``Τας χήρας τίμα''


Για τη γυναίκα -
Οι Χήρες στην Αποστολική Εκκλησία

Μια ειδική πραγματικότητα αναφορικά με τις γυναίκες, ήταν και είναι εκείνη των χηρών. Χήρα είναι η γυναίκα της οποίας ο άντρας έχει πεθάνει.[1] Η Παλαιά Διαθήκη έχει αρκετές αναφορές σε χήρες γυναίκες (Ναομί, Ρουθ κ.λπ.), και παρέχει ειδική νομοθεσία και διδασκαλία για τα δικαιώματα των χηρών και των ορφανών που έπρεπε να έχουν την φροντίδα του λαού Ισραήλ (π.χ. τα ρούχα τους δε μπορούσαν να κρατηθούν ως ενέχυρο, ήταν καταραμένος εκείνος που εμπόδιζε να βρουν το δίκιο τους κ.λπ. - Δευτ. 16/ις/11, 27/κζ/19, Ιερ. 7/ζ/6, Ησ. 10/ι/2). Τα δικαιώματα αυτά αναγνωρίστηκαν και στους χρόνους της Καινής Διαθήκης.

Παρ' όλα αυτά, τουλάχιστον ένας σοβαρός αριθμός χηρών αντιμετώπιζε εκείνο τον καιρό -όπως δυστυχώς συμβαίνει σε όλους τους αιώνες- διάφορα προβλήματα. Υπέφεραν από την αδιαφορία της κοινωνίας, γεγονός για το οποίο κάνει λόγο η παραβολή του άδικου κριτή, όπου μια χήρα παρακαλούσε, ``Εκδίκησόν με από του αντιδίκου μου'', όμως εκείνος ``μέχρι τινός δεν ηθέλησε'' (Λουκ. 18/ιη/2-5), και γίνονταν εύκολη λεία κακόβουλων ανθρώπων, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να ιδιοποιηθούν τις περιουσίες τους. Αυτό το τελευταίο συμβαίνει ιδιαίτερα από θρησκευόμενους κύκλους, όπως ήταν τότε οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τους οποίους ο Κύριος ανάμεσα σε άλλα κατήγγειλε: ``Κατατρώγετε τας οικίας των χηρών, και τούτο επί προφάσει ότι κάμνετε μακράς προσευχάς'' (Ματθ. 23/κγ/14).[2]

Η κοινωνική ανάγκη

Αντίθετη σ' αυτή την όντως δυσάρεστη κατάσταση, στάθηκε η αποστολική Εκκλησία, η οποία στην προσπάθεια αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων μεταξύ των μελών της, έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα για τη συμπαθή ομάδα των χηρών, παρέχοντας τα αναγκαία για τη ζωή τους.[3]

Πολύ νωρίς πληροφορούμαστε ότι οργανώθηκαν στην Ιερουσαλήμ και λειτουργούσαν καθημερινά ``διακονίαι'' (=συσσίτια) για τις χήρες (Πράξ. 6/ς/1-7), στα οποία συμμετείχε αρκετά σημαντικός αριθμός χηρών.[4] Η ανάγκη αυτή δεν ήταν μόνο τοπική των Ιεροσολύμων. Ο Λουκάς διηγείται για τη μαθήτρια Ταβιθά (Δορκάδα), που ζώντας στην Ιόππη (σημερινή Γιάφα) υποστήριζε την τάξη των αναξιοπαθούντων χηρών. Όταν εκείνη πέθανε και κάλεσαν τον απόστολο Πέτρο, ``παρεστάθησαν ενώπιον αυτού πάσαι αι χήραι κλαίουσαι, και δεικνύουσαι χιτώνας και ιμάτια όσα η Δορκάς ειργάζετο ότε ήτο μετ' αυτών'' (Πράξ. 9/θ/36-40).

Ο Παύλος ανέθεσε στον Τιμόθεο το καθήκον της συμπαράστασης προς αυτές τις γυναίκες με απόλυτο τρόπο: ``Τας χήρας τίμα'' (Α' Τιμ. 5/ε/3). Το ρήμα τιμώ στο χωρίο αυτό έχει την ίδια ακριβώς σημασία όπως και στα λόγια του Κυρίου Ιησού για την τιμή που οφείλουν τα παιδιά στους γονείς τους, δηλαδή την υλική υποστήριξη (Ματθ. 15/ιε/4-6). Αυτό γίνεται σαφέστερο όταν η φράση θεωρηθεί μέσα στο συμφραζόμενο, και μάλιστα στο εδάφιο 17, όπου η Εκκλησία προστάζεται να παρέχει ``διπλήν τιμήν'' στους πρεσβύτερους εκείνους που ``καλώς προΐστανται'' και επιπλέον ``κοπιάζουσιν εις λόγον και διδασκαλίαν''.[5] Επιπλέον προσδιορίζεται από τις φράσεις που ακολουθούν ευθύς μετά, δηλαδή, ``Δεν θέλεις εμφράξει το στόμα βοός αλωνίζοντος'' και, ``’ξιος είναι ο εργάτης του μισθού αυτού'' (εδ. 18). Είναι ορθή στο σημείο αυτό η ελεύθερη απόδοση της έκδοσης "Ο Λόγος Ζωντανός": ``Η Εκκλησία πρέπει να φροντίζει για τις γυναίκες που έχασαν τον άντρα τους, όταν βέβαια δεν έχουν κανέναν άλλο να τις φροντίσει''.[6]

Αν και η Εκκλησία δεν είναι φιλανθρωπικός οργανισμός με τη συνηθισμένη έννοια του όρου, στην ουσία είναι ο κατεξοχήν ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ οργανισμός, που μπορεί και οφείλει να βοηθήσει τους ανθρώπους, όχι μόνο με το πνευματικό δώρο του Ευαγγελίου αλλά και με συμπαράσταση στις βιοτικές τους ανάγκες.

Η επισήμανση του Ιάκωβου, ότι ``θρησκεία καθαρά και αμίαντος ενώπιον του Θεού και Πατρός είναι αύτη, Να επισκέπτηται τους ορφανούς και τας χήρας εν τη θλίψει αυτών, και να φυλάττη εαυτόν αμόλυντον από του κόσμο'' (Ιακ. 1/α/27), φανερώνει όχι μόνο την ανάγκη που ως φαίνεται υπήρχε εκείνη την εποχή, αλλά και τη μεγάλη σημασία που έδιναν οι Απόστολοι στο χριστιανικό καθήκον που όφειλαν οι πιστοί σ' εκείνους που ήταν αβοήθητοι. Αν μάλιστα προσθέσουμε και την αποστολική προτροπή, ``Ενόσω έχομεν καιρόν, ας εργαζώμεθα το καλόν προς πάντας, μάλιστα δε προς τους οικείους της πίστεω'' (Γαλ. 6/ς/10), τότε οι υποχρεώσεις της Εκκλησίας είναι ακόμη πιο συγκεκριμένες και σαφείς.

Προβλήματα κατά την παροχή φιλανθρωπίας

Αλλά το θέμα ήταν πολύ πιο σύνθετο για να καλυφθεί με την οργάνωση συσσιτίων. Ο Παύλος διέθεσε μεγάλο μέρος από το 5ο κεφάλαιο της Α' Επιστολής του προς τον Τιμόθεο, συζητώντας και δίνοντας οδηγίες για την αντιμετώπιση διαφόρων πτυχών του (5/ε/4,5,9,16, πρβλ. Α' Κορ. 7/ζ/8). Η ανθρώπινη σάρκα μπορεί κάποιες φορές να δημιουργήσει προβλήματα διακρίσεων ή παρεξηγήσεις, όπως έγινε στην Ιερουσαλήμ, όπου κάποιες χήρες ένιωθαν -ή πράγματι έτσι συνέβαινε- ότι ``παρεβλέποντο'' έναντι άλλων (Πράξ. 6/ς/1-7).

Επίσης, όπως δυστυχώς και σήμερα συχνά παρατηρείται, πολλοί άνθρωποι Χήρες στην Αποστολική Εκκλησία είναι πρόθυμοι να προσποιηθούν ότι είναι χριστιανοί, προκειμένου να λάβουν κάποια ευεργεσία από την Εκκλησία, με την οποία η μόνη τους σχέση είναι το υλικό συμφέρον. Ως φαίνεται, τέτοια κρούσματα υπήρξαν και στις αποστολικές μέρες, όπου μη πιστές χήρες έσπευδαν να καταγραφούν στους καταλόγους της Εκκλησίας προκειμένου να πάρουν μέρος στα συσσίτια και άλλα βοηθήματα. Όμως αυτές δεν μπορούσαν να κρυφτούν για πολύ, καθώς ξεσκεπάζονταν από τη διαγωγή τους όταν, συνηθισμένες όπως ήταν, περιφέρονταν στα σπίτια ``λαλούσαι τα μη πρέποντα'', είτε κουτσομπολεύοντας είτε δημιουργώντας προβλήματα στις ξένες οικογένειες.

Ήταν και είναι ανάγκη να υπάρχει κάποιος κανόνας χριστιανικής καθοδήγησης. ``Ελεείτε, κάμνοντες διάκρισιν'', θα γράψει με σοφία στην Επιστολή του ο Ιούδας (εδ. 22). Έτσι η συμβουλή του Παύλου στον πνευματικό ηγέτη ήταν και είναι: ``Ταύτα παράγγελλε, διά να ήναι άμεμπτοι'', κι η νουθεσία αυτή δεν αφορά μόνο τις χήρες, αλλά και τους συγγενείς τους, ώστε οι πράξεις τους να μην προσδίδουν μομφή σε βάρος της Εκκλησίας.

Όσοι σήμερα ασχολούνται με την ηγεσία της εκκλησίας και τα διάφορα διακονήματα, θα ομολογήσουν πόσο σωστά και φρόνιμα αντιμετωπίζει το θέμα ο απόστολος Παύλος με σοφία Θεού, καθώς οι άνθρωποι είναι ίδιοι σε όλους τους καιρούς και πάντοτε υπάρχει κίνδυνος ο πνευματικός σκοπός της Εκκλησίας να εκτραπεί σε απλή κοινωνική δραστηριότητα, την οποία μάλιστα εύκολα μπορούν να εκμεταλλεύονται επιτήδεια άτομα.

Διάφορες κατηγορίες χηρών

Η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης είχε χωρίσει τις χήρες σε τρεις κατηγορίες:

(α) Εκείνες που ήταν ηλικίας μικρότερης των εξήντα ετών, για τις οποίες ο Απόστολος έγραψε: ``Θέλω αι νεώτεραι να υπανδρεύωνται, να τεκνοποιώσι, να κυβερνώσιν οίκον'', ώστε να βρουν καταφύγιο και αποστολή στη νέα τους οικογένεια, όπου θα μπορούσαν να είναι πολλαπλά χρήσιμες, χωρίς να εξαρτώνται από την κοινότητα των πιστών (Α' Τιμ. 5/ε/14).

(β) Εκείνες που είχαν παιδιά και εγγόνια, τα οποία όφειλαν να τις φροντίζουν, και οι οποίες, ανταποδοτικά, θα έπρεπε να είναι χρήσιμες στις συγγενικές οικογένειες. ``Εάν τις πιστός ή πιστή έχη χήρας, ας προμηθεύη εις αυτάς τα αναγκαία'', όρισε ο Παύλος (εδ. 16). Η Εκκλησία δεν ήταν υποχρεωμένη να υποστηρίζει τις χήρες αυτές.

(γ) Τις ``αληθώς χήρες'', δηλαδή εκείνες που όχι μόνο ήταν στον κόσμο ολομόναχες, χωρίς δύναμη ή βοήθεια για να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες, αλλά και διακρίνονταν για την πνευματικότητά τους. (Βλέπε περισσότερα παρακάτω).

Με άλλα λόγια στον εσωτερικό κοινωνικό ιστό της πρώτης Εκκλησίας η λέξη χήρα απόκτησε ειδική έννοια, σημαίνοντας όχι απλά εκείνη που είχε χάσει τον σύζυγό της, αλλά κυρίως εκείνη που αφού έχασε τον σύζυγό της απόμεινε στον κόσμο έρημη και χρειαζόταν τη συμπαράσταση της αδελφότητας.

Υπήρχε όμως και μία άλλη κατάταξη των χηρών, αυτή τη φορά ανάλογα με τη διαγωγή τους:

(α) Χήρες που όχι μόνο ήταν φτωχές αλλά επίσης ήταν και βαθιά θρησκευόμενες. Μπορεί να μην είχαν οικογένεια, παιδιά ή εγγόνια, ούτε φίλους για να συντροφεύσουν τη μοναξιά τους, και στερούνταν τα απαραίτητα για τη ζωή, όμως όντας βαθιά ευσεβείς, έμεναν διαρκώς στις προσευχές.[7] Απέναντι σ' αυτές τις αναγνωρισμένες και καταχωρημένες χήρες, η Εκκλησία είχε καθήκον αγάπης να παρέχει όλα τα αναγκαία.

(β) Χήρες που είχαν διδάξει ορθά και με ευσέβεια ``τον ίδιον εαυτών οίκον, [ώστε] να αποδίδωσιν αμοιβάς εις τους προγόνους αυτών''. Ο Απόστολος τονίζει ότι η εκπλήρωση αυτού του συχνά παραμελημένου καθήκοντος είναι ``καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του Θεού'' (Πρβλ. Εφεσ. 6/ς/2-3, Μάρκ. 7/ζ/10-11).[8]

(γ) Χήρες που ενδιαφέρονταν για την ευθυμία και τις απολαύσεις, και όχι για τα πράγματα του Θεού. Όπως εκείνοι που ``όνομα έχουν ότι ζουν αλλά είναι νεκροί'' (Αποκ. 3/γ/1), και η χήρα ``η δεδομένη εις τας ηδονάς, ενώ ζη είναι νεκρά'', θα γράψει ο Παύλος. Η Εκκλησία δεν έχει υποχρεώσεις απέναντι σ' αυτές τις χήρες, πέρα από το να τις προειδοποιήσει ότι βρίσκονται σε καθεστώς αμαρτίας και μεγάλο κίνδυνο. ``Εάν ζήτε κατά την σάρκα μέλλετε να αποθάνητε'' (Ρωμ. 8/η/13).

Οι "αληθώς χήρες"

Σύμφωνα με την αποστολική διδαχή, προκειμένου μια χήρα να μπορεί να δέχεται την βοήθεια της Εκκλησίας έπρεπε να είναι ``αληθώς χήρα'' και να έχει τις παρακάτω προϋποθέσεις:

1- Ως προς την ηλικία: ``Ουχί ολιγώτερον των εξήκοντα ετών''. Σ' αυτή την ηλικία οι γυναίκες έχουν χάσει πια τα ενδιαφέροντά τους για το γάμο. Επίσης δεν είναι σε θέση να εργάζονται για τις ανάγκες τους. Ελεύθερη από άλλες υποχρεώσεις, η πραγματική χήρα όντας μεμονωμένη ``ελπίζει επί τον Θεόν, και εμμένει εις τας δεήσεις και τας προσευχάς νύκτα και ημέραν'' (Α' Τιμ. 5/ε/5).[9]

2- Ως προς την προηγούμενη έγγαμη ζωή: ``Ενός ανδρός γυνή''. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να έχουν παντρευτεί για δεύτερη φορά -αφού ο ίδιος ο απόστολος και εγκρίνει το νέο γάμο (Ρωμ. 7/ζ/1) και συμβουλεύει τις νεότερες χήρες να ξαναπαντρεύονται (Α' Τιμ. 5/ε/14)-, ούτε βέβαια εννοεί ότι μπορούσε μια γυναίκα να έχει περισσότερους από έναν άντρα ταυτόχρονα, αλλά μάλλον ότι ποτέ της δεν είχε παράλληλες σχέσεις, ούτε ήταν διαζευγμένη που στη συνέχεια είχε παντρευτεί άλλον άντρα. Το ζητούμενο, συνεπώς, ήταν να υπήρξε πιστή σύζυγος.

3- Ως προς την καρποφορία: ``Να μαρτυρείται διά τα καλά αυτής έργα''. Όχι μόνο δεν έπρεπε να υπάρχουν κατηγορίες σε βάρος της, αλλά αντίθετα να είναι γνωστή για τα καλά της έργα, που εδώ εκφράζονται με πέντε περιοχές: (α) ``Εάν ανέθρεψε τέκνα'', γεγονός που προϋποθέτει αυτοθυσία, συμπάθεια και ζήλο για την εκπαίδευση της νέας γενιάς.[10] (β) ``Εάν περιέθαλψε ξένους'', εννοείται στο παρελθόν, όταν σε καλύτερες μέρες μαζί με την οικογένειά της είχε ευκαιρίες να δείξει φιλοξενία προς χριστιανούς που ταξίδευαν από έναν τόπο σε άλλο. (γ) ``Εάν πόδας αγίων ένιψεν'', όχι μόνο στα πλαίσια της φιλοξενίας αλλά και σαν σημάδι βαθιάς ταπείνωσης σύμφωνα με το ύψιστο παράδειγμα του Κυρίου (Ιωάν. 13/ιγ/14. (δ) ``Εάν θλιβομένους εβοήθησεν'', με δώρα, ενθάρρυνση και επισκέψεις στα σπίτια τους. (ε) ``Εάν επηκολούθησεν εις παν έργον αγαθόν'', με αφοσίωση, επιμέλεια και σταθερότητα στην υπηρεσία του Θεού και των ανθρώπων.

Αναγκαία η οικογενειακή αποκατάσταση
των νεαρών χηρών

Ο Απόστολος προτρέπει την επιστροφή στην οικογενειακή σφαίρα. ``Θέλω λοιπόν αι νεώτεραι να υπανδρεύωνται, να τεκνοποιώσι, να κυβερνώσιν οίκον, να μη δίδωσι μηδεμίαν αφορμήν εις τον εναντίον να λοιδωρή'' (Α' Τιμ. 5/ε/14). Η χριστιανική ζωή παράγει όχι άπραγο αλλά δραστήριο κόσμο. Η επιστροφή στην οικογενειακή ζωή περιορίζει τους πειρασμούς για χαλαρή ζωή. Η απραξία πρέπει συνεπώς να καταπολεμηθεί, όπως επίσης η ακολασία.

Οφείλουμε, εντούτοις, να σημειώσουμε ότι φαινομενικά παρουσιάζεται μια "ασυμφωνία" μέσα στις αποστολικές οδηγίες, επειδή στην Α' Επιστολή προς Κορινθίους ο Παύλος γράφει: ``Λέγω προς τους αγάμους και προς τας χήρας, καλόν είναι εις αυτούς, εάν μείνωσι καθώς και εγώ'' (Α' Κορ. 7/ζ/8). Το χωρίο αυτό έδωσε αφορμή σε διάφορους να εξάρουν πάνω από τον χριστιανικό γάμο την αγαμία και τον ασκητισμό.

Τίποτα δεν είναι αναληθέστερο από αυτό, διότι αφενός ευθύς αμέσως ο Απόστολος τονίζει ότι ``εάν δεν εγκρατεύωνται, ας νυμφευθώσι^ διότι καλήτερον είναι να νυμφευθώσι παρά να εξάπτωνται'' (εδ. 9), αφετέρου δε στην Α' Επιστολή προς Τιμόθεον ορίζει: ``Θέλω αι νεώτεραι [χήραι] να υπανδρεύωνται, να τεκνοποιώσι, να κυβερνώσιν οίκον, να μη δίδωσι μηδεμίαν αφορμήν εις τον εναντίον να λοιδωρή'' (Α' Τιμ. 5/ε/14).

Από τα παραπάνω, και όλα τα υπόλοιπα γραπτά του, είναι προφανές ότι ο Παύλος προτιμά και συνιστά την έγγαμη ζωή όχι μόνο στους άγαμους πιστούς, αλλά και στις χήρες. Όχι μόνο τις θεωρεί ελεύθερες να ξαναπαντρευτούν -αφού ``η ύπανδρος γυνή είναι δεδεμένη διά του νόμου με τον άνδρα ζώντα'', όταν όμως πεθάνει ο άντρας της ``απαλλάττεται από του νόμου του ανδρός'' και συνεπώς ``είναι ελευθέρα από του νόμου, ώστε να μη ήναι μοιχαλίς, εάν συζευχθή με άλλον άνδρα'' (Ρωμ. 7/ζ/2-3)- αλλά και τις ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση (Α' Τιμ. 5/ε/14).

Η έγγαμη ζωή είναι πολύ ανώτερη από κάθε μορφή παρθενίας ή αγαμίας, καθώς αποτελεί εικόνα της ύψιστης σχέσης μεταξύ του Χριστού και της Εκκλησίας, αρκεί οι σύζυγοι να ζουν σύμφωνα με τις βιβλικές αρχές (Εφεσ. 5/ε/30-33).

Ο Παύλος εξηγεί ότι αυτές οι συμβουλές δόθηκαν για ``να μη δίδωσι μηδεμίαν αφορμήν εις τον εναντίον να λοιδωρή. Διότι εξετράπησαν ήδη τινές οπίσω του Σατανά'' (Α' Τιμ. 5/ε/14-15). Μερικές χήρες είχαν δώσει ενδείξεις οκνηρίας, κακής διαγωγής ή και ανηθικότητας, δίνοντας λαβή στον εχθρό και κατήγορο των αδελφών. Ο ``εναντίος'' εδώ μπορεί να είναι ο Διάβολος ή κάποιο συγκεκριμένο άτομο ή και συλλογικά η κοινωνία που περιβάλλει την Εκκλησία και συνεχώς παρακολουθεί τους δούλους του Χριστού. Είτε έτσι είτε αλλιώς οι κατηγορίες θα έρθουν, όμως δεν πρέπει να επαληθεύονται από κακή διαγωγή των πιστών.

Ύστερα από τα παραπάνω, ακόμη και αν δεχόμασταν προς στιγμή πως ίσως η αρχική σκέψη του Παύλου ήταν υπέρ της αγαμίας, από τα μετέπειτα γραφόμενά του γίνεται σαφές ότι ο Απόστολος υποχρεώθηκε να ταχθεί υπέρ της λύσης του νέου γάμου.

Προβλήματα κακής διαγωγής

Ο λόγος για την άρνηση καταγραφής στον κατάλογο χηρών νεότερης ηλικίας είναι συγκεκριμένος: ``Διότι αφού εντρυφήσωσι κατά του Χριστού, θέλουσι να υπανδρεύωνται^ έχουσαι την καταδίκην, διότι ηθέτησαν την πρώτην πίστιν'' (Α' Τιμ. 5/ε/11-12). Η έκφραση ``καταστρηνιάσωσι του Χριστού'', που υπάρχει στο αρχαίο κείμενο, μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς και διάφορους τρόπους, γεγονός που κάνει δύσκολη την ακριβή μετάφραση του χωρίου. Ωστόσο εύκολα κατανοούμε ότι πρόκειται για νεαρές χήρες οι οποίες, παρά το γεγονός ότι αρχικά καταχωρήθηκαν στον κατάλογο των απόρων της Εκκλησίας, στη συνέχεια παρασύρθηκαν στις απολαύσεις του κόσμου, απομακρύνθηκαν τελικά από τις απαιτήσεις της ζωής της χηρείας και της χριστιανικής ομολογίας. Η κριτική που γίνεται για τη συμπεριφορά τους συνεπάγεται την έμπρακτη αποκήρυξη της πίστης, μη βαδίζοντας σύμφωνα με τις αρχές της. Η ``καταδίκη'' αυτή μάλλον αφορά την παρούσα διαγωγή τους και όχι την αιώνια τύχη τους, αφού θα μπορούσαν αργότερα να μετανοήσουν.

Τέτοια ζωή έχει βλαπτικά και σκανδαλώδη αποτελέσματα: ``Και ενταυτώ μανθάνουσι να ήναι αργαί, περιερχόμεναι τας οικίας^ και ουχί μόνον αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λαλούσαι τα μη πρέποντα'' (εδ. 13). Αυτές οι νεαρές χήρες, όταν είναι ελεύθερες από την ανάγκη να εργάζονται για την επιβίωσή τους -εφόσον συντηρούνται από τις χορηγίες της Εκκλησίας- χρησιμοποιούν με κακό τρόπο την άνεση που τους παρέχεται.

Χήρες που δεν κάνουν δεύτερο γάμο

Κάποιες χήρες, ωστόσο, δήλωναν αποφασισμένες να μη συνάψουν νέο γάμο και να αφοσιωθούν εντελώς στην υπηρεσία του Θεού και της αδελφότητας. Ακολουθώντας ίσως την προτροπή του Παύλου ``να μείνωσι καθώς και εγώ'', ανελάμβαναν ειδικά λειτουργήματα της εκκλησίας είτε στα πλαίσια της κοινότητας των πιστών είτε προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Είναι γεγονός ότι η παρθενία κι η αγαμία παρέχουν στο πιστό άτομο διαφορετικές ευκαιρίες υπηρεσίας που δεν θα είχαν αν φρόντιζαν για τις ανάγκες της δικής του οικογένειας. Σ' αυτό αναφέρεται ο Παύλος όταν γράφει: ``Διαφέρει η γυνή και η παρθένος^ η άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, διά να ήναι αγία και το σώμα και το πνεύμα^ η δε νενυμφευμένη μεριμνά τα του κόσμου, πως να αρέση εις τον άνδρα'' (Α' Κορ. 7/ζ/32). Θέλοντας όμως να προλάβει κάποια παρεξήγηση -που δυστυχώς έγινε τα μετέπειτα χρόνια και μέχρι σήμερα παρασύρει ευαίσθητα άτομα στο μοναχισμό- ευθύς αμέσως ο Παύλος διευκρινίζει ότι τα λέει αυτά, ``ουχί διά να βάλω εις εσάς παγίδα, αλλά διά το σεμνοπρεπές, και διά να ήσθε προσκεκολλημένοι εις τον Κύριον χωρίς περισπασμούς'' (εδ. 34-35).

Το αν κάποιος θα μείνει άγαμος δεν είναι τόσο απλό ζήτημα, διότι, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού, αφορά μόνον εκείνους ``εις όσους είναι δεδομένον'' (Ματθ. 19/ιθ/11). Οπωσδήποτε, μια τέτοια απόφαση δεν είναι, και δεν επιτρέπεται να είναι, αποτέλεσμα κανενός είδους καταπίεσης ή πλύσης εγκεφάλου, αλλά μόνον ελεύθερης βούλησης, η οποία οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με τις βιολογικές και συναισθηματικές ανάγκες του συγκεκριμένου ατόμου. Το ζητούμενο δεν είναι η εξασφάλιση ατόμων που θα ήθελαν να μείνουν άγαμοι, αλλά ατόμων που θα έμεναν άγαμοι επειδή είχαν από τον Θεό το χάρισμα να μπορούν να ``εγκρατεύωνται'' χωρίς να ``εξάπτωνται''.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κατά κάποιο τρόπο οι χήρες αυτές επέστρεφαν στην τάξη των ``παρθένων'', ώστε απερίσπαστες από οικογενειακές υποχρεώσεις να αφιερώνονται στον Θεό και τις ανάγκες της αδελφότητας.

Ας μην λησμονούμε επιπλέον ότι όλοι οι πιστοί του Χριστού ονομάζονται ``παρθένοι'' (Αποκ. 14/ιδ/4), υπό την έννοια ότι αρνήθηκαν τον κόσμο και την ειδωλολατρία για να περιμένουν με καρτερία τον Νυμφίο της Εκκλησίας Κύριο Ιησού Χριστό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1- Αντίστοιχα χήρος είναι ο άντρας του οποίου έχει πεθάνει η γυναίκα, όμως η λέξη δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στις ’γιες Γραφές. Αυτό όχι επειδή δεν υπήρχαν χήροι (π.χ. ο Αβραάμ), αλλά επειδή στο κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, ήταν πολύ πιο εύκολο για τον άντρα να παντρευτεί ξανά και, συνεπώς, δεν αντιμετώπιζαν σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα.
[Επιστροφή]

2- Υπάρχουν χήρες μεγάλης ηλικίας που ξεγελάστηκαν από ψεύτικες υποσχέσεις και κάτω από συναισθηματική πίεση ή εξαπάτηση διέθεσαν αφελώς την περιουσία τους σε επιτήδειους με τραγικό αποτέλεσμα. Είναι φρόνιμο, λοιπόν, τα άτομα αυτά να ζητούν και να δέχονται συμβουλές από έμπιστα πνευματικά άτομα της εκκλησίας πριν προχωρήσουν σε ανάλογες πράξεις.
[Επιστροφή]

3- Σ' αυτή την τάξη ίσως να κατατάσσονταν και οι γυναίκες εκείνες που διώχθηκαν από τους άπιστους συζύγους τους επειδή έγιναν χριστιανές.
[Επιστροφή]

4- Για τον αριθμό τους μαρτυρεί ο γογγυσμός που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ' εκείνους που μιλούσαν αραμαϊκά (Εβραίους) και εκείνους που μιλούσαν ελληνικά (Ελληνιστές), όπως επίσης και ο αριθμός των επτά πνευματικών ανδρών που ορίστηκαν για ``να διακονώσι εις τας τραπέζας''. Ο Ευσέβιος (Εκκλ.Ιστ. VI,43) σημειώνει ότι κατά το δεύτερο αιώνα (100-199 μ.Χ.) η Εκκλησία στη Ρώμη διέτρεφε περισσότερες από 1500 χήρες.
[Επιστροφή]

5- Ο Χρυσόστομος ερμηνεύει: ``Τιμήν ενταύθα την θεραπείαν λέγει, την των αναγκαίων χορηγίαν''. Εξυπακούεται ότι η ``διπλή τιμή'' αναφέρεται σε σύγκριση με εκείνη που χορηγούσαν στις χήρες. Ο Ωριγένης στο σημείο αυτό ερμηνεύει: ``Ου γαρ προς τους μη καλώς προεστώτας [η σύγκρισις]^ εκείνοι γαρ ουκ αξιούνται ουδ' απλής, αλλά διώκονται''.
[Επιστροφή]

6- "Ο Λόγος Ζωντανός - Η Νέα Διαθήκη με Ψαλμούς και Παροιμίες", Έκδ. ΕΠΚΑ, Αθήνα 1988.
[Επιστροφή]

7- Ο Λουκάς αναφέρει στο Ευαγγέλιό του μια τέτοια χήρα, που έζησε πριν από την ίδρυση της Εκκλησίας, και μάλιστα πριν από τη γέννηση του Κυρίου Ιησού Χριστού, την προφήτισσα ’ννα, η οποία ``ήτο πολύ προβεβηκυία εις ηλικίαν, ήτις έζησε μετά του ανδρός αυτής επτά έτη από της παρθενίας αυτής^ Και αύτη ήτο χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, ήτις δεν απεμακρύνετο από του ιερού, νύκτα και ημέραν λατρεύουσα τον Θεόν εν νηστείαις και προσευχαίς'' (Λουκ. 2/β/36-37).
[Επιστροφή]

8- Αν όλα αυτά δεν έγιναν στον κατάλληλο καιρό και οι απόγονοι της χήρας δεν δείχνουν την οφειλόμενη ευαισθησία ως προς τα καθήκοντά τους, ή αν υπάρχουν μεν συγγενικά πρόσωπα αλλά αυτά δεν είναι πιστά και, σκεπτόμενα πονηρά, επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την χήρα, η Εκκλησία δεν πρέπει και δε μπορεί να κλείσει τα σπλάχνα της απέναντι σε γυναίκες οι οποίες ακόμη και σήμερα που, παρά την κρατική κοινωνική μέριμνα, υπάρχουν άτομα σε ανάλογη ανάγκη. Υπάρχουν δυστυχώς περιπτώσεις που συγγενικά άτομα όχι μόνο δε σέβονται τις αρχές του Θεού αλλά, επιπλέον, δεν δίστασαν να αποστερήσουν από πιστές χήρες και τα ελάχιστα μέσα επιβίωσης, να τους αφαιρέσουν κάθε περιουσιακό στοιχείο και να τις εγκαταλείψουν στην τύχη τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καθήκον της Εκκλησίας να επιμεληθεί και να βοηθήσει με κάθε τρόπο αυτά τα άτομα.
[Επιστροφή]

9- Αυτό δεν σημαίνει ότι οι απροστάτευτες νεαρές χήρες θα έπρεπε να εγκαταλείπονται εξαιτίας της ηλικίας τους. Μπορούσαν να δέχονται προσωρινά βοήθεια από την Εκκλησία, αλλά δεν έπρεπε να γίνονται μόνιμο βάρος αφού ήταν αρκετά νέες για να εργαστούν για τις ανάγκες τους ή, όπως συμβουλεύει ο απόστολος, να παντρευτούν ξανά και έτσι να έχουν την απαραίτητη κάλυψη.
[Επιστροφή]

10- Ανώνυμος αρχαίος σχολιαστής σημειώνει: ``Η γαρ των οικείων μη επιμελησαμένη τέκνων δήλη πάντως εστί πολλήν επί της ψυχής την απανθρωπίαν έχουσα'', όμως ο Ωριγένης, κρίνοντας ευρύτερα και από άλλη οπτική γωνία γράφει: ``Τι ουν ει μη έχει παίδας; Τα λοιπά ποιείτω''.
[Επιστροφή]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

T. Croskery, στο "The Pulpit Commentary", Vol. 21, "I Timothy", Εκδ. Eerdmans Publishing Co. Grand Rapids, Michigan, 1977.

Π. Τρεμπέλα, "Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Καινής Διαθήκης", Έκδ. "Ο Σωτήρ", Αθήνα 1993.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ