«Ζητείτε, και δεν λαμβάνετε, διότι κακώς ζητείτε...»
 

 
 

Τα καλύτερα χαρίσματα

 

«Ζητείτε δε μετά ζήλου τα καλήτερα χαρίσματα^ και έτι πολύ υπερέχουσαν οδόν σας δεικνύω» (Α' Κορ. 12/ιβ/31)

«Ακολουθείτε την αγάπην^ και ζητείτε μετά ζήλου τα πνευματικά, μάλλον δε το να προφητεύητε» (Α' Κορ. 14/ιδ/1)

«Ώστε, αδελφοί, ζητείτε μετά ζήλου το προφητεύειν, και το λαλείν γλώσσας μη εμποδίζετε» (Α' Κορ. 14/ιδ/39)
 
 

Είναι πολύ γνωστή η βιβλική φράση «Ζητείτε μετά ζήλου τα καλήτερα χαρίσματα» (Α' Κορ. 12/ιβ/31). Σε αυτήν, σε συνδυασμό και με την σχεδόν επανάληψή της λίγο παρακάτω, όπου διαβάζουμε «Ζητείτε μετά ζήλου τα πνευματικά» και «ζητείτε μετά ζήλου το προφητεύειν» (Α' Κορ. 14/ιδ/1,39) ο Παύλος προτρέπει τους πιστούς ΝΑ ΖΗΤΟΥΝ και μάλιστα «μετά ζήλου» «τα χαρίσματα», «τα πνευματικά» και «το προφητεύειν»..

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ευθύς εξαρχής ότι είναι εντελώς λανθασμένη και αυθαίρετη η άποψη του G.E. Gardiner, που προβάλλεται στο βιβλίο «Η Κορινθιακή Καταστροφή», Ελεύθερες Εκδόσεις, Πειραιάς 1991, σελ. 27, σύμφωνα με την οποία το ρήμα «ζηλούτε» του αρχαίου κειμένου είναι σε οριστική με μάλλον αρνητική έννοια, και όχι σε προστακτική έγκλιση. Και μόνη η σύγκριση των τριών παραπάνω χωρίων, ανατρέπει αυτή τη θέση, ώστε να μη χρειάζεται καν η παράθεση επιπλέον επιχειρημάτων και βιβλιογραφικών παραπομπών.

Παράλληλα όμως είναι λάθος και η πρακτική ορισμένων εκκλησιαστικών κύκλων, που στηριγμένοι σε επίσης κακή κατανόηση, φτάνουν στο άλλο άκρο, αφιερώνοντας μεγάλο μέρος της προσευχής τους εκζητώντας πνευματικά  δώρα. Είναι αυτό σωστό; Εκφράζει το πνεύμα της Καινής Διαθήκης; Αυτό θα προσπαθήσουμε να ερευνήσουμε στη συνέχεια.

***

Στο ερώτημα αν και κατά πόσον πρέπει οι πιστοί να ζητούν τα καλύτερα χαρίσματα, τα πνευματικά και το προφητεύειν, χωρίς αμφιβολία πρέπει να απαντήσουμε «ΝΑΙ!» επειδή κανείς δεν μπορεί να αντιλέγει εκεί που ο λόγος του Θεού είναι σαφής και συγκεκριμένος. Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι εκείνο που παρατηρείται σε διάφορους θρησκευτικούς κύκλους, όπου τούτο το ΑΙΤΗΜΑ αποτελεί όχι πλέον θέμα ζήλου αλλά εμμονής, υπάρχει τεράστια απόσταση. Τι θα είχε να μας συμβουλεύσει ο λόγος του Θεού;

Είναι χρήσιμο να προσέξουμε και τη σειρά με την οποία παρατίθενται στο αποστολικό κείμενο οι παραπάνω φράσεις, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Πιο συγκεκριμένα, ο Παύλος αρχικά προτρέπει τους πιστούς να ζητούν «ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ» (τα αρχαιότερα χειρόγραφα έχουν τα μείζονα=τα μεγαλύτερα), στη συνέχεια ορίζει ως αντικείμενο της επιθυμίας και αίτησης των πιστών «ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ», και στο τέλος του λόγου του προβάλλει «ΤΟ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΙΝ».  Ότι αυτό έχει σημασία και μάλιστα μεγάλη, μπορεί να το διακρίνει κάθε αντικειμενικός αναγνώστης, όμως δεν θα επιμείνουμε σε αυτό, επειδή το ερώτημά μας φωτίζεται άριστα από πολλά άλλα σημεία της Καινής Διαθήκης. Ας δούμε τρία παραδείγματα:

 


Ι. Ο ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΑΠΦΕΙΡΑ   (Πράξ. 5/ε/1-11)
 

Το περιστατικό του Ανανία και της γυναίκας του Σαπφείρας είναι γνωστό, καθώς κατέχει μία από τις πρώτες σελίδες της ιστορίας της αποστολικής εκκλησίας στο βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων. Επιπλέον πρόκειται για την πρώτη ΚΡΙΣΗ που συγκλόνισε την πνευματική οικογένεια της Ιερουσαλήμ, και μάλιστα κρίση που συνοδεύτηκε «με θάνατο».

Στην πραγματικότητα όλα άρχισαν από μια πράξη που έκανε ο Βαρνάβας. Αυτός πούλησε κάποιο χωράφι του «και έφερε τα χρήματα, και έθεσεν εις τους πόδας των αποστόλων» για να καλυφθούν οι ανάγκες των φτωχών (Πράξ. 4/δ/36-37). [Περιέργως, και αντίθετα από όσα κηρύττει η πλανεμένη διδασκαλία του «Ευαγγελίου της Ευημερίας», στην αποστολική εκκλησία υπήρχαν φτωχοί και μάλιστα πολλοί, αλλά αυτό είναι έξω από το θέμα μας].

Αυτή την ΚΑΛΗ ΠΡΑΞΗ ζήλεψε ο Ανανίας, που πούλησε κι αυτός ένα δικό του κτήμα και το αντίτιμο «έθεσεν εις τους πόδας των αποστόλων» ακολουθώντας το παράδειγμα του Βαρνάβα (5/ε/1-2). Δεν είναι όμως περίεργο που οι δύο αυτοί σύζυγοι  ενώ ξεκίνησαν να κάνουν κάτι καλό έφτασαν στο θάνατο;

Μεσολάβησε βέβαια μια λεπτομέρεια, επειδή ο Ανανίας με τη γυναίκα του συνεννοήθηκαν να κρατήσουν ένα μέρος από την αξία του κτήματος για δικές τους ανάγκες, αλλά ούτε σ’ αυτό το σημείο υπάρχει τίποτα κακό αφού, όπως εξήγησε ο Πέτρος, ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ να πουλήσουν το κτήμα τους ούτε να διαθέσουν τα χρήματα στην Εκκλησία. «Ενώ έμενε, δεν ήτο σου; Και αφού επωλήθη, δεν ήτο εν τη εξουσία σου;» ρώτησε ο Απόστολος.

Προφανώς αποφάσισαν να αποκρύψουν την αληθινή αξία, δίνοντας στην Εκκλησία μια ψεύτικη εντύπωση, θέλοντας έτσι να κερδίσουν την εκτίμηση των αδελφών για τη γενναιοδωρία τους, και ταυτόχρονα να έχουν κάποια αποταμίευση για τον εαυτό τους.

Συνεπώς το κακό δεν ήταν ο ζήλος τους να μιμηθούν το καλό παράδειγμα του Βαρνάβα αλλά το θράσος τους να ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΟΥΝ την καλή πίστη των συγχριστιανών τους, τους οποίους υποβάθμισαν στην εκτίμησή τους.

Επιπλέον, ενώ ο Ανανίας είπε το ψέμα στους Απόστολους και τους πιστούς, ο Πέτρος του εξηγεί ότι «δεν εψεύσθης εις ανθρώπους, αλλ’ εις τον Θεόν» (εδ. 4). Ας είμαστε γι’ αυτό ενήμεροι, πως κάθε προσπάθεια παραπλάνησης των πιστών, δεν γίνεται σε ανθρώπους αλλά στον ίδιο τον Κύριο.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η ΚΑΛΗ επιθυμία των τραγικών αυτών ανθρώπων χρεώθηκε σε βάρος τους, όταν μολύνθηκε με σαρκικά κίνητρα και επιδιώξεις και τούτο καλό θα είναι να το κρατήσουμε υπόψη μας ως το τέλος της παρούσας μελέτης.

 


ΙΙ. ΣΙΜΩΝ Ο ΜΑΓΟΣ    (Πράξ. 8/η/9-24)
 

Μια άλλη τραγική περίπτωση είναι εκείνη του πρώην μάγου Σίμωνα, στην πόλη της Σαμάρειας, ο οποίος, σύμφωνα με τον Λουκά, «επίστευσε, και βαπτισθείς έμενε πάντοτε μετά του Φιλίππου», γεγονός που προμήνυε μια υγειά πνευματική πορεία (εδ. 13). Μάλιστα, όταν ο άνθρωπος αυτός είδε ότι με το άγγιγμα των χεριών των Αποστόλων οι άνθρωποι έπαιρναν το Άγιο Πνεύμα, ζήλεψε αυτή την ικανότητα και ήθελε να την αποκτήσει και ο ίδιος.

Έχοντας όμως συνηθίσει από την προηγούμενη ζωή του έξω από την Εκκλησία, όπου «όλα με χρήματα αγοράζονται», τόλμησε να χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο και «προσέφερεν εις [τους αποστόλους] χρήματα, λέγων, Δότε και εις εμέ την εξουσίαν ταύτην, ώστε εις όντινα επιθέσω τας χείρας, να λαμβάνη Πνεύμα Άγιον». Ίσως μάλιστα να σκέφτηκε πως και ο ίδιος στη συνέχεια θα μπορούσε να αξιοποιήσει επικερδώς αυτή την ικανότητα που θα αγόραζε…

Επαναλαμβάνουμε ότι ο Σίμων είχε πιστέψει, είχε βαφτιστεί, ζούσε μέσα στην αδελφότητα, έμενε πάντα με τον Φίλιππο, ζήλεψε και ζήτησε να έχει εκείνο που είχαν και οι Απόστολοι. Γιατί λοιπόν ελέγχθηκε από τον Πέτρο και μάλιστα τόσο αυστηρά;

Ο λόγος ήταν επειδή νόμισε «ότι η δωρεά του Θεού αποκτάται διά χρημάτων» και συμπεριφέρθηκε ανάλογα. Το γεγονός θεωρήθηκε τόσο μεγάλο κακό ώστε ο Πέτρος του είπε: «Το αργύριόν σου ας ήναι μετά σου εις απώλειαν» (εδ. 20).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και του Σίμωνα η επιθυμία ΚΑΛΗ ήταν αρχικά, όμως, όχι μόνο δεν τον βοήθησε αλλά και σε βάρος του χρεώθηκε, επειδή μολύνθηκε με σαρκικά κίνητρα και επιδιώξεις.

 



Σιμωνία
 

Από αυτή τη σκοτεινή μέρα έμεινε στη γλώσσα μας ο όρος «Σιμωνία», που αναφέρεται στην προσπάθεια κάποιου είτε να αγοράσει είτε να πουλήσει διδασκαλίες, αντικείμενα ή θέσεις που σχετίζονται με τη χριστιανική πίστη.

Αυτό δεν ισχύει μόνο στην εξαγορά επισκοπικών θρόνων στην ιεραρχία της κρατικής εκκλησίας, όπως ίσως νομίζουν μερικοί, αλλά και με εκείνους που πουλάνε «ευλογία» έναντι χρημάτων, όπως γίνεται με τα διάφορα «Σεμινάρια», που έγιναν της μόδας στο εξωτερικό και τον τελευταίο καιρό παρουσιάζονται στη χώρα μας, και υπόσχονται δήθεν «αναζωπύρωση», «δυναμική χριστιανική ζωή» και τα παρόμοια. Όλα αυτά δεν είναι παρά μια στυγνή μορφή εκμετάλλευσης της απειρίας, της άγνοιας αλλά και της οκνηρίας ορισμένων, με βασικό στόχο το οικονομικό κέρδος.

Τίποτα πνευματικό ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΠΩΛΕΙΤΑΙ. Κανείς δε μπορεί και δεν δικαιούται ΝΑ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΠΟΥΛΩΝΤΑΣ εκείνο που έλαβε από τον Θεό, είτε ως χάρισμα είτε ως γνώση, κάτι που, δυστυχώς, όλο και πιο συχνά συμβαίνει στις μέρες μας.

Όμως και όλοι όσοι επιχειρούν να αγοράσουν «την ευλογία», βρίσκονται σε κακό δρόμο.  Μάταια κάποιοι προσπαθούν ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΟΥΝ τα χαρίσματα, την πλήρωση, την νίκη, τη θεραπεία κ.λπ., πληρώνοντας χρήματα ή κάνοντας εκδουλεύσεις σε διάφορους «επιτήδειους» εμπόρους της θρησκείας. Πολλοί και σήμερα συγκινούνται από όσα θαυμάσια διαβάζουν ότι γίνονταν στην αποστολική Εκκλησία και είναι πρόθυμοι ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ για να αποκτήσουν την ίδια ικανότητα. Αγοράζουν κασέτες και βιντεοταινίες, παρακολουθούν ειδικά «Σχολεία», ταξιδεύουν σε άλλες χώρες για να δουν από κοντά διάσημους θαυματοποιούς ιεροκήρυκες ή οραματιστές μοναχούς, με την ελπίδα να αποκτήσουν παρόμοια δύναμη.

Με άλλα λόγια έχουμε τη ΣΙΜΩΝΙΑ και από την πλευρά εκείνων που θέλουν ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ, και από την πλευρά εκείνων που θέλουν ΝΑ ΠΛΗΡΩΘΟΥΝ και να ΚΕΡΔΙΣΟΥΝ ΧΡΗΜΑΤΑ.

 


Οι εργαζόμενοι την ανομίαν
 

Τώρα μπορούμε να εννοήσουμε καλύτερα τη στάση του Κυρίου προς εκείνους που τη μέρα της κρίσης θα ισχυρίζονται ότι έκαναν κηρύγματα και θαύματα «εν τω ονόματί Σου», ενώ ο Χριστός θα τους θεωρεί ξένους και άγνωστους.

Αλλά πώς είναι δυνατόν ενώ ο Κύριος λέει σ’ αυτούς τους θρησκευτικούς απατεώνες ότι «δεν σας γνωρίζω», ταυτόχρονα τους χαρακτηρίζει ως «εργαζόμενους την ανομίαν». Είναι δυνατό να κατακρίνεις κάποιον που δεν γνωρίζεις; Ασφαλώς εδώ η έκφραση «δεν σας γνωρίζω», δεν σημαίνει δεν σας ξέρω (με την έννοια της γνώσης), αλλά δεν σας αναγνωρίζω και με τίποτα δεν πρόκειται να επικυρώσω τις άνομες ενέργειές σας. (Είναι τυχαίο άραγε που ο Κύριος ονομάζει το χρήμα «Μαμωνά της ΑΔΙΚΙΑΣ«).

Ήταν λοιπόν κακή η επιθυμία του Σίμωνα; Ασφαλώς όχι! Στην ουσία αυτός έκανε ό,τι ακριβώς προτρέπει ο Παύλος: Έδειξε ζήλο για μια θεία λειτουργία, την θεώρησε ως «καλύτερο χάρισμα» και επιθύμησε να την αποκτήσει. Η ιστορία του όμως διδάσκει πως και οι υπόλοιπες –εκ πρώτης όψεως ΚΑΛΕΣ– επιθυμίες κάποιων ανθρώπων να τύχουν «ειδικής ευλογίας» ή να εξασφαλίσουν «ειδική χάρη ή εξαιρετικά χαρίσματα», χρεώνεται σε βάρος τους όταν δεν είναι ελεύθερες από σαρκικά κίνητρα και επιδιώξεις.

 


ΙΙΙ. ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ   (Μάρκ. 10/ι/38-45)
 

Το τρίτο παράδειγμα αφορά τους δύο γιους του Ζεβεδαίου Ιάκωβο και Ιωάννη, που μαζί με τον Πέτρο ανήκαν στον στενό κύκλο των τριών μαθητών που ιδιαίτερα αγαπούσε ο Κύριος. Κάποτε λοιπόν ήρθαν τούτοι οι δύο στον Χριστό μαζί με τη μητέρα τους με κάποιο αίτημα (Ματθ. 20/κ/20-23).

Οι περισσότεροι βιάζονται να κακοχαρακτηρίσουν τους μαθητές αυτούς, επειδή προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν ως μέσο τη μητέρα τους, παραβλέποντας έτσι πως το χειρότερο μάλλον ήταν εκείνο που αυτοί επιζητούσαν. Ποιο ήταν το αίτημά τους; «Ειπέ να καθίσωσιν ούτοι οι δύο υιοί μου, εις εκ δεξιών σου, και εις εξ αριστερών, εν τη βασιλεία σου».

Αλλά ήταν τούτο κακό; Δεν τους είχε πει ο Χριστός: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού»; (Ματθ. 6/ς/33). Δεν τους είχε υποσχεθεί, «Εγώ ετοιμάζω εις εσάς βασιλείαν, ως ο Πατήρ μου ητοίμασεν εις εμέ, διά να τρώγητε και να πίνητε επί της τραπέζης εν τη βασιλεία μου^ και να καθίσητε επί θρόνων, κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ»; (Λουκ. 22/κβ/29-30). Δεν θέλουμε όλοι να πάμε στη Βασιλεία των Ουρανών; Δεν ήταν το αίτημά τους κάτι ανάλογο με το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», που είπε ο μετανοημένος ληστής στο σταυρό; Γιατί, λοιπόν, κατηγορήθηκαν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, όταν ζήτησαν αυτό ακριβώς που τους είχε δοθεί με υπόσχεση;

Αν όντως είχαν ζητήσει το ίδιο με τον ληστή, αναμφίβολα ο Κύριος θα τους απαντούσε με τον ίδιο τρόπο. Όμως υπάρχει μια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις δύο αιτήσεις, παρόλο που εξωτερικά φαίνονται όμοιες, κι αυτό επειδή το ζητούμενο δεν ήταν να αξιωθούν να έχουν θέση στη Βασιλεία του Θεού, αλλά ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΘΕΣΗ από τους άλλους!.. Εκείνο που ζήτησαν οι γιοι του Ζεβεδαίου, λοιπόν, δεν παρακινήθηκε από αγαθά κίνητρα. Δεν ήταν για τον Κύριο αλλά για τις «πρωτοκαθεδρίες». Δεν το έκαναν από αγάπη αλλά επειδή έτσι καταλάβαιναν το δικό τους ΣΥΜΦΕΡΟΝ.

Για το λόγο αυτό, λοιπόν, κατακρίθηκαν από τον Κύριο, όπως και για τον ίδιο λόγο κατακρίνονται και οι Κορίνθιοι, των οποίων την προσοχή ο Παύλος προσπαθεί να στρέψει όχι τόσο στα «καλύτερα χαρίσματα» αλλά στην «έτι πολύ υπερέχουσαν οδόν» ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

«Δεν εξεύρετε τι ζητείτε», απάντησε ο Κύριος στους μαθητές Του και ευθύς αμέσως εξήγησε πως «το να καθίσητε εκ δεξιών μου και εξ αριστερών μου, δεν είναι εμού να δώσω, ειμή εις όσους είναι ητοιμασμένον υπό του Πατρός μου». Σκέφτεται κανείς πως τούτη η «ετοιμασία» εκ μέρους του Θεού θα μπορούσε ποτέ να επηρεαστεί από κίνητρα κερδοσκοπίας ή προσωποληψίας; Μη γένοιτο να σκεφτούμε κάτι τέτοιο! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κύριος θα δώσει τις «καλύτερες» θέσεις μόνο σ’ εκείνους που τις ΑΞΙΖΟΥΝ και αυτό θα το αποφασίσει Εκείνος με βάση τα δικά Του ΔΙΚΑΙΑ κριτήρια.

***

Τι επιδιώκουν, λοιπόν, εκείνοι που ζητούν τα καλύτερα χαρίσματα και τι καταφέρνουν; Είναι τούτο δείγμα ανώτερης πνευματικότητας;

Δεν ανήκει σ’ εμάς να δώσουμε απάντηση για τον καθένα, εκείνο όμως που με ασφάλεια μπορούμε να πούμε είναι ότι, όπως ο Θεός δίνει το Πνεύμα το Άγιο «εις τους πειθαρχούντας εις αυτόν» (Πράξ. 5/ε/32), έτσι και «τα πνευματικά» ή άλλως τα χαρίσματα του Πνεύματος (Α' Κορ. 12/ιβ/7-13), με παρόμοια προϋπόθεση χορηγούνται. Δεν είναι, λοιπόν, ζήτημα αιτήματος το ποιο χάρισμα θα λάβει ο πιστός ούτε είναι ζήτημα πληρωμής, δεν είναι αποτέλεσμα σχολείων ή σεμιναρίων, αλλά μάλλον είναι ζήτημα ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ στο θείο θέλημα, που προφανώς εκδηλώνεται με άγια ζωή. |

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ