αυτά όμως δεν θα ήταν τόσο εύχρηστο αν δεν υπήρχε η διαίρεση σε κεφάλαια και εδάφια. (Η Παλαιά Διαθήκη έχει 39 βιβλία, που χωρίζονται σε 929 κεφάλαια και 23.214 εδάφια και η Καινή Διαθήκη έχει 27 βιβλία, που χωρίζονται σε 260 κεφάλαια και 7.959 εδάφια). Όμως δεν ήταν έτσι τα πράγματα όλα τα χρόνια. Πότε λοιπόν έγινε αυτή η διαίρεση και ποιος ή ποιοι την έκαναν; Όταν ο Χριστός μετά τη βάπτισή Του ήρθε στη Ναζαρέτ και, όπως γράφει ο Λουκάς, πήγε το Σάββατο στη Συναγωγή και κατά τη συνήθειά Του σηκώθηκε να διαβάσει από τις Γραφές, "εδόθη εις αυτόν το βιβλίον Ησαΐου του προφήτου^ και ανοίξας το βιβλίον εύρε τον τόπον, όπου ήτο γεγραμμένον..." (Λουκ. 4/δ/14-21), πώς βρήκε το σχετικό σημείο από το δερμάτινο ρολό του Προφήτη; Καθένας σήμερα θα ρωτούσε την "παραπομπή", ζητώντας κεφάλαιο και εδάφια, όμως εκείνη την εποχή τίποτε από αυτά δεν υπήρχε. Τότε οι αναγνώστες ξετύλιγαν τους κυλίνδρους από περγαμηνή (όπως αυτός που βλέπετε στην κορυφή αυτής της σελίδας) όπου ήταν γραμμένα τα ιερά κείμενα, φτάνοντας στο σημείο που τους ενδιέφερε. Επειδή η γραφική ύλη από πάπυρο και περγαμηνή ήταν πολύ ακριβή για να την σπαταλά κανείς, οι γραμματείς εφάρμοσαν αυτό που έμεινε γνωστό ως scriptio continua (=συνεχής γραφή). [Εικ. 1] Έγραφαν δηλαδή χωρίς ν' αφήνουν κενά ανάμεσα στις λέξεις και τις προτάσεις, ούτε σημείωναν σημεία στίξης (τελείες, κόμματα κ.λπ.), τα οποία άρχισαν να παρουσιάζονται γύρω στον 9ο μ.Χ. αιώνα. Προφανώς το ίδιο έκαναν και οι συγγραφείς των ιερών κειμένων. Εξυπακούεται συνεπώς ότι τα σημεία στίξης που προστέθηκαν εκ των υστέρων, για τα οποία μάλιστα υπάρχουν τεράστιες αντιγνωμίες, είναι ανθρώπινης επινόησης και δεν έχουν θεοπνευστία. Όπως είναι ευνόητο, η επεξεργασία των ιερών κειμένων έγινε χωριστά για την Παλαιά Διαθήκη και χωριστά για την Καινή Διαθήκη για λόγους ιστορικούς και θρησκευτικούς, αφού η Παλαιά Διαθήκη προηγείται από την Καινή αρκετούς αιώνες, οι δε Ιουδαίοι δεν θα είχαν κανένα ενδιαφέρον ν' ασχοληθούν με τη χριστιανική Καινή Διαθήκη.
|
||
|
Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Στο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης συναντούμε σε ορισμένα αρχαία χειρόγραφα ένα στοιχειώδες σύστημα αρίθμησης, όπου χρησιμοποιείται το εβραϊκό αλφάβητο, που αρχικά λειτούργησε ως αριθμητικό σύστημα όπως και το ελληνικό. Παραδείγματα αυτής της πρακτικής είναι κάποιοι Ψαλμοί και όλα τα κεφάλαια στο βιβλίο των Θρήνων. Πιο συγκεκριμένα ο Ψαλμός 119/ριθ' στο εβραϊκό πρωτότυπο είναι γραμμένος σε μορφή αλφαβητικής ακροστιχίδας όπου τα εδάφια αρχίζουν με το ίδιο γράμμα κατά ομάδες των οκτώ. [Εικ. 2] |
||
|
|
Εικ. 2. -- (Στις εκδόσεις με παραπομπές της Νεοελληνικής Μετάφρασης αυτό εκφράζεται με σχετικούς υπότιτλους). Παρόμοια στον Ψαλμό 145/ρμε' τα εδάφια αρχίζουν με τα γράμματα του εβραϊκού αλφάβητου κατά σειρά και το ανάλογο ισχύει στους Ψαλμούς 111/ρια' και 112/ριβ', όπου όμως η αλφαβητική αλληλουχία αφορά τις στροφές των Ψαλμών. |
|
|
Λέγεται ότι το εβραϊκό κείμενο των πέντε βιβλίων του Μωυσή χωρίστηκε ήδη πριν από τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία (586 π.Χ.) σε ένα πρόγραμμα ανάγνωσης 154 τμημάτων που κάλυπτε έναν τρίχρονο κύκλο. Πενήντα χρόνια περίπου αργότερα έγινε μια άλλη διαίρεση σε 54 τμήματα και 669 αναγνώσματα. Ύστερα από τη συμπλήρωση του κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης (Τανάχ), οι Εβραίοι χώριζαν τα βιβλία της σε τρεις συλλογές με διαφορετική μεταξύ τους αξία: το Νόμο ή βιβλία του Μωυσή (Τορά), τους Προφήτες και τα Αγιόγραφα ή Γραφές. Τη διαίρεση αυτή χρησιμοποιεί ο Λουκάς στην αφήγηση της πορείας προς την Εμμαούς, όταν γράφει ότι ο Ιησούς, συζητώντας με τους δύο μαθητές, "αρχίσας από Μωυσέως και από πάντων των προφητών, διηρμήνευεν εις αυτούς τα περί εαυτού γεγραμμένα εν πάσαις ταις γραφαίς" (Λουκ. 24/κδ/27). Αν και η σειρά των βιβλίων στο σώμα της Π.Δ. ποικίλει στις διάφορες εκδόσεις, όμως κανείς δεν παραβιάζει την παραπάνω ταξινόμηση. Στην αποστολική εποχή παρακολουθούμε τον Παύλο μιλώντας στη Συναγωγή της Αντιόχειας της Πισιδίας, να αναφέρει στους ακροατές του, "ως είναι γεγραμμένον και εν τω Ψαλμώ τω δευτέρω" (Πράξ. 13/ιγ/33), γεγονός που σημαίνει ότι η αρίθμηση τουλάχιστον των Ψαλμών ήταν συγκεκριμένη και πλατιά γνωστή ήδη από εκείνη την εποχή. Καθώς μιλούμε για τους Ψαλμούς, θα ήταν καλό ν' αναφερθούμε στη διαφορά που υπάρχει στην αρίθμησή τους ανάμεσα αφενός στο εβραϊκό κείμενο (που το ακολουθούν όλες οι σύγχρονες μεταφράσεις) και στη μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο'). Επίσης κάποιες εκδόσεις αφήνουν έξω από την αρίθμηση των εδαφίων τις επιγραφές ορισμένων Ψαλμών ενώ άλλες τις αριθμούν ως ξεχωριστό εδάφιο. Έτσι για παράδειγμα ο Ψαλμός με αριθμό 18/ιη' που στο εβραϊκό και στη Νεοελληνική Μετάφραση έχει 50 εδάφια, στη μετάφραση των Ο' παρουσιάζεται με αριθμό 17/ιζ' και με 51 εδάφια, ενώ στην ουσία πρόκειται για το ίδιο ακριβώς κείμενο. Με το πέρασμα του χρόνου προέκυψε η ανάγκη να χωρίσουν τα ιερά κείμενα σε μικρότερα τμήματα, έτσι ώστε να μπορούν να βρίσκουν με ευκολία διάφορα σημεία. Έτσι για την Παλαιά Διαθήκη ξέρουμε πως ήδη από την εποχή που γράφτηκαν τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, το κείμενο είχε διαιρεθεί σε τμήματα που τα έλεγαν parashoth. Τα μεγαλύτερα κομμάτια χωρίζονταν με το να αρχίζει νέα παράγραφος ή αφήνοντας μια κενή γραμμή, ενώ τα μικρότερα αφήνοντας ένα κενό διάστημα μέσα στην γραμμή. Παρόμοιες διαιρέσεις που εφαρμόστηκαν και στο μασοριτικό κείμενο χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα στις Γραφές των Εβραίων. Ένα samech (=Σ) ανάμεσα σε προτάσεις δείχνει μια δευτερεύουσα διαίρεση του κειμένου ενώ ένα pe (=Π) στο τέλος μιας γραμμής δείχνει μια κύρια διαίρεση. Η διαίρεση των parashoth σε εδάφια (χωρίς όμως να αριθμούνται) έγινε την περίοδο συγγραφής της Μισνά (γύρω στο 200 μ.Χ.), επειδή οι περισσότεροι από το λαό δεν γνώριζαν πια την αρχαία εβραϊκή γλώσσα κι οι ραβίνοι έπρεπε να διακόπτουν την ανάγνωση για να κάνουν μετάφραση του κειμένου στην τοπική γλώσσα της κάθε Συναγωγής. Τα σημεία διακοπής ορίζονταν με ένα σημάδι παρόμοιο με τη δική μας άνω-κάτω στιγμή (:) που και σήμερα χρησιμοποιείται στο εβραϊκό κείμενο αντί του σημείου της τελείας. Παρόμοια διαίρεση του κειμένου χρησιμοποιήθηκε αργότερα και στο κείμενο της Καινής Διαθήκης.
|
||
|
|
Εικ. 1. -- Σελίδα του Ησαΐα σε περγαμηνή που βρέθηκε σε σπηλία στο Κουμράν. Το κείμενο δεν έχει χωρίσματα. |
|
|
Ανάλογο έργο έγινε και με το κείμενο της Καινής Διαθήκης ήδη από τους πρώτους αιώνες. Στην πραγματικότητα υπήρξαν αρκετές προσπάθειες υποδιαίρεσης, ανεξάρτητες μεταξύ τους, αρχικά σε παραγράφους που, φυσικά, ήταν διαφορετικές από αυτές που έχουμε σήμερα, καθώς χώριζαν το κείμενο σε μικρότερα ή μεγαλύτερα τμήματα, σύμφωνα με την υποκειμενική εκτίμηση εκείνου που έκανε την εργασία. Κάποια στοιχειώδης διαίρεση του κειμένου σύμφωνα με την έννοια, που υπάρχει στον Βατικανό κώδικα σε τμήματα, που ονομάζονταν "τίτλοι" ή "κεφάλαια", δεν συναντάται σε άλλους κώδικες της ίδιας ή αμέσως μεταγενέστερης εποχής, όπως είναι ο Σιναϊτικός ή ο Αλεξανδρινός, που σημαίνει ότι και η διαίρεση αυτή δεν ήταν διαδομένη. Επίσης εργάστηκαν προς αυτή την κατεύθυνση ο Αμμώνιος ο Αλεξανδρεύς και αργότερα ο Ευθάλιος και ο Ανδρέας Καισαρείας. Στην κριτική έκδοση της Καινής Διαθήκης των Nestle-Aland περιλαμβάνονται δύο ξεχωριστά συστήματα αρίθμησης κεφαλαίων (παρουσιάζονται στο εσωτερικό περιθώριο των σελίδων). Η μία από αυτές (με πλάγιους αραβικούς αριθμούς) αναφέρεται στα "κεφάλαια", που βρέθηκαν σε αρχαία χειρόγραφα. Η δεύτερη αρίθμηση (με λατινικούς αριθμούς) αφορά τους Δέκα Πίνακες ή Κανόνες όπου ο Ευσέβιος διαίρεσε τα Ευαγγέλια σε κατάλληλες ενότητες με ένα έξυπνο σύστημα έτσι ώστε να είναι σε θέση να ταξινομεί το υλικό τους. Ο Πίνακας Ι περιέχει όλη την ύλη που υπάρχει και στα τέσσερα Ευαγγέλια, οι Πίνακες ΙΙ-ΙV περιέχουν την ύλη που υπάρχει σε δύο Ευαγγέλια, οι Πίνακες V-IX περιέχουν την ύλη που υπάρχει σε τρία Ευαγγέλια και ο Πίνακας Χ καταχωρεί την ύλη που είναι ξεχωριστή για καθένα Ευαγγέλιο. Με το σύστημα αυτό, που εξηγεί σε διασωθείσα επιστολή του προς τον Καρπιανό, ο Ευσέβιος ανέπτυξε ένα εύχρηστο σύστημα "διά τεσσάρων". (Βλ. Nestle-Aland "Novum Testamentum Graece", 26η έκδ., σελ. 69*, 73*-78*).
*** Είναι γενικά αποδεκτό ότι η διαίρεση της Βίβλου σε κεφάλαια με τη σημερινή μορφή έγινε στα 1205 από τον Stephen Langton, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ, που πέθανε στα 1227, και όχι από τον Γάλλο δομινικανό μοναχό και στη συνέχεια Καρδινάλιο Hugo de Sancto Caro, που πέθανε στην Ισπανία το 1263, όπως πίστευαν παλαιότερα, ο οποίος έκανε μια προσπάθεια όχι όμως αυτή που έχουμε σήμερα. Στην Καινή Διαθήκη η αρίθμηση των εδαφίων ανά κεφάλαιο προστέθηκε αρχικά από τον Robert Estienne, στην έκδοσή του της ελληνικής Καινής Διαθήκης του 1551, που έμεινε γνωστή με το εκλατινισμένο του όνομα Stephanus. Η πρώτη πλήρης αγγλική Βίβλος που χρησιμοποίησε τη διαίρεση και σε εδάφια και σε κεφάλαια έγινε στα 1560 και είναι γνωστή ως "Βίβλος της Γενεύης". Ύστερα ο Theodor Beza χρησιμοποίησε την αρίθμηση αυτή και στη δική του έκδοση του παραδεκτού κειμένου της Καινής Διαθήκης (Textus Receptus) το 1565. Αυτή η αρίθμηση επικράτησε και χρησιμοποιείται πλέον σε όλο τον κόσμο. Όσο σπουδαία όμως και αν είναι η επινόηση αυτής της αρίθμησης, δεν παύει να είναι έργο ανθρώπινο και συνεπώς ατελές και όχι θεόπνευστο. ΓιΆ αυτό και η σύγχρονη αντίληψη των ειδικών είναι να χρησιμοποιείται μόνο για λόγους αναφοράς, όχι όμως και για την ερμηνεία. Σαν αποτέλεσμα οι νεότερες εκδόσεις των Γραφών σε αρκετά σημεία ακολουθούν νέες διαιρέσεις του κειμένου και, παρόλο που χρησιμοποιούν την κοινή αρίθμηση, ωστόσο χωρίζουν το κείμενο σε διαφορετικά σημεία είτε με κενό είτε με εισαγωγή υπότιτλων. ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Οι παραπομπές και σημειώσεις που υπάρχουν στα περιθώρια των σελίδων σε ορισμένες εκδόσεις των Αγίων Γραφών, προστέθηκαν από τους αντιγραφείς, τους μεταφραστές στις διάφορες γλώσσες και τους εκδότες. Οι παραπομπές στέλνουν τον αναγνώστη σε άλλες περικοπές με παράλληλο νόημα, γεγονότα και εξιστορήσεις, άμεσες αναφορές φράσεων ή και ολόκληρων στίχων από άλλα μέρη της Βίβλου και συνδέσεις μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης όσον αφορά εκπλήρωση προφητειών. Το σύστημα παραπομπών που υπάρχει στη Νεοελληνική Μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας (γνωστής ως του Βάμβα), είναι σπουδαίο εργαλείο μελέτης επειδή, παρά τις όποιες αδυναμίες, παραπέμπει τον αναγνώστη σε σχετικές περικοπές διευκολύνοντας και πλουτίζοντας τη μελέτη του. Αν μάλιστα ληφθούν υπόψη οι τεχνικές δυσκολίες της εποχής που έγινε, μπορεί να χαρακτηριστεί ως έργο μνημειώδες. (Δυστυχώς, αν και προσπαθήσαμε, δεν μπορέσαμε να μάθουμε περισσότερες πληροφορίες για τα άτομα που τις επεξεργάστηκαν). Αντίθετα οι παραπομπές που υπάρχουν στην τελευταία Δημοτική Μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας, είναι πολύ λιγότερες και αναφέρονται μόνο σε παράλληλα χωρία. Οι σημειώσεις παρέχουν πληροφορίες σχετικές με το κείμενο. Συνήθως βοηθούν στην ταύτιση γεωγραφικών όρων, ιστορικών γεγονότων και προσώπων, που σε άλλα σημεία παρουσιάζονται με διαφορετικό ή παραλλαγμένο όνομα. Υπάρχουν τέλος σημειώσεις που παραθέτουν εναλλακτικές αποδόσεις κάποιων λέξεων, που μεταφραζόμενες διαφορετικά θα μπορούσαν να επηρεάσουν το νόημα του κειμένου. Τις τελευταίες δεκαετίες κυκλοφορούν σε άλλες γλώσσες εκδόσεις με ιδιαίτερα συστήματα παραπομπών και ερμηνευτικών σημειώσεων. Παρά τη χρησιμότητά τους, όμως, ενέχουν τον κίνδυνο να υποβάλλουν στον αναγνώστη τις δογματικές, ιστορικές, πολιτιστικές κ.λπ. απόψεις του εκδότη τους και για το λόγο αυτό μάλλον δε θα πρέπει πλέον να θεωρούνται εκδόσεις της Βίβλου, αλλά εργαλεία μελέτης. Για αυτό κανένα τέτοιο έργο δεν πρέπει να υποκαταστήσει τη μελέτη της ίδιας της Αγίας Γραφής. *** Όσα προαναφέρθηκαν φανερώνουν τι μεγάλη προσπάθεια έγινε μέσα στους αιώνες, ώστε να φτάσουμε σήμερα σε ένα ενιαίο σύστημα διαίρεσης και ταξινόμησης του κειμένου των Αγίων Γραφών και δείχνουν πόσο σπουδαίο ήταν το έργο που ανέλαβαν εκείνοι οι πρωτοπόροι μελετητές των ιερών κειμένων για να το χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα. Με τα λιγοστά μέσα που είχαν στη διάθεσή τους, καθώς όλα γίνονταν "με το χέρι", χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλα μέσα που υπάρχουν τώρα στη διάθεσή μας, το έργο τους αυτό ήταν ιδιαίτερα δύσκολο και κοπιώδες, οι άνθρωποι αυτοί διέθεσαν μεγάλο μέρος του χρόνου και των χρημάτων τους, πιστεύοντας στην αξία της βιβλικής μελέτης. Μάλιστα και όχι σπάνια, αρκετοί από αυτούς διακινδύευσαν την ίδια τους τη ζωή, καθώς ήρθαν σε αντίθεση με το συνήθως σκοταδιστικό εκκλησιαστικό κατεστημένο. Οι περισσότεροι σήμερα αγνοούν τη σημασία αυτών των πρωτοπόρων της βιβλικής μελέτης, όμως πολλά πράγματα θα ήταν διαφορετικά χωρίς τη δική τους συμβολή. Θεού θέλοντος ελπίζουμε σε επόμενα τεύχη να παρουσιάσουμε βιογραφικά στοιχεία ορισμένων από αυτούς. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Πολλές ελληνικές και ξένες πηγές χρησιμοποιήθηκαν για τη συλλογή των παραπάνω στοιχείων. Ξεχωρίζουμε το πόνημα του Στ. Μπαϊρακτάρη, π.θ., "Γνωριμία με την Καινή Διαθήκη", Αθήνα 1958, για το χρήσιμο υλικό του.
|
||